Μίλα αληθινά για να σε καταλάβω: Αββάς Ποιμήν Α΄ Ελληνική μεταγραφή Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την ομιλία της πρωτότυπης ηχογράφησης. Τυχόν μουσική, ψαλμωδία ή δυσδιάκριτα σημεία διακρίνονται από την ομιλία. Η πλήρης ελληνική ηχογράφηση διατηρείται. Ακούσει αυτό που λένε, η τρέλα δεν πάει στα βουνά; Ε, κι εγώ το έχω ακούσει. Αγαπητέ μου φίλε, αγαπητή μου φίλη, στα Περάσματα, στην Πειραϊκή Εκκλησία, στο σταθμό που μιλάει στην ψυχή μας, σας χαιρετώ. Και ξεκίνησα λέγοντάς σας για μια τρέλα που άκουσα, που διάβασα συγκεκριμένα στο διαδίκτυο. Είναι μια είδηση που διάβασα αυτόν τον καιρό για κάποιον άνθρωπο, λέει, στη Ρωσία, ο οποίος, επειδή φοβόταν το θάνατο, ήθελε να δοκιμάσει περίπου πώς θα αντέξει αυτή την αίσθηση, να ξεπεράσει το φόβο του θανάτου. Και τι κάνει μέσα στην απόφασή του αυτή; Λέει σε ένα φίλο του να τον θάψει ζωντανό για ένα βράδυ, να διανυκτερεύσει δηλαδή μέσα σε ένα τάφο, να του δώσει ένα μπουκάλι με νερό και ένα κινητό και να έχει και ένα μικρό σωληνάκι με το οποίο θα αναπνέει από τη γη, θα παίρνει αέρα από πάνω. Ο φίλος του το έκανε. Το κάνουν πολλοί, στη Ρωσία έγινε αυτό, το κάνουν αρκετοί, λέει, το έχουν δοκιμάσει αυτό, έτσι σαν μια εμπειρία που πολλοί λένε, ας πούμε, θέλω να δοκιμάσω παράξενα πράγματα στη ζωή μου, να έχω εμπειρίες που δεν είναι συνηθισμένες, άλλοι με το ένα, άλλοι με αυτοκίνητα, άλλοι με τα αλεξίπτωτα, άλλοι με ελικόπτερα, άλλοι με οτιδήποτε ο καθένας. Αυτός σκέφτηκε αυτό το περίεργο πράγμα. Τον βάζει ο φίλος του, τον θάβει, του δίνει το μπουκάλι, του δίνει το κινητό. Το βράδυ, λέει, πήραμε τηλέφωνο στο κινητό, μιλήσαμε. Πώς είσαι; Πώς νιώθεις; Καλά, ευχαριστώ, πίνω και νερό, αναπνέω και καλά. Πήγε να κοιμηθεί ο φίλος του στο σπίτι και το πρωί που πήγε να τον βγάλει και να μιλήσουν, δεν ήταν ζωντανός ο άνθρωπος, διότι είχε πιάσει βροχή, λέει, και κάπως έφραξε αυτό το σωληνάκι που είχε να αναπνέει και ο άνθρωπος έσκασε. Πέθανε μέσα στον τάφο, κανονικά. Να δεις, ήθελε να ξεπεράσει ο άνθρωπος το φόβο του θανάτου, ήθελε να εξοικειωθεί με αυτή την έννοια και πες, κοίτα τι πήγε και έκανε. Και εκεί μου ήρθε αυτή η φράση και λέω, η τρέλα δεν πάει στα βουνά. Άνθρωπε, πού έβαλες τον εαυτό σου; Άλλοι όμως, λέει, το πέτυχαν, έγραφε η εφημερίδα, ότι άλλοι το δοκίμασαν και βγήκαν ζωντανοί και είπαν πώς ένιωσαν το βράδυ μέσα στο σκοτάδι κλπ. Και πίστεψαν ότι με αυτόν τον τρόπο προσέγγισαν την αφοβία του θανάτου. Και όπως είχα λίγο ψυχοπλακωθεί από αυτήν την ιστορία, πήρα το Γεροντικό να διαβάσω. Αλήθεια σου λέω. Ναι, Βασίλη, ευχαριστώ. Ευχαριστώ πολύ τον Βασίλη Χατζηνικολάου που και σήμερα είναι κοντά μας και ευχαριστώ πολύ και εσάς που τον αγαπάτε και του στέλνετε τα μηνύματά σας στο δικό του email και χαίρεστε για τη μουσική του και για τα προσωπικά CD του. Εεεε... Ήθελα λοιπόν να... Ηρεμήσω λίγο μετά, Βασίλη, και πήρα το Γεροντικό και πέφτω πάνω στον Αββά Ποιμένα. Και ο Αββάς Ποιμένας είχε κάποτε, λέει, σκανδαλιστεί επειδή ο αδερφός του έκανε παρέα με κάποια άτομα που δεν τα ενέκρινε ο Αββάς Ποιμένας και στενοχωριότανε. Και λέει μέσα του, ο αδερφός μου έμπλεξε, δεν θέλω να κάνει παρέα με αυτά τα άτομα, δεν έχω ηρεμία στην καρδιά μου, ταράζομαι, έχασα την ειρήνη μου. Θα πάω να ρωτήσω, λέει, τον Αββά Αμμωνά να μου πει τη γνώμη του. Και του το είπε. Πάτερ μου, το και το, ο αδερφός μου, λέει ο Αββάς Ποιμένας, κάνει παρέα με κάποια άτομα που εγώ δεν τα εγκρίνω και ταράζομαι. Και γυρίζει ο Άγιος Αμμωνάς και του λέει του Αββά Ποιμένα, Ποιμένα, ακόμα ζεις; Ζεις... Ακόμα, ασχολείσαι με τέτοια πράγματα; Τι κάνει ο ένας και τι κάνει ο άλλος; Και περιεργάζεσαι τη ζωή των ανθρώπων και ταράζεσαι εξαιτίας των άλλων; Πήγαινε και μείνε στο κελάκι σου και βάλε στην καρδιά σου τη σκέψη και πίστεψέ το ότι έχεις ήδη ένα έτος που βρίσκεσαι μέσα στο μνήμα. Κάτσε, κάτσε, λέω μέσα μου, το διάβασα. Λέω, συγγνώμη, εγώ άφησα την είδηση αυτή που με ψυχοπλάκωσε, πέφτω στο Γεροντικό και λέει πάλι τις ιστορίες για μνήματα και τάφους και μπες στον τάφο και είσαι ζωντανός; Τι γίνεται εδώ πέρα; Το ξαναδιαβάζω. Βάλε, του λέει, στην καρδιά σου ότι είσαι ήδη πεθαμένος εδώ και ένα χρόνο και θα ηρεμήσεις. Δεν του είπε να μπει στον τάφο. Του είπε να βάλει το μυαλό του να σκεφτεί λες και έχει πεθάνει. Συμβουλή Αγίου σε Άγιο. Του είπε να πεθάνει νοερά. Το οποίο είναι να σκεφτείς ότι είσαι ήδη νεκρός εδώ και ένα χρόνο και θα δεις ότι θα ηρεμήσεις. Δηλαδή, αγαπητέ μου φίλε, αν φέτος είναι 2011, 2012, 2013, να σκεφτείς και να πεις τι είναι φέτος, βγάλε ένα χρόνο και πες ότι πριν ένα χρόνο ήδη έχεις φύγει από τον κόσμο αυτό. Και μαθαίνεις φέτος ότι κάποιος σε βρίζει στη δουλειά σου. Και τι λες μέσα σου; Μα εγώ έχω πεθάνει από πέρυσι. Αν είχα πεθάνει από πέρυσι, θα ασχολιόμουν με τις βρισιές, με τις συκοφαντίες, τι λέει ο ένας για μένα, αν με αγαπούν, αν με κατηγορούν, αν με χωνεύουν, αν κάποιος με... Τι ασχολείσαι με αυτά; Οι νεκροί ασχολούνται; Υπάρχει δηλαδή μια νέκρωση η οποία έχει να κάνει με μια ψυχή η οποία είναι ζωντανή σε άλλα πράγματα. Ζωντανός στην αγάπη, στην επικοινωνία, στην ενότητα, στην προσφορά, στη ζεστασιά... Συγχώρεση, αυτά είναι χώροι στους οποίους θα βγάλουμε ζωντάνια από την ψυχή μας, να ζωντανέψουμε. Μια γυναίκα δηλαδή θα είναι ζωντανή στον άντρα της, δεν θα είναι νεκρή, θα είναι ζωντανή στη συμπεριφορά της ως σύζυγος, ως άνθρωπος στοργής, καλοσύνης, εκεί θα είναι ζωντανή. Όταν όμως έρθει και ένα πρόβλημα στο σπίτι, ένας λόγος ας πούμε περιφρονητικός, ένας λόγος απαξιωτικός, ένας λόγος υποτιμητικός, εκεί θυμήσου το αυτό. Εκεί να πιάσεις τη μνήμη του θανάτου και μάλιστα όχι του θανάτου, του μελλοντικού. Αυτό είναι το περίεργο στον Αββά Ποιμένα. Μου κάνει εντύπωση. Δεν λέει ότι θα πεθάνεις. Σκέψου ότι ήδη έχεις πεθάνει πριν ένα χρόνο και ηρεμείς και τελειώνεις. Όταν σε φωνάζουν να βοηθήσεις κάποιο φτωχό, μην λες, α, εγώ ξέρετε έχω πεθάνει πριν ένα χρόνο. Όχι, εκεί θα είσαι ζωντανός. Εκεί θα πας. Όταν όμως σου πουν στο τηλέφωνο, ξέρεις κάτι, ήμουν σε ένα τραπέζι και κάποιοι σε σχολιάζανε και σε κατηγορούσαν, δεν με ενδιαφέρει. Και φυσικά δεν θα του πεις, εγώ έχω πεθάνει πριν ένα χρόνο, πες το μέσα σου. Το θέμα είναι εσύ να μην ταράζεσαι, να μην πληγώνεσαι και να μην θίγεσαι. Ο θάνατος, σαν σκέψη τέτοιου τύπου, είναι πολύ ανακουφιστική ιδέα. Είναι πολύ παρηγορητικό, είναι πολύ λυτρωτικό. Δεν ασχολούμαι, και το λέει ο Απόστολος Παύλος, το λένε όλοι οι Άγιοι, να νεκρωθούμε στον κόσμο αυτό για μερικά πράγματα. Αυτά όμως, ε, όχι για άλλα. Δεν θα νεκρωθείς όταν το παιδί σου θέλει να το βοηθήσεις, δεν θα νεκρωθείς όταν ο αδερφός σου θέλει να συζητήσεις μαζί του ένα πρόβλημά του και να δείξεις ενδιαφέρον και αγάπη και φροντίδα και να δώσεις χρόνο και κόπο και θυσία και ξενύχτι. Εκεί όχι, δεν θα λες ξέρεις εγώ έχω πεθάνει, αλλά... Σε αμαρτωλές καταστάσεις που έρχονται να θίξουν την αίσθηση της αξίας σου, της προσωπικότητάς σου, της τιμής σου και κλονίζεται η ψυχή σου και χάνεις την εμπιστοσύνη σου στο Θεό, εκεί να λες, μα τι με ενδιαφέρει τι λένε οι άλλοι για μένα σε αυτά τα πράγματα; Εγώ έχω πεθάνει. Και παρηγορήθηκα, λέω κοίταξε ο Αββάς Ποιμένας. Και όταν ξεκίνησα λοιπόν να διαβάζω το Γεροντικό σε αυτό το κομμάτι, λέω για να δούμε λίγο τι λέει αυτός ο Άγιος παρακάτω, με τι περίεργη προσωπικότητα μου φάνηκε, γιατί τέτοιες συμβουλές δεν είχα ξανακούσει, να σου το πω έτσι. Αυτοί οι Άγιοι του Γεροντικού είναι πολύ αυθεντικοί άνθρωποι, πολύ ειλικρινείς, πολύ γνήσιοι και κερδίζουν την ψυχή μας γιατί δεν καταπιέζουν, δεν διδάσκουν με το ζόρι, απλώς ανοίγουν την πόρτα που τρίζει από το κελάκι τους, την παλιά πόρτα. Φτωχό κελάκι τους και σου λέει, έλα μέσα αν θες και δες λίγο πώς ζω. Από εκεί και πέρα να πας στο καλό και αν κάτι από αυτά που είδες στη ζωή μου σε αγγίζουν, κάν' τα. Αν δεν θέλεις, μην τα κάνεις. Το χέρι, το διδασκαλικό, το δάχτυλο να σηκώνει ψηλά και να λένε πρέπει να κάνεις αυτό με το ζόρι αλλιώς χάθηκες. Όχι, αδερφέ μου, σου λέω, εγώ σε αγαπάω. Εγώ έναν ξέρω να πιέζω, τον εαυτό μου, εσένα δεν σε πιέζω. Εσύ αποφάσισε και πάρε τις δικές σου κινήσεις και μην γίνεσαι ψυχαναγκασμένος, όπως λένε πολλοί άνθρωποι. Το ακούω, δεν ξέρω γιατί έτσι, αλλά συμβαίνει στη ζωή μας. Έχω, λέει, δεχτεί πολύ ψυχαναγκασμό στη ζωή μου. Έρχονται, εξομολογούνται άνθρωποι τώρα 50 χρονών, 60 χρονών και σου λέει ότι έχω πάρα πάρα πολύ πιεστεί στη ζωή μου. Από γονείς, από συγγενείς, από άτομα της εκκλησίας, από διδασκαλίες και λέω γιατί βρε παιδί μου τόση καταπίεση; Και γιατί να την επαναλαμβάνουμε αυτή την ιστορία; Το Γεροντικό μας ξεκουμπώνει λίγο τη σφιχτή αυτή γραβάτα στο λαιμό που μας πνίγει και σου λέει... Χαλάρωσε λίγο, ξεκούμπωσε λίγο αυτό το κουμπί που είναι στο λαιμό γιατί σε πνίγει πάρα πολύ και δεν μπορείς να ανασάνεις, αυτό είναι το θέμα. Αν μπορείς να ανασάνεις, ντύσου όπως θέλεις. Αν όμως δεν μπορείς να ανασάνεις, δεν προηγείται η ζωή, δεν προηγείται η αναπνοή, η ισορροπία, η ευτυχία σου; Μου άρεσε ο Αββάς Ποιμένας και διάβασα παρακάτω ότι όταν ο Αββάς Ποιμένας πήγε με τους μαθητές του, λέει, στην Αίγυπτο και κατοίκησαν σε έναν τόπο να μείνουν... Εεεε... Ήταν ένας παλιότερος εκεί πέρα, λέει, ήδη γέροντας που είχε φήμη και ήταν γνωστός και όλος ο κόσμος πήγαινε σε αυτόν. Όταν όμως πήγε ο Αββάς Ποιμένας με τους δικούς του μαθητές, ο παλιός γέροντας άρχισε να χάνει τον κόσμο του. Και δεν πήγαιναν σε αυτόν, όλοι πήγαιναν στον Αββά Ποιμένα, γιατί αυτός πλέον είχε το μεγαλύτερο όνομα, τραβούσε τον κόσμο κοντά του, το παράδειγμά του, η διδασκαλία του, ο τρόπος του, τους γλύκαινε και πήγαιναν σε αυτόν. Ο παλιός λοιπόν είχε ενοχληθεί, ζήλεψε, θύμωσε και τον φθόνησε και έβγαζε λόγια, έλεγε λόγια σε βάρος του, τον κατηγορούσε τον άνθρωπο γιατί σου λέει τόσα χρόνια εδώ πέρα εγώ είχα ένα όνομα. Έρχεσαι εσύ τώρα και παίρνεις όλο τον κόσμο κοντά σου. Θα πει κανείς, καλά, δικός του ήταν ο κόσμος; Είναι θέμα δικός μου, αλλά είναι θέμα του κύρους, της φήμης, του εγωισμού, της φιλοδοξίας, που τελικά βλέπεις ότι μας πιάνει όλους έτσι. Μπορεί να είσαι μες στην εκκλησία κι εγώ και να χαίρομαι αυτή την κατάσταση. Ότι έχεις κόσμο, ότι έχεις δικούς ανθρώπους, ότι αυτοί ακολουθούν εμένα και αυτοί θέλουν συνέχεια να ακούνε εμένα. Αυτό είναι εγωιστικό, ανθρώπινο, αδυναμία ανθρώπινη που όλους τους πιάνει. Μια μάνα, αν πάει το παιδί της και της πει, μαμά, πήγα σήμερα στο σπίτι του φίλου μου και η μάνα είχε κάνει κάτι φτεράκια, καμία σχέση με τα δικά σου, τα δικά της ήταν τα καλύτερα του κόσμου. Αυτό το πράγμα ζηλεύει η μάνα, λέει κάτσε δηλαδή τώρα γιατί τέτοια μείωση και υποτίμηση και εγώ ξαφνικά πάω στο περιθώριο; Που τόσο καιρό σου μαγειρεύω, σου κάνω τώρα, δεν μου δίνεις σημασία και πας και τρως τα ξένα. Ανθρώπινο είναι, το οποίο το ζεις σε όλες τις πτυχές της ζωής, βιώνεται αυτό σε όλους μας. Αλλά υπάρχει το ανθρώπινο, υπάρχει και το υπερανθρώπινο, το θεϊκό, το άγιο, το οποίο είχε ο Άγιος Ποιμένας. Μόλις το έμαθε αυτό ο Αββάς Ποιμένας ότι ο άλλος, ο γέροντας, ο παλιός, ενοχλήθηκε και τον κατηγορούσε, λέει στους μαθητές του, βρε παιδιά, δεν είναι καλό τώρα αυτό το πράγμα που γίνεται. Λένε, ναι είδες, έχει φθόνο αυτός ο άνθρωπος, δεν είναι καλός. Όχι, όχι, δεν λέω αυτό. Δεν είναι καλό εκ μέρους μας. Εμείς τι να κάνουμε, όχι αυτός. Αυτός εντάξει, δεν μας χωνεύει, έτσι αισθάνεται, δεν μας εκτιμά, μας έχει πάρει αλλιώς μέσα στο μυαλό του. Εμείς; Τι εμείς; Αυτός έχει το πρόβλημα. Αυτός έχει το πρόβλημα, αλλά εμείς πώς θα τον βοηθήσουμε; Θα τον βοηθήσουμε να αλλάξει τον λογισμό του, να θεραπεύσουμε την καρδιά του. Πώς θα απαντήσουμε στο φθόνο που δεχόμαστε, με φθόνο ή με περιφρόνηση; Να πούμε δηλαδή, δεν πάει να λέει, αυτός είναι ένας παλιάνθρωπος και μας κατηγορεί, άσ' τον να λέει; Αυτό θα το έλεγα ίσως εγώ, θα περιφρονούσα, θα αδιαφορούσα, θα έλεγα τι να κάνουμε, ας πρόσεχε, αφού εμείς έχουμε τα περισσότερα χαρίσματα, τις περισσότερες ικανότητες, ας πρόσεχε. Το ζητούμενο αυτό; Ο Χριστός μας δεν είπε έτσι, είπε ότι θα καταλάβουν, λέει, όλοι ότι είστε μαθητές μου αν έχετε αγάπη μεταξύ σας. Εντάξει, τραβάς κόσμο, αγάπη όμως έχεις σε αυτούς που δεν τραβάνε τόσο πολύ κόσμο; Ελκύεις πολλούς κοντά σου, αλλά έχεις και την αίσθηση της ενότητας, ότι ανήκεις σε ένα σώμα που όλοι είστε αγαπημένοι. Όλοι κοιτάτε το Χριστό να δοξάσετε; Ή τραβάς για το άτομό σου; Και λέει ο Αββάς Ποιμένας, βρε, τι θα κάνουμε; Του λένε οι άλλοι, τι; Προσευχή; Καλά, εκτός από προσευχή. Κάνε, του λέει, ένα καλό φαΐ. Μαγείρεψε, κάνε το καλύτερο φαΐ που μπορείς. Και εσύ, λέει σε έναν άλλον, πάρε κρασί, ένα φλασκί, το πιο καλό κρασί που έχουμε. Τι δουλειά έχει αυτό; Λοιπόν, φαγητό εσύ, κρασί εσύ, ετοιμάστε τα και πάμε. Πού να πάμε; Στο γέροντα. Όλοι οι μαθητές. Πάμε στο γέροντα που μάθαμε ότι μας κατηγορεί, ότι ζηλεύει, ότι μας σχολιάζει, ότι μας φθονεί. Και τι να κάνουμε; Να πάμε να φάμε μαζί του. Να πάμε να κερδίσουμε την ψυχή του στο χώρο της αγάπης. Αυτό δεν θέλει ο Θεός; Και συγκινήθηκαν οι μαθητές του, λέει τώρα, τι άνθρωπος είναι αυτός ο διδάσκαλός μας, ο γέροντάς μας, ο οδηγός μας. Αυτό θα πει ο οδηγός. Δίδαξε τους μαθητές του, ακόμα και με αυτή την πρόταση που τους έκανε. Με όλα διδάσκεις. Με τις λύσεις που βρίσκεις στα προβλήματά σου διδάσκεις τον άλλον και του δείχνεις πώς τοποθετείσαι στη ζωή. Αν απαντάς στο κακό με καινούριο κακό ή αν απαντάς στο κακό με αγάπη, με αγάπη πάνω στο σταυρό, θυσιαστική αγάπη, υπομονετική αγάπη, ταπεινή αγάπη. Πήραν το φαγητό, πήραν το κρασί, πήγανε στο γέροντα, χτυπήσανε την πόρτα, τοκ-τοκ, βγαίνει ο μαθητής του γέροντα του παλιού. Τι θέλετε; Ποιος είναι; Ξέρετε, είμαστε με τον γέροντά μας, τον Αββά Ποιμένα, και ήρθαμε να πάρουμε την ευχή του γέροντά σας. Δεν μπορεί να σας δει ο γέροντάς μας, να φύγετε. Του είπανε, λέει, γέροντα, ήρθε ο Αββάς Ποιμένας. Να φύγει, λέει. Όχι, να φύγει. Λέει ο Αββάς Ποιμένας, δεν πειράζει. Επιμείνετε να παρακαλέσουμε. Σας παρακαλούμε, ανοίξτε μας. Ανοίξτε μας να πάρουμε την ευχή του γέροντα, ήρθαμε να του κάνουμε ένα δώρο και να τον δούμε λίγο, να πάρουμε την ευχή του. Όχι, να φύγετε, δεν θέλει να σας δει, δεν μπορεί να σας δει τώρα. Είχε θυμώσει ο άνθρωπος, η αντίδραση, ο εγωισμός μας που ενοχλείται. Και έκανε, λέει, ζέστη, λέει, είχε λιοπύρι, λέει, στο Γεροντικό, και οι μαθητές του Αββά Ποιμένα μαζί με τον γέροντά τους κάτω από τον καυτό ήλιο, με το φαΐ, με το κρασί, περίμεναν, χτυπάγανε την πόρτα και του λέγανε, γέροντα, σε παρακαλώ, άνοιξέ μας να πάρουμε την ευχή σου, εμείς σε αγαπάμε. Και άνοιξε ο γέροντας στο τέλος, ελάτε, ελάτε, μπείτε, και μπήκανε μέσα και φάγανε και... Λέει, γέροντα, σου φέραμε φαγητό, σου φέραμε και κρασί και είπαμε να κάτσουμε έτσι μαζί, να πάρουμε την ευχή σου. Και είδε ο γέροντας, λέει, την ταπείνωση και την υπομονή και ξέρεις τι έπαθε; Κατανύχθηκε, δηλαδή... Μαλάκωσε η ψυχή του, ένιωσε την ευαισθησία του Αββά Ποιμένα, την καλοσύνη του, και ξέρεις τι του είπε; «Ρε παιδιά», λέει, «με κερδίσατε. Άκουγα πολλά για σας, ότι είστε καλοί και διαφορετικοί, και εγώ ενοχλήθηκα γιατί είμαι άνθρωπος. Αλλά τώρα κατάλαβα ότι όχι αυτά που άκουγα, αλλά εκατό φορές πιο πολλά από αυτά είστε. Είστε πολύ σπουδαίοι άνθρωποι, είστε ωραίοι χαρακτήρες, είστε αληθινοί χριστιανοί. Με κερδίσατε». Και έγινε φίλος τους, λέει, από εκείνη τη μέρα και τα βρήκανε. Έτσι μπορείς να κερδίσεις τον άλλον. Όχι πνευματικότητες του αέρα, όχι λόγια υψηλά και από πίσω μαχαίρια κοφτερά· φαΐ και ποτό και ανθρωπιά. Αρχικά, αρχικά πιάσε την ανθρωπιά σου και μετά βάλε και τον Θεό στη συμπεριφορά σου. Είναι πολύ ύπουλο και πολύ υποκριτικό να χρησιμοποιώ τον Θεό, ενώ στην πραγματικότητα θέλω κάτι άλλο να πω. Να τιμωρώ, ας πούμε, να εκδικούμαι εν ονόματι του Θεού, αλλά στην πραγματικότητα να βγάζω εγώ φθόνο, κακία, δικά μου νεύρα, δική μου αντιπάθεια. Γι' αυτό λέει ο Αββάς Ποιμένας: «Θα πάμε σαν άνθρωποι απλοί». Ε, δεν σου αρέσει αυτό; Εμένα με κέρδισε ο Αββάς Ποιμένας, μ' άρεσε πολύ. Ε, είσαι και εσύ τώρα με τα δικά σου και τους καημούς σου, τα θέματά σου. Πάντως, αν ζούσε ο Αββάς Ποιμένας σήμερα, θα ήθελε να ακούσει τα θέματά σου. Αυτό, ότι σε πονάει, ξέρω εγώ, το δόντι σου, ότι σε πονάει η κοιλιά σου, ότι, ξέρω εγώ, τα παιδιά σου σε στεναχωρούν, δεν θα ένιωθες άβολα να του μιλήσεις ή να του πεις, ξέρω εγώ, ότι το σπίτι σου είναι ασημάζευτο, «έλα εδώ, πάτερ, κάτσε, το σπίτι έχει σκόνη», ή «δεν έχουμε λεφτά». Δεν θα σου έλεγε «αφήστε τα αυτά, παρακαλώ, και θέλω να συζητήσουμε πνευματικά». Να σου πω κάτι; Δεν του άρεσαν πολύ τα πνευματικά, του Αββά Ποιμένα. Ε, το λέω εγώ, το έλεγε ο ίδιος. Είχε πάει, λέει, μια φορά ένας γέροντας, γιατί είχε ακούσει πολύ καλά λόγια γι' αυτόν, και λέει «πάω να δω αυτόν τον Άγιο και, αφού είναι Άγιος, θα του πω άγια πράγματα». Άγια πράγματα είναι να μιλάς για πατερικά, για θεολογικά, για υψηλά νοήματα, λόγια της Αγίας Γραφής. Πάει λοιπόν, βλέπει τον μαθητή του Αββά Ποιμένα, του λέει «πού είναι ο γέροντας;» Λέει «είναι μέσα». «Πες του να με δει, σε παρακαλώ». Ο γέροντας λέει «να περάσει», να έρθει ο άλλος γέροντας που ήρθε. Τον συναντάει, αρχίζει ο επισκέπτης να του λέει τα υψηλά και τα πνευματικά. Ο Αββάς Ποιμένας σιωπή, τίποτα, καμία απάντηση, καμία απόκριση, μουγκός ο άνθρωπος. «Πάτερ μου, ξέρετε το Ευαγγέλιο, εκείνη η φράση, εκείνο το χωρίο, εκείνο το πατερικό, εκείνο το υψηλό...» Τίποτα ο Αββάς Ποιμένας, σιωπή. Και βγαίνει έξω απογοητευμένος ο επισκέπτης και λέει στον μαθητή του: «Καλά ρε παιδάκι μου, ήρθα τόσο δρόμο και κουράστηκα για να ωφεληθώ και να συζητήσουμε πνευματικά πράγματα, και μπαίνω μέσα στον Αββά Ποιμένα...» «Ναι, ναι, και τι είπατε; Τι σας είπε», λέει, «ο γέροντας; Σας είπε καμία ωραία συμβουλή;» «Δεν μου είπε τίποτα, καμία απάντηση». «Και γιατί», λέει, «δεν σας είπε; Πες μου εσύ. Καλά, μην φύγετε, περιμένετε να πάω να τον ρωτήσω εγώ», λέει ο μαθητής. Μπαίνει μέσα στον Αββά Ποιμένα ο μαθητής του και του λέει: «Γέροντα, γιατί δεν μίλησες στον πάτερ; Είναι πολύ στεναχωρημένος», λέει, «έξω. Ήρθε εδώ πέρα τόσο δρόμο και τι του είπες;» Λέει: «Τίποτα από αυτά που σου έλεγε, ήσουν μουγκός, γιατί;» Και του απαντάει ο Αββάς Ποιμένας: «Αυτός, παιδί μου», λέει, «ανήκει στα ψηλά και μιλάει για υψηλά νοήματα. Εγώ είμαι των κάτω και λέω τα επίγεια, δεν λέω υψηλά πράγματα. Μου μίλησε για πνευματικά και εγώ δεν τα γνωρίζω. Αν μου έλεγε», λέει, «για πάθη της ψυχής, για ανθρώπινα πράγματα, για αδυναμίες, για αυτά που ζω, τον εγωισμό μου, την κακία μου, τη φιληδονία μου, την περιέργειά μου, την κατάκρισή μου, αν μου έλεγε τέτοια που τα ξέρω», λέει, «γιατί τέτοιος είμαι κι εγώ, θα του μιλούσα». Μου έλεγε, λέει, όμως πράγματα που δεν τα ξέρω. Είναι πολύ ψηλά αυτά που έλεγε, δεν το πιάνω. Εκπέμπουμε σε άλλη συχνότητα, αυτός πολύ ψηλή, εγώ πολύ χαμηλή. «Α, γι' αυτό δεν του μιλούσες, α, γι' αυτό δεν του μιλούσες. Καλά, περίμενε». Και πάει έξω και του το λέει. Λέει: «Να σου πω, πάτερ, ξέρεις γιατί δεν σου μιλούσε ο Αββάς Ποιμένας; Γιατί του έλεγες πολύ υψηλά πράγματα και αυτουνού δεν του αρέσουν αυτά. Αυτός θέλει αληθινές κουβέντες, και αληθινές είναι αυτές που ζεις». «Δεν το ήξερα», λέει, «αυτό. Να ξαναμπώ;» «Ξαναμπές. Αλλά τώρα μην του λες πάλι τέτοια, γιατί δεν θα σου μιλήσει πάλι». Και μπαίνει μέσα ο επισκέπτης και του λέει τη δεύτερη φορά: «Να σου πω, πάτερ», λέει, «τι να κάνω, λοιπόν, που με κυριεύουν και εμένα τα πάθη της ψυχής;» Και τα ακούει ο Αββάς Ποιμένας και αστράφτει το χαμόγελο στο πρόσωπό του και του λέει: «Τώρα καλά έκανες κι ήρθες». Λοιπόν, κάτσε να τα πούμε τώρα. Αυτή τη φορά... Χαίρομαι που ήρθες, άνοιξε το στόμα σου για τέτοια να μου λες και θα το γεμίσω με αγαθά, θα σου πω ό,τι ξέρω και δεν ξέρω, θα σε βοηθήσω σε αυτά. Και όταν έφυγε ο επισκέπτης, λέει: «Πραγματικά, παιδιά, αυτή είναι η αληθινή οδός, αυτό είναι». Το μυστικό να προκόψεις είναι να γίνεις άνθρωπος αυθεντικός, γνήσιος, πραγματικός, προσγειωμένος και να πιάνεις τα πράγματα που σε απασχολούν και να τα λες με το όνομά τους. Γιατί αλλιώς δεν θεραπεύεις κάτι όταν δεν το βλέπεις αυτό το κάτι και πας και μιλάς για υψηλά νοήματα. Ο άλλος εξομολογήθηκε και ήταν μεγάλη πνευματική περίοδος εκκλησιαστική και αυτός δεν καταλάβαινε τίποτα από αυτά. Τι να κάνουμε; Αυτή ήταν η αλήθεια, ο άνθρωπος δεν το ένιωθε. Μπορεί να είναι Σαρακοστή και άλλος να έχει, ας πούμε, τον καημό του, το τρελό του το άγχος για το δάνειο στο αυτοκίνητο, για τη φτώχεια στο σπίτι του. Αυτά θα πει. Εκεί θα βάλει τον Θεό να απαντήσει. Εκεί θα ζυμωθεί η Χάρη του Θεού με το δικό σου το πρόβλημα, το καθημερινό, το επίγειο. Και αυτό είναι πολύ θεϊκό. Δεν μπορεί να πηγαίνεις και να λες, ας πούμε, «με συγκλονίζει η Σταύρωση του Κυρίου», και να είναι λόγια ψεύτικα, και την προηγούμενη μέρα, ας πούμε, να έχεις σφαχτεί στο σπίτι με τα παιδιά σου, με τον γείτονά σου, με τα κοινόχρηστα της πολυκατοικίας, να μην μιλιέσαι με τον απέναντι στο διαμέρισμα και να πηγαίνεις και να λες στη συζήτηση στην εκκλησία «εγώ ζω τον Κύριο και μεταρσιώνομαι και ζω υψηλά βιώματα στην προσευχή μου» και η κατάκριση, ας πούμε, πάει... Ε, κάτσε δηλαδή να είμαστε λίγο αληθινοί. Είπε ο Αββάς Ποιμένας, και δεν το είπε ο καημένος. Τίποτα, δεν μιλούσε. Δεν μιλούσε. Μου κάνει εντύπωση και ήθελα να του πω: «Καλά βρε πάτερ, όταν δεν μιλούσες, δεν σε ένοιαζε τι γνώμη θα σχηματίσει ο επισκέπτης για σένα;» «Όχι, δεν με ένοιαζε. Ας έλεγε ό,τι ήθελε. Δεν με ενδιαφέρει τι θα πει για μένα ένας ψεύτικος άνθρωπος. Ας πει ό,τι θέλει. Γιατί αν έμπαινα στο παιχνίδι του και του μιλούσα κι εγώ για τέτοια, δεν θα του έτρεφα μια αυταπάτη, μια ψευδαίσθηση ότι είναι πνευματικός άνθρωπος; Έτσι τον προσγείωσα ανώμαλα. Και αφού τον προσγείωσα, τον ξαναμαθαίνω να απογειώνεται σωστά πλέον». Ξεκινώντας όμως από τη βάση, ξεκινώντας με σωστά βήματα την απογείωση, όχι ανάποδα, θα ξεκινήσεις από αυτά που σε απασχολούν, τα καθημερινά, τα τετριμένα, τα απλά, τα βαρετά. Πώς θα πας με τα κοινόχρηστα, με το γείτονά σου; Λέτε καλημέρα ή κοιτάς από το παράθυρο; Από το... Θα κοιτάξεις την πόρτα πότε βγήκε και μετά να βγεις εσύ, μη συναντηθείτε, μη χαιρετηθείτε. Αυτά θα λύσεις πρώτα. Εκεί είναι ο Χριστός. Όσο κι αν σου φαίνεται ότι δεν είναι πνευματικό αυτό, κρύβει πολλή πνευματικότητα, και απόδειξη η πολλή σου δυσκολία να το κάνεις. Γι' αυτό δυσκολεύεσαι, γιατί τα αληθινά πνευματικά μας ξεκλειστρούν. Μας φεύγουν, μας δυσκολεύουν, μας στριμώχνουν τον εγωισμό και δεν μπορούμε να τα πολύ επίκεις. Ο Άγιος Ποιμένας, πολύ ταπεινός, πολύ ωραίος. Πιστεύω θα του άρεσε και η μουσική σου. Ευχαριστώ πολύ για τις επιλογές που και σήμερα βάζεις. Το τηλέφωνο του σταθμού, να πω, είναι 4118602 και 4118640. Έχω μπροστά μου και πολλά email που έχετε στείλει και επιστολές με ευχαριστίες για την εκπομπή. Ευχαριστώ πάρα πολύ για την καλοσύνη σου και την αγάπη σου. Ευχαριστώ πάρα πολύ αυτούς που μας γράφουν θετικά λόγια για την έκδοση βιβλίου μας. Δεν είναι δικό μας, δηλαδή είναι οι εκπομπές αυτές που είναι δικές μας, δικές σου και δικές μου, και βγήκαν αρκετές εκπομπές γραμμένες σε βιβλίο, τα λόγια της εκπομπής όλα ακριβώς όπως λέγονται γραμμένα και σε βιβλίο. Και λέγεται το βιβλίο «Δυνάμωσε την ψυχή σου» και το έχει εκδώσει το σωματείο «Παναγία Γαλαξα ή Θαλασσοκρατούσα», που είναι στο Γαλαξίδι Φωκίδας, δίπλα στους Δελφούς, και σε ευχαριστώ που το διάβασες. Ευχαριστώ και την Ελένη που μου είπε ότι πήρε αρκετά βιβλία και τα χαρίζει στους συγγενείς της. Ευχαριστώ και τον κύριο Κώστα που μιλάει από το εξωτερικό, που κι αυτός το έχει κάνει δώρο σε συγγενείς του. Και ευχαριστώ και έναν που με προσγείωσε λέγοντάς μου ότι το θέμα δεν είναι μόνο να ακούμε αυτά που λέμε, αλλά να τα ζούμε. Έχεις δίκιο. Και αυτό είναι και το δικό μου πρόβλημα. Και αυτή είναι και η δική μου ευχή και η δική μου αδυναμία: να ζήσω κι εγώ κάποτε και να εφαρμόσω αυτά που λέω. Και το email της εκπομπής είναι περάσματα www.papakigiahou.gr. Το τηλέφωνο του σταθμού 4118602 και 4118640. Η εκπομπή αναμεταδίδεται και σε επανάληψη μέσα στη βδομάδα, νυχτερινές ώρες, και σε λίγες μέρες θα υπάρχει και στο διαδίκτυο αποθηκευμένη για να την κατεβάζεις και να την ακούς όποτε θέλεις με την ησυχία σου, την ώρα που σε βολεύει. Εεεε... Και επίσης μου άρεσε που έδινε συμβουλές ανακουφιστικές στους ανθρώπους και τους έλεγε τα προβλήματα με πολύ ήρεμο τρόπο. Δεν αναστάτωνε, δεν προκαλούσε κόντρες και εντάσεις. Είναι μεγάλη τέχνη αυτή και για να μπορείς να το κάνεις αυτό, να επικοινωνείς με τους άλλους και να τους βοηθάς, πρέπει να έχεις ψάξει καλά μέσα σου. Να έχεις ισορροπία με τον εαυτό σου, με τον Θεό σου, να έχεις φώτιση, να έχεις διάκριση. Αλλά διάκριση δεν έχει ο επιπόλαιος άνθρωπος. Πρέπει να έχει στάξει πολύ αίμα και πολύ δάκρυ κανείς με τη δική του την ψυχή πρώτα, να έχει κάνει μια ρήξη, ένα σεισμό και μια επανάσταση μέσα στη δική του την ψυχή. Να έχει γκρεμίσει τα παλιά, να έχει έρθει σε σύγκρουση με παλιές του άρρωστες ιδέες, προλήψεις, είδωλα, ψευδαισθήσεις, να έχει προσγειωθεί και να μπορέσει να βοηθήσει και τον άλλον. Αυτό έκανε ο Αββάς Ποιμένας. Όταν κάποιος γέροντας έμαθε ότι οι μαθητές του πήγαιναν στην πόλη και λούζονταν, λέει, και αμελούσαν την ψυχή τους, δηλαδή πέρναγαν κάπως χαλαρή ζωή, θύμωσε αυτός και τους μάζεψε τους μαθητές του και τους πήρε το μοναχικό σχήμα τους. Λέει «βγάλτε τα ράσα, δώστε τα μου πίσω, δεν είστε μοναχοί. Αφού ζείτε έτσι», λέει, «και χαλαρώσατε και δεν είστε πολύ αυστηροί και πολύ ακριβείς στην πνευματική σας ζωή». Εεε... Δεν γίνεται, ας πούμε, να συνεχίσετε να είστε μοναχοί. Και πήρε τα ράσα, όλα αυτά που τους τα έβγαλε, τα πήρε, λέει, στοίβα. Με ζαλισμένο το μυαλό του και τους λογισμούς του τους πολλούς, πήγε στον Αββά Ποιμένα και του το είπε. Του λέει: «Πάτερ, δεν γίνεται, δεν είναι κατάσταση, αυτοί είναι μοναχοί και πάνε στην πόλη και λούζονται και περνάνε καλά και κάνουν και μια πιο χαλαρή ζωή. Ε, δεν είναι άνθρωποι αυτοί του Θεού». «Και τι έκανες εσύ, παιδί μου;» λέει. «Τι είναι αυτά που κρατάς;» «Ε, τι, τους μάζεψα και τους είπα: βγάλτε τα ράσα σας, τέλος, δεν θα είστε μοναχοί». Αυστηρότητα. Αυστηρότητα, πέλεκης, έτσι θα αλλάξουν οι άνθρωποι. Και του λέει ο Αββάς Ποιμένας: «Να σου πω κάτι, εσύ δεν έχεις τίποτα», λέει, «από τον παλιό άνθρωπο; Τον ξεντύθηκες τελείως τον παλιό σου εαυτό; Είσαι τόσο τέλειος;» «Όχι», λέει αυτός, «και εγώ δεν είμαι τελείως τέλειος. Κάτι κρατάω από τα παλιά μου». «Να λοιπόν», λέει, «κι εσύ είσαι σαν τους άλλους». Μόνο που εσύ δεν κάνεις αυτά που κάνουν αυτοί, δεν πας να λουστείς στην πόλη, δεν φαίνεσαι, δεν περνάς μια ζωή έτσι πιο χαλαρή. Αλλά μέσα σου το ξέρεις εσύ αυτό, το ξέρει και ο Θεός, ούτε κι εσύ είσαι απαλλαγμένος από τα πάντα. Άνθρωπος δεν είσαι κι εσύ, αμαρτωλός, υποκείμενος στην αμαρτία δεν είσαι κι εσύ; Συγκινήθηκε ο άλλος που είδε έναν Άγιο άνθρωπο τόσο αυστηρό στον εαυτό του και τόσο χαλαρό στους άλλους. Και παίρνει τα ράσα όπως τα κράταγε στο χέρι και πάει πίσω στους πατέρες τους άλλους και τους λέει: «Πάρτε πάλι το σχήμα σας, ντυθείτε πάλι και συγχωρέστε με που σας φέρθηκα έτσι τόσο σκληρά». Δεν είναι αυτό; Τόση καλοσύνη, τόση επιείκεια, τόση αγάπη και σε κερδίζει. Και εγώ πιστεύω ότι αυτοί που φόρεσαν τα ράσα μετά ξανά έκαναν αγώνα και φιλοτιμήθηκαν και είπανε: «Ελάτε βρε παιδιά, ο γέροντας μας συγχώρεσε και εμείς ας κάνουμε λίγο πιο φιλότιμο αγώνα. Μην πάμε και χαλαρώνουμε και ζούμε όπως ζουν και οι άλλοι μέσα στον κόσμο. Εμείς υποτίθεται αφιερωθήκαμε στον Θεό να ζήσουμε μια ζωή εσωτερικής καλλιέργειας, προσευχής, ακτημοσύνης, νηστείας, εγκράτειας. Αυτά να τα τηρήσουμε λίγο». Έτσι δεν είναι; Έχουμε δίπλα μας καλούς ανθρώπους που μας αγαπάνε, δεν μας τιμωρούν. Κερδίζεται ο άλλος σου. Σε ρωτώ, έχεις κερδίσει τον άνθρωπό σου με το γλυκό σου τρόπο; Λοιπόν, μη μου απαντάς εμένα, μην απολογείσαι σε μένα, μην δικαιολογείσαι σε μένα. Δεν είμαι εγώ το κριτήριο. Η ευτυχία σου είναι το κριτήριο. Θα μου απαντήσεις δια της ευτυχίας σου ή δια του πόνου σου ή δια του ανικανοποίητου της ψυχής σου. Το να μου πεις ότι έχεις δίκιο, ότι «ναι, ξέρεις, εγώ φωνάζω, αλλά έχω δίκιο και φωνάζω», ε, καλά, και ο άλλος είχε δίκιο, και ο Αββάς Ποιμένας είχε δίκιο. Αλλά δεν πας στον παράδεισο με το δίκιο, αλλά πας με την εξυπνάδα της ταπείνωσης, της διάκρισης, της λεπτότητας, του γλυκού τρόπου που κερδίζει την ψυχή του άλλου. Κερδίζουμε τις ψυχές των διπλανών μας; Ναι, κερδίζουμε. Εσύ έχεις κερδίσει πολλές φορές την ψυχή των δικών σου γιατί είναι τόσο καλός ο τρόπος σου. Και με συγκινεί που το βλέπω και το ακούω και ξέρω κι εγώ ανθρώπους, δεν ζω μόνος μου, ζω σε επικοινωνία με ανθρώπους και καταλαβαίνω αυτό το πράγμα, η επιείκεια. Καλοσύνη. Αυτό το πράγμα κερδίζει, κερδίζει τον άνθρωπο. Όλα τα άλλα δείχνουν ανασφάλεια. Η καταπίεση των άλλων δείχνει ανασφάλεια δική μας, ότι εγώ δεν πατάω καλά μέσα μου. Αν εγώ δηλαδή θέλω να σε πιέζω εσένα για κάτι, θα πει ότι κάπου εγώ μέσα μου έχω προβληματισμό γι' αυτό που κάνω, δεν το χαίρομαι. Ένας που χαίρεται τη ζωή του βοηθάει τους άλλους χαλαρά, ήρεμα. «Εντάξει, προσπάθησε λίγο να ξεπεράσεις, αν θέλεις», του λες, και ο άλλος ανακουφίζεται, δεν νιώθει δίπλα του έτσι μια παντόφλα να υψώνεται, να του δώσει μια στο κεφάλι, και λέει: «Α, μ' αγαπάνε, με σέβονται, μ' αφήνουν ελεύθερο να κάνω ό,τι θέλω». Και όταν αφήσεις τον άλλον ελεύθερο να κάνει ό,τι θέλει, δεν κάνει το κακό πάντα, να το ξέρεις αυτό. Φοβίζει το κακό, μας τρομάζει. Αυτά μου αρέσουν από τον Ποιμένα που τα διάβαζα. Προπαντός αυτά που σου λέω, μην απογοητεύεσαι και αν δεν είμαστε έτσι όπως είμαστε, όπως λέει ο Άγιος να είμαστε, πάλι να μην απογοητευόμαστε. Και αμαρτωλός που είσαι εσύ, να μην απογοητεύεσαι. Και εσύ που είσαι αμαρτωλή και έχεις κάνει πολλά στη ζωή, μην απογοητεύεσαι. Εντάξει, έχεις κάνει πολλά πράγματα. Δεν θέλω να το πω με έμφαση, να πω πολλά, δεν θέλω να το πω έτσι ακριβώς. Έχεις κάνει όμως πολλά, το λέω έτσι απλά. Ξέρεις όμως πώς είναι αυτά τα πολλά και βαριά και σε άλλους ανθρώπους ζημιά και στον εαυτό σου ζημιά και κατέστρεψες και το ένα και έγινε και το άλλο και πολλά και πας να απελπιστείς και πας να απογοητευτείς. Σε μένα μην έρθεις, γιατί και εγώ θα σε απογοητεύσω. Πήγαινε στον Αββά Ποιμένα να τον ρωτήσεις αν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας για σένα κι αν σε δέχεται ο Θεός. Θέλεις; Πήγαινε, ρώτησέ τον γιατί τον ρώτησαν κι άλλοι και να τι ωραία απάντηση θα σου δώσει, λουκούμι, γλύκισμα και παντεσπάνι, η ψυχή σου θα μελώσει, θα γαληνέψει και θα αναστηθεί και στη μετάνοια θα επιστρέψει. Λοιπόν, και του λένε κάποιοι απελπισμένοι και του λένε: «Αββά Ποιμένα, έπεσα σε πολύ μεγάλη αμαρτία και είμαι πάρα πολύ απελπισμένος και θέλω να κάνω αγώνα. Δεν ξέρω πόσο καιρό πρέπει όμως να περάσει, πόσος καιρός για να με συγχωρέσει ο Θεός. Τρία χρόνια, λέει, φτάνουν; Αν μετανιώσω τρία χρόνια, θα τα συγχωρέσει ο Θεός όλα αυτά που έχω κάνει που είναι πάρα πολλά;» Του λέει ο Αββάς Ποιμένας: «Τρία χρόνια; Είναι πάρα πολύ τρία χρόνια». «Μα, ε, πόσα;» «Πάτερ, λέει, τρία χρόνια είναι πολύ; Εντάξει, τότε να πούμε ένα χρόνο. Ένα χρόνο; Ένα χρόνο θα περιμένεις να σε συγχωρέσει ο Θεός;» «Είναι πάρα πολύ». «Πόσο, πάτερ;» «Ωραία, να το βάλουμε 40 μέρες, που είναι και η Σαρακοστή. Νηστεία 40 μέρες, να λέμε, σαν μια νηστεία Σαρακοστής, 40 μέρες». «Όχι, παιδί μου, όχι, για τον Θεό είναι πάρα πολύ αυτό». «Μα έχω κάνει βαριά αμαρτήματα». Μέρες είναι πολλές. «Ε, πάτερ, πες εσύ λοιπόν, άντε». «Άκου παιδί μου, εγώ πιστεύω, λέει ο Αββάς Ποιμένας, αν ο άνθρωπος μετανιώσει από την καρδιά του για αυτό που κάνει και αγωνιστεί και παλέψει φιλότιμα να ζήσει το άλλο. Δηλαδή εκεί που μισείς να μάθεις να αγαπάς. Εκεί που πληγώνεις πληγώνεις τον άλλον και τον ματώνεις και τον τσακίζεις, να μάθεις να τον παρηγορείς και να του δίνεις καλοσύνη και αγάπη. Εκεί που κλέβεις, να μάθεις να... Αυτό εννοώ, είναι αληθινή μετάνοια. Αν, λέει, μετανιώσεις αληθινά, εγώ πιστεύω, λέω, ότι ακόμα και σε τρεις μέρες σε δέχεται ο Θεός. Τρεις μέρες έτσι να ζήσεις το πένθος σου, να καταλάβεις το λάθος σου, να κλάψεις το αμάρτημά σου, να ζήσεις την ενοχή σου, γιατί και αυτό είναι μια διαδικασία που σε ανακουφίζει, που σε λυτρώνει. Το να ζήσεις το πένθος σου, να πενθήσεις για την κατάστασή σου. Αυτό εννοώ έτσι, δεν πενθούμε το νεκρό, το συγγενή, πενθούμε πολλές φορές και την ψυχή μας. Αυτό που κάναμε ας πούμε, έκανα μια ζημιά. Τράκαρα λέει κάποιον και χτύπησε μια γυναίκα και έσπασε το χέρι της. Αυτό το πράγμα το νιώθεις, μπορεί να μην φταις, μπορεί να φταις, αλλά κάπως νιώθεις ότι έγινες αιτία ένας άνθρωπος να σπάσει το χέρι του. Αυτό δεν μπορείς να το ξεπεράσεις ένα λεπτό. Δεν σε βοηθάει να το ξεχάσεις ένα λεπτό. Γι' αυτό υπάρχει μια ισορροπία. Ούτε ένα λεπτό, ούτε όμως και έναν αιώνα, ούτε και τρία χρόνια, λέει ο Άγιος Ποιμένας. Μέρες να το ζήσεις όμως και να αγωνιστείς να μην το ξανακάνεις και να παλέψεις φιλότιμα μπροστά στον Θεό. Σ' αγαπάει ο Θεός. Καταλαβαίνεις, δεν μιλάμε τώρα για το πότε θα κοινωνήσει κανείς, για άλλα πράγματα, εγώ σου λέω τι λέει τώρα το Γεροντικό, πως ο Θεός αμέσως ανοίγει την αγκαλιά του και σε δέχεται κοντά του. Πολύ παρηγορητικά λόγια δεν είναι αυτά; Υπάρχει απελπισμένος άνθρωπος που θα ακούσει αυτά και δεν θα πάει να εξομολογηθεί στον Αββά Ποιμένα; Όχι σε εμένα και σε άλλους ίσως πατέρες που δεν το λέμε αυτό εύκολα, αλλά στον Αββά Ποιμένα εγώ θα πήγαινα, γιατί αν μου έλεγε ότι σε τρεις μέρες σε δέχεται ο Θεός, θα έλεγα: «Θέλω να με δεχτεί κι εγώ θέλω να επιστρέψω στον Θεό». Σήμερα έτσι ξεκίνησα να σου λέω και τον Αββά Ποιμένα, μου άρεσε. Αυτά τα βρήκα από το βιβλίο, όχι από το άλλο που σου είπα, το δικό μου, το «Δυνάμωσε την ψυχή σου». Αυτό το βιβλίο είναι αυτό που βγάλαμε εμείς, είπαμε, οι εκπομπές, οι γραμμένες, 7 εκπομπές γραμμένες σε κείμενο μαζί με το CD που ακούς και τις εκπομπές στο αυτοκίνητο αν θες που οδηγάς, στο σπίτι σου, αλλά και σε ώρα ήσυχη μπορείς να το διαβάσεις. Αυτό είναι το δικό μας «Δυνάμωσε την ψυχή σου». Πωλείται και στο βιβλιοπωλείο της Πειραϊκής Εκκλησίας. Αυτό που τώρα σου λέω από το Γεροντικό είναι το «Είπε Γέρων». Είναι εκδόσεις Αστέρος Παπαδημητρίου. «Είπε Γέρων» και λέει το Γεροντικό σε νεοελληνική απόδοση. Στο προτείνω, αν πρόκειται να διαλέξω μεταξύ των δύο βιβλίων, του δικού μου και αυτού, είναι πιο ωραίο αυτό. Ευχαριστώ, γιατί είναι η σοφία των αιώνων, η σοφία των πατέρων, των Αγίων ανθρώπων και δίνει κριτήριο ζωής. Πάρα πολύ... Βοηθητικά αυτά, αλλά πρόσεξε τι κάνουμε σήμερα. Δεν παίρνουμε τα περιστατικά στεγνά να τα τοποθετούμε και να λέμε «Ο γέροντας είπε αυτό, αυτό, αυτό, τελεία». Προσπαθούμε λίγο να τα αναλύσουμε. Προσπαθούμε λίγο να τα προσαρμόσουμε στο σήμερα, στο εδώ και τώρα, γιατί εσύ έχεις το μωρό σου τώρα στην αγκαλιά σου και το «Ω, το μωρό», ο άλλος πάει για δουλειά, ο άλλος γυρίζει και έχει ένα κεφάλι καζάνι από αριθμούς και λογαριασμούς, ο άλλος ψάχνει δουλειά και σήμερα του είπανε «Δεν σε δεχόμαστε», τον άλλο τον διώξανε προχτές απ' τη δουλειά του, ο άλλος έχασε το παιδί του, ο άλλος παντρεύτηκε, ο καθένας ζει τα δικά του. Είναι ανάγκη λοιπόν αυτά που λέει το Γεροντικό να τα πάρω και να στα δώσω στη δική σου φόρμα, στο δικό σου μοντέλο ζωής, εκεί που ζεις και να γίνει αυτό που λέει ο Χριστός ότι... Δικό μου το κρασί μπαίνει σε καινούρια ασκιά και προσαρμόζεται και ζει δυναμικές καινούριες καταστάσεις. Δεν είναι το θέμα να επαναλάβουμε το παρελθόν παπαγαλία, αλλά να πάρουμε τους χυμούς του παρελθόντος, τα εργαλεία που μας δίνει το παρελθόν, το δυναμισμό, τη χάρη, το Άγιο Πνεύμα, τη σοφία και να την φέρω στη δική μου τη ζωή, στον 21ο αιώνα. Περιστατικά μπορεί να έγιναν τον 5ο, 4ο, 3ο αιώνα και εγώ να τα μεταφέρω στο τώρα. Και αυτή είναι η σοφία του Θεού, αυτός είναι ο κρατήρας, αυτό είναι το μεγάλο βαρέλι που υπάρχει στην Εκκλησία, ο πλούτος της σοφίας του Θεού και εμείς καλούμαστε να κάνουμε αυτή τη μεταφορά. Μεταφέρουμε τα παλιά με σύγχρονο τρόπο. Παίρνουμε τα παλιά σε νέα παιδιά. Και νέο παιδί είσαι κι εσύ, κι εσύ 80 χρονών και 70, ενώ νέα παιδιά της εποχής μας, ανθρώπους, κι εσύ της εποχής σου παιδί είσαι, είτε μεγάλος είτε μικρός. Βασίλη Χατζηνικολάου, πολύ σε ευχαριστώ που και σήμερα, μαζί με τον Αββά Ποιμένα, μου κάνατε καλή παρέα. Και εσένα σε ευχαριστώ που άκουσες την εκπομπή για άλλη μια φορά. Το 4118602 και 4118640 είναι το τηλέφωνο του σταθμού. atheata@perasmata.gr είναι το email της εκπομπής. Εύχομαι να περάσεις καλά τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδος. Εύχομαι να σε παρηγορεί ο Θεός. Εύχομαι κάθε φορά που στεναχωριέσαι να θυμάσαι το πως ξεκίνησε η εκπομπή και να λες: «Ζω! Θα μπορούσα πέρυσι από πέρυσι να είμαι ήδη στον άλλο κόσμο. Τουλάχιστον τώρα ζω. Να έχω προβλήματα, αλλά ζω. Ευχαριστώ τον Θεό που ζω και δεν μ' αγγίζουν αυτά που μου κάνουν, αυτά που μου λένε. Εγώ ζω τα ωραία της ζωής. Εστιάζω στο φως. Εστιάζω στον Χριστό. Τα άλλα υπάρχουν, αλλά δεν ασχολούμαι με αυτά. Είμαι νεκρός για αυτά. Είμαι ζωντανός μόνο για το φως που μου δίνει ο Χριστός και με καλεί στη ζωή και με καλεί στην ελπίδα και με καλεί στη δύναμη και έτσι καταφέρνω και στέκομαι όρθιος και όρθια». Έτσι να λες και θα ζήσεις. Έτσι σε συμβουλεύει ο Αββάς Ποιμένας να κάνεις για να παρηγορηθείς. Μπες σε αυτό το μνήμα, θάψε αυτά τα πράγματα που σε θλίβουν, σε στεναχωρούν και ζήσε στο φως και στην αγάπη του Χριστού. Νεκρός για τα πράγματα που σε βουλιάζουν και ζωντανός για τον Χριστό που σε ανασταίνει όλες τις εποχές του χρόνου. Καλή δύναμη, καλή συνέχεια και θα τα πούμε σε λίγες μέρες πάλι. Να δεις πόσο γρήγορα θα περάσουν.