Αμαρτωλός αλλά κι ευαίσθητος Ελληνική μεταγραφή Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την ομιλία της πρωτότυπης ηχογράφησης. Τυχόν μουσική, ψαλμωδία ή δυσδιάκριτα σημεία διακρίνονται από την ομιλία. Η πλήρης ελληνική ηχογράφηση διατηρείται. Μια εκπομπή και σήμερα. Πόσες ακόμα θα κάνουμε, να δούμε. Πόσο ο Κύριος μας ανέχεται, πόσο κι εσύ μας ανέχεσαι και η Κυριακή Εκκλησία μας αντέχει και μας δίνει αυτή τη δυνατότητα, και ευχαριστούμε τον Θεό γι' αυτό. Και η μουσική που βάζουμε δεν είναι για να ψέλνει κανείς στην εκκλησία αυτή τη μουσική, όπως καταλαβαίνεις, οπότε επιτρέπεται να είναι και λίγο διασκευασμένη. Διανθισμένη και πιο πλούσια και λίγο διαφορετική από αυτή που ίσως έχεις συνηθίσει. Πάντως εμένα μ' αρέσει και χαίρομαι που αρέσει και σε σένα και το λες πολλές φορές παίρνοντας τηλέφωνο. Βασίλη, σε ευχαριστώ για άλλη μια φορά. Εεεε... Μου αρέσει πολύ από τον Ευεργετινό, το μικρό Ευεργετινό που σου είχα πει να πάρεις να διαβάσεις αν θυμάσαι, έτσι λέγεται αυτό το βιβλίο, ο μικρός Ευεργετινός, Ιεράς Μονής Παρακλήτου είναι οι εκδόσεις. Ένα περιστατικό που λέει ότι ένας μοναχός είχε πάθη και αδυναμίες, είχε αμαρτίες και πήγαινε στο πνευματικό του και τα έλεγε. Αλλά ο πνευματικός του ήταν πάρα πολύ αυστηρός και τον μάλωνε. Και αυτός ο καημένος στεναχωριόταν γιατί λέει «Εγώ τα λέω όλα και ο πνευματικός μου με μαλώνει». Και όταν τον μάλωνε, αυτός δεν μπορούσε να διορθωθεί. Δεν διορθώνεται κανείς με τα μαλώματα. Και του λέει «Πάτερ, τι να κάνω τώρα;» «Τι να κάνεις; Δεν σου έχω πει ότι αυτά που κάνεις είναι ανεπίτρεπτα; Δεν επιτρέπεται να είσαι μοναχός και να φέρεσαι έτσι και να κάνεις έτσι». «Τώρα τι θα κάνω;» λέει. «Δεν θα το ξανακάνεις, θα τα κόψεις όλα αυτά». Και ο πνευματικός, ας πούμε, δεν ξέρω γιατί, ήταν πολύ αυστηρός και άκαμπτος στις συμβουλές του. Πέρασε καιρός, ο μοναχός πάλι έκανε λάθη και τα λάθη αυτά είχαν να κάνουν και με θέματα σαρκικής φύσεως. Εεε... Το λέω αυτό γιατί μερικοί νομίζουν ότι ο άνθρωπος με το που γίνεται κάτι αφήνει έξω από το μοναστήρι τη σάρκα του, τα αφήνει όλα και φοράει ένα ράσο και περιφέρεται ένα ράσο και δεν έχει τίποτα μέσα το ράσο. Όπως μου λένε μερικές φορές τα παιδιά, «Πάτερ, από κάτω τι φοράτε;» «Τι φοράω, παιδιά;» «Τι έχετε από κάτω;» «Έχω τα χέρια μου, έχω τα πόδια μου, το παντελόνι μου». «Α, καλά». Το ξέραμε. Μερικές φορές νομίζουμε ότι κάποιοι άνθρωποι μέσα στην εκκλησία είναι άσαρκοι. Άσαρκοι. Ε, δεν είναι. Τουλάχιστον αυτούς που ξέρω εγώ δεν είναι. Τώρα εσύ αν έχεις γνωρίσει άσαρκους ανθρώπους, οι οποίοι αν ανέβαιναν στη ζυγαριά δεν θα ζύγιζαν τίποτα παρά μόνο τα ράσα τους, αυτοί είναι άγγελοι. Αν υπάρχουν τέτοιοι άγγελοι... Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος δεν ήταν άσαρκος, ήταν αμαρτωλός, αλλά είχε κάτι πάρα πολύ ωραίο, ήταν ειλικρινής, πήγαινε και εξομολογείτο. Και είναι πολύ δύσκολο, ξέρεις, να πας να πεις όλα τα θέματα σου και να ανοίξεις την ψυχή σου και να τα πεις στο πνευματικό σου και να πεις, ας πούμε, «Μου συμβαίνει αυτό, νιώθω έτσι, κάνω έτσι, σκέφτομαι έτσι, θέλω έτσι» και όχι οι δικαιολογίες, οι υπεκφυγές και κάτι τέτοια, ας πούμε. Θεληματικά... Θεληματικά, αυτός είμαι, έτσι νιώθω και αυτή είναι η κατάστασή μου. Και αυτός πάλι δεν τα δεχόταν αυτά. Αυστηρός. Και μετά σηκώθηκε και έφυγε και απελπίστηκε ο μοναχός αυτός στον δρόμο και λέει «Τι θα κάνω; Άμα είναι έτσι, τότε να μην είμαι μοναχός, να φύγω», λέει. «Να πάω στον κόσμο, να παντρευτώ», αφού ο πνευματικός του δεν του έδινε ελπίδα. Δεν του έδινε κουράγιο. Είναι φοβερό να λες πράγματα και να μη σου δίνουν κουράγιο και να σε τσακίζουν. Είναι φοβερό να ανοίγεις την καρδιά σου κάπου και να σου δίνουν άλλη μια σπρωξιά να πας πιο κάτω. Αυτό είναι πολύ σκληρό. Δεν το αντέχει. Λυγίζει η ψυχή του ανθρώπου. Και όπως πήγε να φύγει αυτός ο μοναχός, να τα παρατήσει όλα και να πάει στον κόσμο, πέφτει στο κελάκι ενός γέροντα ασπρομάλλη. Ασπρίσει αυτός από πολλά τα χρόνια, του λέει «Παιδί μου, τι έχεις πάθει;» Λέει «Πατέρα, αυτό και αυτό», λέει, «συμβαίνει, δεν είμαι εγώ καλός». «Ε, επειδή δεν είσαι καλός, τι πειράζει; Αυτοί που δεν είναι καλοί είναι κοντά στο Θεό. Οι καλοί είναι κοντά στο Θεό, οι καλοί είναι στον Παράδεισο. Εδώ σε αυτή τη γη είμαστε κακοί, είμαστε αμαρτωλοί, αλλά είμαστε κοντά στο Θεό». «Ε, ναι», λέει, «αλλά, πάτερ, ας πούμε, εγώ έχω έναν πνευματικό πολύ άγιο, είναι πολύ καλός και πολύ αλάνθαστος και δεν κάνει αμαρτίες και δεν μπορεί να με... Εγώ είμαι πολύ αμαρτωλός και αυτά που του λέω τον στεναχωρούν». «Ε, ναι, αλλά δεν λέει ο Χριστός ότι όταν μετανιώνεις οι άγγελοι χαίρονται; Γιατί ο πνευματικός στεναχωρείται;» «Ναι, στεναχωριέται επειδή δεν διορθώνομαι». «Επίτηδες», του λέει, «δεν διορθώνεσαι;» «Όχι, προσπαθώ αλλά δεν μπορώ, δυσκολεύομαι. Και ο πνευματικός μου λέει ότι δεν είναι τόσο δύσκολα αυτά που εγώ θεωρώ δύσκολα. Εύκολα γίνονται όλα». «Καλά», λέει, «εντάξει, να σου πω, δώσε μου περιθώριο λίγο καιρό, μην φύγεις». τα παρατήσεις, έχεις κάνει τόσα χρόνια προσπάθεια και τόσο κόπο κάνεις και φιλότιμος είσαι και είσαι ειλικρινής. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό που ανοίγεις την καρδιά σου. Μην φύγεις, παιδί μου, θα κάνουμε προσευχή και έχει ο Θεός». Και τι κάνει αυτός ο ασπρογένης, ο ασπρομάλλης, ο παππούλης, το γεροντάκι; Κάνει προσευχή στο Θεό. Και είπε τα εξής λόγια: «Θεέ μου, σε παρακαλώ, κάνε μου τη χάρη που θα σου ζητήσω και δώσ' τα στον πνευματικό του, όχι για πολύ καιρό, για λίγη ώρα. Ό,τι περνά δηλαδή ο μοναχός αυτός ο νέος που έκανε τις αμαρτίες και βασανιζόταν από σκέψεις, από επιθυμίες, από ζάλια, από ταλαιπωρίες και από ένταση και όλη αυτή την ταλαιπωρία του πειρασμού, πάρε τα, Θεέ μου, και δώσ' τα στον πνευματικό του, ο οποίος νόμιζε ότι ήταν άγιος, αλάνθαστος, άπτωτος και ότι είναι εύκολο να είσαι. Θέλει ο Θεός τέλειος, άγιος, αναμάρτητος και ξεχνάει αυτά που λέει η ίδια μας Εκκλησία, ότι «Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός». Ένας είναι ο Άγιος, ένας είναι ο Κύριος, εμείς είμαστε αμαρτωλοί. Εμείς είμαστε ανάξιοι, εμείς είμαστε φτωχοί. Εμείς είμαστε φύση ζυμωμένη με τον πηλό και τη φθορά. Τι να κάνουμε, ας πούμε; Ξέρεις τι γίνεται; Ο πνευματικός αυτός ο αυστηρός, εκεί που καθόταν στο κελί του και σκεφτόταν το ύψος της αρετής που είχε φτάσει και την τελειότητά του, ξαφνικά τον πιάνουν τέτοιοι πειρασμοί και τέτοιοι λογισμοί που χτυπάγαν το κεφάλι του στον τοίχο και δεν του περνούσε τίποτα. Και ζαλίστηκε και δεν ήξερε πού βρίσκεται και τότε κατάλαβε ότι όλα όσα είχε τα καλά ήταν του Θεού δώρα και τον κρατούσε ο Θεός τόσο καιρό σε κατάσταση ακμαία και ηθική και τέλεια και υψηλή και του φαίνονταν όλα εύκολα. Δεν είναι τίποτα εύκολο. Η βοήθεια του Θεού σε κάνει και τα νιώθεις εύκολα. Η φύση σου, αν είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου και αν τολμάς να δεις τον εαυτό σου και τη φύση σου μέσα σου, τι σου συμβαίνει και τι σκέφτεσαι. Μερικοί νομίζουν επειδή δεν κάνουν είναι όλα εντάξει. Πολλά δεν κάνεις. Γιατί δεν τα κάνεις; Γιατί δεν μπορείς. Αν μπορούσες, θα τα είχες κάνει. Γιατί ντρέπεσαι, ντρέπεσαι, αλλά κατά βάθος πάλι θέλεις. Η ντροπή σε κρατάει, αλλά μέσα σου σκέφτεσαι, σκέφτεσαι τα πάντα. Αυτή είναι η φύση σου. Ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει από το βούρκο των σκέψεων μέχρι το ύψος της αγιότητος. Δεν είναι μόνο ο υψιπέτης αετός. Δεν λέει ομοιόθυντης κυλίστηκα σαν τους χοίρους μες στη λάσπη. Είμαι και αυτό, είμαι και το άλλο. Είναι ένα κράμα αγιότητος και αθλιότητος, βρωμιάς, αλλά και ένα κομμάτι ουράνιο μες στην καρδιά μας. Αυτή είναι η αλήθεια. Και ο οποίος αυτό το βλέπει στον εαυτό του είναι προσγειωμένος και εμπνέει και τους άλλους να μπορούν να είναι γνήσιοι και αληθινοί. Και εννοείται δεν τους δίνει το πράσινο φως να αμαρτήσουν, γιατί αν κανείς παραδεχτεί τον εαυτό του δεν σημαίνει ότι λέει σε όλους «Ε, αφού είμαστε έτσι, αμαρτήστε ελεύθερα». Καθόλου, καθόλου δεν λειτουργεί αυτός πράσινο φως ελευθερίας και ασυδοσίας, καθόλου. Άλλωστε, ένας που θέλει να αμαρτήσει, ας αμαρτήσει, με το ζόρι θα τον κρατήσεις; Η αμαρτία και κάθε αστοχία κρύβει μέσα της την πικρία, Βασίλη. Οπότε και να κάνει κάποιος κάτι κακό για τη ζωή του, κάτι δυσάρεστο ή κάτι άπρεπο για τη ζωή του, αυτό που θα κάνει από μόνο του θα του δώσει την πληρωμή του, θα το καταλάβει. Δεν είναι θέμα να κρατάς τους ανθρώπους καλούς με ένα μαστίγιο και με ένα φόβο, μην κάνεις αυτό, μην κάνεις το άλλο. Όχι, αλλά βοήθησε τον άλλον να χαλαρώσει, να καταλάβει ποια είναι η πραγματικότητα της φύσης του. Μην του βάζεις τον πήχη ψεύτικα ψηλά. Δήθεν ότι κι εσύ τα ζεις αυτά τα ουράνια, τα τέλεια, τα υπερφυσικά και ότι όλα είναι πανεύκολα. Πού είναι πανεύκολα! Ότι εσύ τα κάνεις αυτά που λες, αφού ότι εγώ τα κάνω, πώς να σου πω δηλαδή «Όλα είναι πανεύκολα, αδέρφια μου, είναι τόσο εύκολο να κόψεις το τσιγάρο, τόσο εύκολο να μην κάνεις αυτό, τόσο εύκολο να μην... Πανεύκολα είναι όλα». Δεν είναι πανεύκολα, καθόλου δεν είναι πανεύκολα, είναι πολύ δύσκολα. Ο πατήρ Παΐσιος, «Αν ο Θεός», λέει, «με εγκαταλείψει, εγώ θα πάω σε όλα τα μπουζούκια της Θεσσαλονίκης και θα χορεύω. Εμένα που με βλέπετε τώρα που κάθομαι στην αγρυπνία 15 ώρες και με ευχαριστεί, δεν είναι ότι εγώ είμαι ο καλός και εσείς είστε οι κακοί». Κρατάει ο Θεός και με βοηθάει. Συνεργάζομαι και εγώ με τον Θεό βέβαια. Του δίνω το χέρι μου, αλλά και ο Θεός δίνει μεγάλη βοήθεια. Δεν είναι ότι εσείς είστε οι αμαρτωλοί και οι αλήτες και οι παλιάνθρωποι και εμείς είμαστε οι καλοί. Και αυτό το πράγμα σε προσγειώνει και λες «Α, δηλαδή, πάτερ, με καταλαβαίνεις; Ότι αυτό που κάνω, έτσι που ζω, οι αμαρτίες μου, οι ασωτίες μου, οι απροσεξίες μου, οι ανηθικότητές μου, οι βρωμιές μου;» Πώς να μη σε καταλαβαίνω; Πώς να μη σε καταλαβαίνω; Όλα αυτά κι εγώ τα κουβαλάω μέσα μου. «Μα εσείς δεν τα έχετε κάνει». Δεν τα έχω κάνει εμπράκτως, αλλά τα έχω κάνει στη σκέψη μου, στην καρδιά μου, στη φαντασία μου. Μπορεί να μην έχεις φάει ένα γλυκό, μόνο που το σκέφτεσαι σου τρέχουν τα σάλια. Έτσι λες «Την πάστα δεν την ακούμπησα στο ζαχαροπλαστείο απ' έξω που πέρναγα». Είχε κάτι πάστες όταν είχα πάει μια φορά στο Λονδίνο για μια ομιλία, στα ζαχαροπλαστεία έχουν πολύ ωραία γλυκά στο Λονδίνο, πάρα πολύ. Και τότε ήμουν και σε μια φάση που πρόσεχα τη διατροφή μου, δεν έτρωγα πολύ γλυκά και τέτοια. Λοιπόν, κανένα δεν άγγιξα λόγω διατροφής. Είχα εντολή από το γιατρό να μην φας γλυκά για ένα διάστημα, αλλά όλα τα είχα καταφάει. Όλα τα είχα φάει. Δεν άγγιξα κανένα. Σωστό, λέω αλήθεια, δεν πήρα. Το ξέρανε και όσοι ήταν κοντά μου, λέει «Μα φάε ένα, πάτερ». «Όχι, όχι», αλλά η καρδιά μου το ξέρει τι γινόταν μέσα μου. Τα είχα φάει όλα. Λοιπόν, έρθει ένας και μου πει ότι είναι λαίμαργος, εγώ δεν μπορώ να του λέω ότι «Ξέρεις τι, αυτό που κάνεις είναι ανεπίτρεπτο και η λαιμαργία είναι φοβερό και θανάσιμο» και αυτά, και δεν πρέπει να θυμηθώ ότι κι εγώ ο ίδιος ταλαιπωρήθηκα, κι εγώ ότι ο ίδιος θα το ήθελα; Πώς λέγεται αυτό; Λέγεται κατανόηση. Ευσπλαχνία, λέγεται και μια άλλη ωραία λέξη: συμπόνια. Συμπονώ, πονώ με τον πόνο σου, πονώ με τον πειρασμό σου, πονώ με την πτώση σου. Αλλά για να πονώ πρέπει να σε καταλάβω. Αν εγώ νιώθω ότι είμαι ο καθαρός, ο ανέγγιχτος, ο άγιος, ο άφθαστος, πώς θα πονέσω μαζί σου; Και πώς θα πλησιάσεις να πεις την αλήθεια σου, αυτό που κουβαλάς μέσα σου; Έρχονται στο μυαλό τώρα, Βασίλη, πάρα πολλά να πω και δεν ξέρω από το ένα πού να πάω στο άλλο και το μυαλό μου σαν ηλεκτρόνιο τρέχει από εδώ, τρέχει από εκεί να τα μαζέψει όλα. Τώρα μου έρχονται και θα φύγουν, θα τα ξεχάσω. Δεν πειράζει όμως, λέω, να τα ξεχάσω. Ό,τι θέλει ο Θεός θα θυμηθώ και ό,τι πρέπει να ακούσεις θα το πω για να το ακούσεις, αν είναι από τον Θεό. Άγιο Όρος, απόγευμα, στο μπαλκόνι μιας μονής δίπλα στη θάλασσα, από τις πρώτες μονές που μπαίνουμε στο Άγιο Όρος, μιλάγαμε με τον ηγούμενο και ήταν κόσμος και έλεγε για την ανάγκη αυτού του γνήσιου φρονήματος, να είμαστε γνήσιοι άνθρωποι και ειλικρινείς. Και ειλικρινής δεν θα πει να παριστάνεις τον άγιο, αλλά θα πει να είσαι άγιος. Και άγιος είσαι όταν είσαι μετανιωμένος αμαρτωλός. Και άγιος είσαι όταν έχεις κατορθώματα ασκητικά και παλέσματα και νικάς, αλλά και όταν χάνεις πάλι είσαι άγιος. Άγιος δεν είσαι μόνο όταν νικάς, είσαι όταν φιλότιμα προσπαθείς. Ασχέτως του αποτελέσματος, η προαίρεση μετρά και ο Θεός επιβραβεύει και δίνει τα επιπλέον. Και μας έλεγε λοιπόν αυτός για δύο πνευματικούς που είχε ακούσει πολλά χρόνια στην Αθήνα, που είχε ακούσει. Έλεγε λοιπόν, λέει μια κυρία για τον πνευματικό της. Λέει «Θα διάλεγα εγώ έναν πνευματικό», έλεγε ο ηγούμενος αυτός, έλεγε η κυρία «Ο δικός μου πνευματικός έχει νικήσει τα πάντα, είναι άφθαστος, είναι άγιος, δεν κάνει καμία αμαρτία, έχει ξεπεράσει όλα τα πάθη, είναι απαθής». Βασίλη, έλεγε για αυτήν την κυρία που παρουσιάζει το δικό της τον πνευματικό ότι είναι ο καλύτερος του κόσμου. Για ποιο λόγο είναι ο καλύτερος, έλεγε αυτή, έτσι νόμιζε; Ότι είναι άφθαστος και άγιος και αναμάρτητος. «Και ακούστε», λέει, «φρόνημα, αυτή η κυρία τι πίστευε. Και ακούστε», λέει, «τώρα άλλο σκηνικό. Οδηγούσαμε», λέει, «μια φορά στην Αθήνα, μας πήγαιναν κάπου και ήταν στο αυτοκίνητό μου ο πατήρ Αμφιλόχιος της Πάτμου. Ο πατήρ Αμφιλόχιος της Πάτμου και ήμασταν μαζί». Ήταν αυτός ο ηγούμενος και ο πατήρ Αμφιλόχιος. «Και στα φανάρια», λέει, «κάπου στην Ομόνοια, στην Αθήνα, περνάει μια κοπέλα», λέει, «ντυμένη προκλητικά. Μισοντυμένη». Λέει ο πατήρ Αμφιλόχιος «Πω πω ρε παιδιά, τι γίνεται εδώ πέρα στην Αθήνα, τι τραβάτε και εσείς, δύσκολα εδώ να αγιάσεις». «Και γυρίζω», λέει, «και του λέω εγώ, του πατρός Αμφιλοχίου, πάτερ, γιατί το λέτε αυτό; Σκανδαλιστήκατε κι εσείς;» «Ε, βέβαια», λέει, «παιδί μου, είναι να μη σκανδαλίζεσαι με αυτά που βλέπεις εδώ πέρα; Είναι δύσκολα», λέει, «κοίτα τι γίνεται, πειρασμοί». Και παραδέχτηκε, λέει, ένας τόσο πνευματικός άνθρωπος και τόσο ωραίος άνθρωπος όπως ο πατήρ Αμφιλόχιος ότι σκανδαλίστηκε. «Ναι, σκανδαλίστηκα κι εγώ». Και λέει ο ηγούμενος «Αυτόν θα έκανα πνευματικό, έναν τέτοιο άνθρωπο ο οποίος αγωνίζεται αλλά δεν παριστάνει κάτι που δεν είναι. Αγωνίζεται αλλά έχει συμπάθεια και συμπόνια και ευσπλαχνία για τον αμαρτωλό που δίπλα του πέφτει και σηκώνεται και παλεύει και αγωνίζεται και προσπαθεί και δεν σου παρουσιάζει έναν ιδεατό χριστιανισμό». Δεν σου βάζει τον πήχη τόσο ψηλά που να ζαλίζεσαι στο τέλος και να λες «Αποκλείεται εγώ να τα καταφέρω αυτά». Και μετά να τρελαίνεσαι και να λες «Πώς εγώ θα πω αυτά που εγώ ζω, αυτά που εγώ θέλω, αυτά που εγώ σκέφτομαι, αυτά που εγώ μου περνάνε από το μυαλό; Όλα αυτά πώς να τα πω αφού δίπλα μου κυκλοφορεί τόση αγιότητα, αφού όλοι είναι τόσο τέλειοι;» Είναι ψέμα αυτό. Αυτό. Και ξέρεις τι άλλο με συγκινεί; Το ότι το πιο άγιο πρόσωπο σε αυτή τη γη, μετά τον Κύριο, μετά τον Ιησού, δεν μας κρίνει, δεν μας μαλώνει, δεν μας κάνει παρατηρήσεις, παρά μόνο μας αγαπά και γι' αυτό όλοι το αγαπάμε αυτό το άγιο πρόσωπο. Η Παναγία μας δεν είναι καλή, δεν είναι πανκαλή, δεν είναι τέλεια, δεν είναι αγία, Παναγία, Παναγιότατη; Δεν είναι; Ποιον κρίνει; Ποιον μαλώνει; Σπάνιο να είσαι καλός και να μην θες να επιβληθείς σε κανένα. Είναι σπάνιο να είσαι τέλειος και να λες «Εγώ απλώς υπάρχω, απλώς φωτίζω, απλώς αγαπώ, απλώς αγιάζομαι για χάρη όλου του κόσμου». Αυτό κάνει η Παναγία. Είναι Παναγία και είναι αγία για χάρη όλου του κόσμου. Ποιου κόσμου; Όποιου θέλει. Θέλει. Γι' αυτό όλοι αγαπούν την Παναγία, γιατί είναι η μάνα η στοργική που ενώνει, αυτή που είναι φοβερή και τρομερή και καθαρότερη και λαμπρότερη και από τους αγγέλους και από τις ηλιακές ακτίνες, που λέμε «λαμπηδόνων ηλιακών καθαροτέρα», λαμπηδόνων ηλιακών, σέβεται και σένα που είσαι βρόμικος και σε αγαπά και σε αγκαλιάζει και σε καθαρίζει και σε πλένει και σε φυλάει. Και έτσι αλλάζει αυτός που θέλει να αλλάξει, από την καλοσύνη και από την ευσπλαχνία. Απ' το χάδι και απ' τη στοργή και απ' το φιλί που του παίρνει το φόβο απ' την καρδιά και την ανασφάλεια, και του λες «Μην φοβάσαι» και σου λέει «Σίγουρα, να ανοίξω το στόμα μου, θα φάω καμία;» «Όχι, δεν θα φας καμία.» Μίλα, πες το, πες τι θέλεις, άνοιξε την καρδιά σου. «Δεν θα με απορρίψεις;» «Ε, μα εσύ είσαι πολύ ψηλά.» Τι ψηλά είμαι, παιδί μου, τι ψηλά είμαι; Εγώ είμαι πιο χαμηλά, όπως εννοώ, τι ψηλά, τι θα πει ψηλά και χαμηλά; Μπροστά στον Θεό είμαστε όλοι πολύ μικροί και πολύ ασήμαντοι. Και τι είπε η Παναγία στον Άγιο Σιλουανό; «Δεν μου αρέσει η ζωή που κάνεις». Του κάνει παρατήρηση και λέει ο Άγιος Σιλουανός: «Να ακούγατε μόνο τη φωνή της. Με μάλωσε, αλλά με τόση αγάπη. Με μάλωσε και με έλιωσε. Με μάλωσε και η καρδιά μου μουδιασε. Και αν μπορούσατε να ακούσετε την καλοσύνη της Παναγίας και τη φωνή της, θα άλλαζε η ζωή σας», λέει, «αμέσως». Όχι με παρατηρήσεις, όχι με φωνές, όχι με προσβολές, όχι με τιμωρίες, αλλά με καλοσύνη. Καταλαβαίνεις τη διάκριση; Δεν είπα να δικαιολογήσεις το κακό. Να το κατανοήσεις, να το αποδεχτείς, να πεις «Έτσι είναι αυτός ο άνθρωπος, τόσο μπορεί, και εγώ στη θέση του αυτό θα έκανα και χειρότερο». Και εγώ, μεταξύ μας, να πεις, τα ίδια κάνω και χειρότερα στην κρυφή προσωπική μυστική ζωή που δεν την ξέρει κανείς παρά μόνο ο πνευματικός μου, αν του τα λέω όλα. Και αυτό. Και μερικοί δεν μπορούν να πάνε στον πνευματικό τους και πάνε εδώ και πάνε εκεί και πάνε παραπέρα να βρουν κάπου να κρυφτούν, να μην τους δει η μέρα, να μην τα μάθουν όλοι. Και τι; Γιατί λες «Πώς θα τα πω εκεί;» Μου έχει δώσει μια αίσθηση ότι αυτά δεν λέγονται, αυτά δεν γίνονται, αυτά δεν πρέπει, αυτό δεν κάνει. Εντάξει, επιτρέπεται, δεν επιτρέπεται, αφού σου συμβαίνει, αφού αυτός είσαι, αφού αυτή είσαι, αφού έτσι νιώθεις. Άνοιξε την ψυχή σου για όλα τα θέματα σου. Και τις πιο πολλές φορές αυτά που σκέφτεσαι για σοβαρά δεν είναι τα πιο μεγάλα και τα πιο φρικτά. Τα πιο φρικτά, που ο Κύριος γι' αυτά στιγμάτισε και σχολίασε και έκανε παρατήρηση, δεν είναι αυτά που σε τρομάζουν, είναι αυτά που δεν τολμάς να δεις και δεν τολμάς να πεις. Του εγωισμού σου τα κινήματα, είναι της ασπλαχνίας τα σκιρτήματα, είναι του μίσους, της κακίας, της εκδίκησης, όλα τα δυσάρεστα αυτά, και αυτά φέρνουν όλα τα άλλα. Είναι η απιστία σου, η ανασφάλειά σου, η έλλειψη εμπιστοσύνης στον Χριστό, το ότι στηρίζεσαι μόνο στις δυνάμεις σου, ότι δεν δέχεσαι την αγάπη και το χάδι Του, αυτά είναι αμαρτήματα. Και αφού δεν δέχεσαι την αγάπη και το χάδι Του, μετά δέχεσαι εύκολα την αγάπη και το χάδι κάθε αμαρτωλού πλησιάσματος. Και εσύ προσέχεις μόνο αυτά τα εξωτερικά, λες «Έκανα αυτό». Γιατί το έκανες όμως; Γιατί άλλα κρύβονται πίσω από αυτό και μετά οδηγήθηκες σε αυτά που έκανες. Και επειδή αυτά τα άλλα ο Χριστός τα ξέρει, γι' αυτό δεν σε κατηγορά. Και οι άνθρωποι του Χριστού, όπως αυτός ο γεροντάκος, ο μοναχός, το γεροντάκι που είχε ασπρίσει από τα χρόνια και από τον κόπο και την αληθινή αυτογνωσία, δεν μάλωσε τον νέο μοναχό που αμάρτανε. Και όταν πήγε, θυμάστε την ιστορία που λέγαμε από την αρχή; Άντε, τη θυμάστε; Να ακούσετε την επανάληψη της εκπομπής. Δεν μπορώ να την πω τώρα από την αρχή. Η επανάληψη είναι κάποια μέρα της εβδομάδας. Νομίζω ότι Δευτέρα βράδυ, θα σου πούνε στο σταθμό, 41 18 602 και 41 18 640. Εκεί θα μάθεις πότε γίνεται η επανάληψη της εκπομπής. Και φεύγει ο πειρασμός από τον νέο μοναχό και πάει λοιπόν στον πνευματικό του που ήταν αυστηρός και τρελαίνεται και σηκώνεται να φύγει αυτός, να πάει στον κόσμο να παντρευτεί, και πέφτει και αυτός πάνω στον γέροντα ασκητή και του λέει «Πού πας;» Λέει «Πάτερ, ε, πάω, έχω κάτι δουλειές», ψέμα στο ψέμα, έχω κάτι δουλειές, ενώ ο νέος μοναχός είπε αλήθεια ότι «Έχω πειρασμούς και ο πνευματικός μου με μαλώνει». Ταπεινώθηκε, ο μεγάλος δεν παραδεχόταν. Σου λέει: «Εγώ; Θα παραδεχτώ εγώ;» Λέει: «Τι δουλειάζεις τόσο βιαστικά; Είσαι σαν να ψωκοκινήσεις, σε βλέπω μια ένταση». Λέει: «Πάτερ, πρέπει να φύγω, έχω κάτι επείγοντα θέματα». «Πες μου, παιδί μου, τι σου συμβαίνει; Άνοιξε την καρδιά σου». Λέει: «Πάτερ, τι να σου πω; Κάνε μια προσευχή, γιατί έχω πειρασμούς και απορώ». «Γιατί απορείς;» «Γιατί, λέει, αυτά είναι ανεπίτρεπτα που έχω και σκέφτομαι». Λέει «Παιδί μου, ξέρεις κάτι; Όλο αυτό που σου συμβαίνει είναι μια παιδαγωγία του Θεού. Εγώ το ζήτησα από τον Θεό». «Εσύ; Τι εσύ; Τι ξέρεις; Εσύ τι ξέρεις;» «Τα ξέρω όλα, ξέρω την ιστορία. Απλώς ξέρεις τι θέλω να καταλάβεις; Αυτό που εσύ τώρα περνάς για δύο ώρες, που σε έχει πιάσει και τρελάθηκες, αυτό το περνάει ο νέος αυτός μοναχός που έρχεται και εξομολογείται σε σένα συνέχεια. Βασανίζεται και πολεμιέται. Και θέλει, πάτερ, να σου δείξει ο Θεός να μην είσαι σκληρός στους άλλους, να βγάζεις καλοσύνη και ευσπλαχνία και συγχωρητικότητα, όπως έκανε ο ίδιος ο Κύριος. Κάνει ο Θεός που μας καταλαβαίνει και μας κατανοεί, χωρίς να συμμετέχει στα λάθη και στα πάθη μας. Μας αγαπά. Πόσο μάλλον, πάτερ, εμείς», λέει, «που είμαστε και οι ίδιοι αμαρτωλοί. Αμαρτωλός εξομολογεί αμαρτωλό. Δεν μας εξομολογούν άγγελοι, άνθρωποι μας εξομολογούν. Ε, δεν καταλαβαίνουν από αμαρτίες;» Και συγκινήθηκε αυτός και γύρισε πίσω. Όταν ξαναπήγε ο υποτακτικός του να εξομολογηθεί, δειλά δειλά, του λέει «Παιδί μου, πες μου. Και αν όταν μου έλεγες τις αμαρτίες σου καταλάβαινα τι τραβάς, τώρα, αν αυτό που περνάς είναι αυτό που έπαθα και εγώ», του λέει, «για δύο ώρες που με τρέλανε ο πειρασμός, τότε καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι να αγωνιστείς. Είναι δύσκολο». «Πάτερ, συγχωρέστε με», λέει, «θα προσπαθήσω να διορθωθώ». «Παιδί μου, δεν είναι για μένα», λέει. «Για τον Θεό θα το κάνουμε και οι δυο. Αλλά πρέπει να ταπεινωθούμε». Και πρέπει να ταπεινωθώ κι εγώ μαζί σου και με βοήθησες να καταλάβω μερικά πράγματα. Αυτό, να μην λες για κανέναν τίποτα, να μην σχολιάζεις κανενός τις αμαρτίες. Ό,τι λες θα το πάθεις, σου ξαναλέω, ό,τι λες θα το δοκιμάσεις, θα σε ταπεινώσει ο Θεός. Λες για κάποιον ότι είναι ακατάστατος; Άρχισε η ώρα που θα γίνεις και εσύ ακατάστατος, στο σπίτι σου, στο δωμάτιό σου, στα πράγματά σου. Λες για κάποιον ότι απέτυχε κάπως στη ζωή του; Θα αποτύχεις και εσύ κάπως στη ζωή σου. Όχι από εκδίκηση. Για να πάρεις και εσύ αυτό το μάθημα, να δεις εσύ τι βαθμό θα πάρεις. Αυτός πήρε 8, για να δούμε εσύ την ώρα που θα εξεταστείς θα πάρεις 8 ή θα πάρεις εσύ κάτω από τη βάση. Και θα δεις μετά ότι είναι εύκολο να λέμε αλλά είναι δύσκολο να συμπάσχουμε, να προσευχόμαστε, να αγαπάμε, να συγχωράμε. Και στο κάτω κάτω τι συγχωράς; Σου πέφτει λόγος για σένα η ζωή του άλλου για να τη συγχωρέσεις; Δεν είναι δικό σου θέμα η ζωή του άλλου, είναι δική του η ζωή του, είναι δική του η ζωή του. Αυτά σκεφτόμουν έτσι και λέω τελικά πόσο ωραία θα ήταν η ζωή μας αν ήμασταν ειλικρινείς, αν ήμασταν ανοιχτοί άνθρωποι. Ανοιχτοί, αν δεν υπήρχε αυτή η υποκρισία που μερικές φορές με πιάνει και δεν λέω τον αληθινό εαυτό μου, τις δυσκολίες μου, τα πάθη μου, τις αμαρτίες μου, τα προβλήματά μου, τουλάχιστον εκεί που πρέπει να τα πω. Τουλάχιστον εκεί να τα πεις ας πούμε, δεν μπορεί να κρύβονται στην οικογένεια, το ζευγάρι να μην είναι ειλικρινές μεταξύ τους, τα δύο μέλη ειλικρινή. Τα παιδιά με τους καθηγητές, οι μαθητές με τους καθηγητές, το ζευγάρι, οι γονείς με τα παιδιά. Δηλαδή σε τέτοια πράγματα εννοώ, δεν είπα να βγεις στο μπαλκόνι να πεις σε όλο τον κόσμο τι σου συμβαίνει. Αλλά τουλάχιστον άνοιξε την καρδιά σου, πες την αλήθεια. Πάντα μιλάμε με... κωδικούς και με προσχήματα και με μάσκες. Γελάμε ενώ θέλουμε να κλάψουμε. Για σκέψου να κλαίγαμε κάθε φορά που θέλαμε να κλάψουμε, δεν θα συγκινούσαμε τον άλλον απέναντί μας και θα έλεγε «Γιατί ρε παιδί μου κλαίς, τι συμβαίνει, να σε πλησιάσω»; Όχι, κρατάμε ύφος σκληρό, λέμε «Σιγά σιγά θα πέσω εγώ να πω την αλήθεια». Μου κάνει εντύπωση αυτός ο μοναχός που πήγαινε και έλεγε τις αμαρτίες του στον πνευματικό του συνέχεια, συνέχεια και δεν απελπιζόταν ο καημένος. Αυτό τι δείχνει; Ότι άνοιγε την ψυχή του, πήγαινε και τα έλεγε, «Ε, πάτερ μου, αφού έτσι είναι, θα τα πω». Πολύ ωραίο αυτό, δηλαδή να πω κάτι, έχει θεραπευτική ιδιότητα αυτό, μόνο που ανοίγεις την ψυχή σου και λες τι πραγματικά σου συμβαίνει. Το έκανα εγώ αυτό στο σχολείο μια μέρα στα παιδιά, όχι για τα αμαρτήματά μου, αλλά για πρακτικά θέματα. Να σου πω ένα παράδειγμα, ας πούμε κάναμε τρίτη λυκείου μάθημα και είναι μια φορά τη βδομάδα. Τρίτη λυκείου κάνει μια φορά τη βδομάδα. Και τα παιδιά στην αρχή δεν μπαίνανε στην ώρα τους, ακριβώς με το που χτύπαγε το κουδούνι, μέσα. Αργούσαν λίγο. Εμένα αυτό με ενοχλούσε και τους έλεγα να έρχεστε στην ώρα σας, και δεν είναι εντάξει αυτό το πράγμα. Το σχολείο έχει πρόγραμμα, δεν είναι σωστό να μην είστε στην ώρα σας. Ο λυκειάρχης κάνει παρατηρήσεις, θα πάρετε απουσίες, με ενοχλεί που λείπετε στην ώρα σας. Δήθεν τους παρουσίαζα ότι το κίνητρό μου για να είναι στην ώρα τους ήταν να γίνει το μάθημα στην ώρα του. Και ότι δεν πρέπει να απουσιάζουν για να μην χαλάει η σωστή λειτουργία του σχολείου. Δεν ήταν όμως αυτή η αλήθεια. Δεν ήταν η αλήθεια αυτή. Γι' αυτό και νευρίαζα όταν αργούσαν. Είναι δυνατόν να νευριάζεις τόσο επειδή χαλάει το πρόγραμμα του σχολείου για 5 λεπτά; Δεν ήταν αυτή η αλήθεια. Όμως από τα βιβλία που διάβαζα, από εδώ και από εκεί, και από τα πατερικά και από τα γεροντικά, είδα αυτό το πράγμα περί την ειλικρίνεια και λέω «Εντάξει, πες, θα τολμήσεις να πεις την αλήθεια;» Μου έλεγε μέσα μου μια σκέψη «Μα τώρα εσύ είσαι ιερέας, θα πεις τώρα ακριβώς γιατί;» Και λέω μια μέρα «Παιδιά, θα σας πω κάτι, θα σας πω την αλήθεια». Αφού μαζευτήκανε, «Λοιπόν, ακούστε να σας πω. Όταν δεν έρχεστε στην ώρα σας στην τάξη, εγώ νιώθω ότι με περιφρονείτε. Νιώθω δηλαδή περιφρόνηση». Δεύτερον, Δεύτερον φοβόμουν να τα πω, τώρα αν τα πω θα γίνω ρεζίλι και θα με γελοιοποιήσουν. Δεύτερον, νιώθω ότι δεν μου δίνετε σημασία και ότι στη ζωή σας δεν έχω κανένα λόγο, σε αυτά που λέω δεν σας αγγίζει τίποτα από αυτά που λέω. Και το πιο δύσκολο το κράταγα. «Και νιώθω επίσης», λέω, «λέω, αυτό πώς να το πω; Νιώθω επίσης ότι δεν με αγαπάτε». Και αρχίζουν να λένε «Μα τι είναι αυτά που λέτε; Ο μόνος λόγος που καθυστερούμε» «επειδή θέλουμε να ρίξουμε κανένα σουτάκι ακόμα στο μπάσκετ, παίζουμε μπάσκετ και εκμεταλλευόμαστε άλλα 5 λεπτά. Γι' αυτό καθυστερούμε. Εσάς», λέει, «πώς δεν σας αγαπάμε, πώς δεν σας προσέχουμε, πώς δεν μας επηρεάζετε; Αυτά που λέτε τα σκεφτόμαστε». «Παιδιά, συγγνώμη», λέω, «θέλω να σας τα πω να ξέρετε. Αυτή είναι η αλήθεια. Δεν είναι θέμα ούτε απουσίας, ούτε αποβολής, ούτε λυκειάρχη, τίποτα. Εγώ νιώθω μέσα μου μειονεκτικά. Νιώθω μειονεξία και χαμηλή αυτοεκτίμηση όταν δεν έρχεστε στην ώρα, νιώθω ότι με περιφρονείτε. Είναι δικό μου το πρόβλημα, προσωπικό». «Πω, συγγνώμη», και μου λένε, «και εγώ φοβόμουν ότι θα...» Και μου είπανε «Συγγνώμη. Άμα νιώθετε έτσι, θα ερχόμαστε, δεν θέλουμε να σας πληγώσουμε». Και από τότε έρχονται στην ώρα τους. Καλά, κάποιος θα αργήσει, θα αργήσει. Αλλά καταλάβανε το τι πραγματικά νιώθω. Αλλά εγώ για να το πω αυτό, ας πούμε, εκείνη τη στιγμή, εκτίθεσαι. Είχα εκτεθεί. Τι θα πει εκτίθεσαι; Ε, άνοιγες την καρδιά σου και τα λες όλα. Αυτό που λέμε χύμα, λες ας πούμε τι νιώθεις, τώρα να πεις ας πούμε ότι νιώθω ότι δεν με αγαπάς και νιώθω ότι είμαι μειονεκτικά και νιώθω ότι είμαι ένας άχρηστος καθηγητής και λοιπά, έτσι ένιωθα. Θα μου πεις «Μα τι είναι αυτές οι βλακείες;» Βλακείες ξεβλακείες. Και να επικοινωνούμε εν αγάπη, εν αληθεία, εν ειλικρινεία, εν γνησιότητι και όλα τα ωραία που λέει ο Χριστός. Τώρα, αν, όπως μου είπε κάποιος, λέει «Μα δεν κάνει να ρίχνουμε το κύρος μας και να ξεπέφτουμε και να λέμε τέτοια πράγματα γιατί ρεζιλευόμαστε». Δεν πειράζει. Εγώ αυτό το συμπέρασμα έχω βγάλει, όχι εγώ, κι εσύ το έχεις πει και πόσοι άλλοι άνθρωποι το ξέρουν και το ζουν ήδη και όσοι είναι ευτυχισμένοι στα σπίτια τους γι' αυτό είναι ευτυχισμένοι, στον βαθμό που μπορούν και είναι αληθινοί. Και λένε. Αυτός που δεν λέει και συνέχεια κουκουλώνει, σαν την άλλη την κυρία που μου έλεγε «Έλεγα στον άντρα μου, φύγε όποτε θες να φύγεις, εμένα ό,τι με απασχολεί, όποτε θες σήκω φύγε και παράτα μας». Δηλαδή του έλεγε ότι και να χωρίσουμε δεν με νοιάζει. Ενώ την ένοιαζε. Και της λέω «Γιατί δεν λες την αλήθεια;» «Σιγά λοιπόν, θα πέσω εγώ να τον παρακαλάω;» «Μα δεν είναι να παρακαλάς. Και δεν είναι καθόλου κακό», της λέω, «να παρακαλάς τον άντρα σου για αγάπη. Ποιον παρακαλάς; Τον άντρα σου παρακαλάς. Άλλωστε», λέω, «δεν θες;» «Θέλω», λέει, «αλλά δεν θα πέσω εγώ. Έχω προσωπικότητα». Ωραία, είχε προσωπικότητα και του έλεγε «Φύγε. Όποτε θες, σκασίλα μου». Και ο άντρας της είχε και αυτός το πείσμα του και τον εγωισμό του και έφυγε. Μετά αυτή έκλαιγε και φώναζε και την έπιασε υστερική κατάσταση και της λέω «Γιατί φωνάζεις;» «Γιατί έφυγε», μου λέει. Λέω «Εσύ τι έλεγες;» «Τι, τι έλεγα;» «Εσύ δεν του έλεγες σήκω φύγε; Ενώ ήθελες να του πεις ότι σε αγαπώ, του έλεγες σήκω φύγε. Ήθελες να του πεις ζητώ αγάπη και θέλω να πάρω και να δώσω αγάπη. Του έλεγες σήκω φύγε. Και τι το έλεγες αυτό;» «Καλά», λέει, «το έλεγα αυτό, δεν περίμενα να το κάνει». «Άρα», της λέω, «αυτό θα μας γίνει ένα μάθημα». Το πόσο πολύ μας βοηθάει η ειλικρίνεια, η οποία φυσικά θα γίνεται με διάκριση. Και η ειλικρίνεια, γιατί μερικές φορές μιλάνε μερικοί ειλικρινά και λένε πράγματα που πληγώνουν τον άλλον. Δεν αρκεί να μιλάς με ειλικρίνεια. Έρχεται ένας που είναι μέσα στο βούρκο και μου λέει: «Πώς με βλέπεις;» Άμα του πω ότι σε βλέπω ότι είσαι μέσα στο βούρκο, απελπίστηκε ο άνθρωπος. Δίνεις ελπίδα. Αυτό δεν είναι ψέμα. Ο τρόπος που θα πεις στον άλλον κάτι έχει μεγάλη σημασία, έτσι δεν είναι; Όταν αρχίσανε και πέφτουν τα μαλλιά μου μπροστά στο μέτωπο, στο Πανεπιστήμιο, και από το διάβασμα και από αυτά, από την κούραση, από την ένταση, με είδε ένας μοναχός σε ένα μοναστήρι έξω από την Αθήνα, στον Ωρωπό, και είχε καιρό να με δει, είχε ένα μεγάλο διάστημα να με δει. Και μου λέει: «Πω πω, πλούσιο μέτωπο βλέπω, αποκτήσαμε πλούσιο μέτωπο». Δεν μου είπε «Πω πω, βλέπω καραφλιάζεις, φύγαν τα μαλλιά σου, θα μείνεις φαλακρός». Αυτό ξέρει ότι ο άλλος μπορεί να προσβληθεί. «Πλούσιο μέτωπο». Βλέπεις έναν ο οποίος έχει πάρει βάρος, ας πούμε. Τι θα του πεις; «Πώς έγινες έτσι;» Ενώ άμα του πεις «Σαν να πήρες μισό κιλό»... Είχα πει σε κάποιον που είχε πάρει κάμποσα, του λέω: «Σαν να πήρες μισό κιλό». «Τι μισό», μου λέει, «πατέρα, δεν βλέπετε πώς έχω γίνει; Δεν χωράω από την πόρτα». Λοιπόν, αν αυτό το έλεγα εγώ, εν ειλικρινία, και του έλεγα, ας πούμε, ότι «μα πώς έγινες έτσι; Δεν χωράς από την πόρτα», σίγουρα θα πληγωνόταν πάρα πολύ και θα μου έλεγε «εντάξει, πατέρα, είμαι παχύς», θα ένιωθε άσχημα. Ο τρόπος που μιλάς... Φυσικά, όλα αυτά δεν είναι θέμα να τα κάνεις σαν μια τεχνική, γιατί άμα είσαι άτσαλος στην ψυχή και άγαρμπος στο φέρσιμο, και αυτό να πεις έτσι με τρόπο ωραίο που σου είπα, παρακάτω θα σου βγει πάλι κάτι σκληρό και κάτι αδιάκριτο. Η διακριτικότητα να μας χαρακτηρίζει. Θα μιλάμε, θα ανοιγόμαστε, θα σκεφτόμαστε και τον άλλον, και με αγάπη και με ειλικρίνεια και με ελευθερία και με σεμνότητα και με γνησιότητα. Είναι ένας συνδυασμός πολλών πραγμάτων. Ε, καλά, εντάξει, άμα είσαι και νέος, μην ανησυχείς, θα κάνεις και κάποια λαθάκια. Θα κάνεις και λάθη, θα κάνεις και γκάφες. κάνεις και θα μπερδέψεις και καταστάσεις. Ε, πώς μαθαίνει κανείς; Μαθαίνει και από τέτοια και από την πείρα των λαθών του και από την πείρα των πειρασμών του. Ε, προσπάθεια θα κάνουμε, προσπάθεια θα κάνουμε, να δίνουμε κουράγιο, να δίνουμε ελπίδα στον άλλον, να μην απογοητεύουμε. Μεγαλύτερο κέρδος είναι ότι κερδίζεις την καρδιά του άλλου, που σου ανοίχτηκε. Δηλαδή το παιδί που σου ανοίχτηκε και ήρθε σπίτι και σου είπε ότι καπνίζει, ότι δοκίμασε κάποια ουσία ναρκωτική, ότι μέθυσε, ότι είχε έναν δεσμό με μια κοπέλα, ότι έκανε κάτι, ότι θα κάνει, ότι σκέφτεται, ότι εκείνο, ότι μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, μια έκτρωση, που πάει να στο πει, κάτι που συμβαίνει. Μπορεί να είναι αυτό που θα ακούσεις τραγικό, αλλά το πολύ σημαντικό είναι ότι πάει να στο πει. Δηλαδή πάει η ψυχή του να γεννήσει εκείνη την ώρα, να βγάλει κάτι. Ή πάει να βγάλει ένα δηλητήριο, να το εμέσει, να κάνει έναν εμετό, να ανακουφιστεί. Η εμπιστοσύνη που θα κερδίσεις είναι μεγάλη υπόθεση, αν δεν χάσεις την ευκαιρία αυτή. Βλέπετε, ο Κύριος ανοιγόταν στους μαθητές του. Λίγο πριν τη σταύρωσή του, είδατε πώς τους είπε: «Περίλυπος εστίν η ψυχή μου έως θανάτου». Είμαι πολύ λυπημένος. Νιώθω να ζαλίζομαι από την αίσθηση αυτή του θανάτου που έρχεται. Κοντεύω να πεθάνω από στεναχώρια. Δηλαδή, μοιράστηκε μαζί τους. Δεν έδειχνε ένα ύφος αγιότητος. Είχε ήθος αγιότητας, αλλά το ύφος του ήταν γνήσιο, ήταν αληθινό. Αλλού πόνεσε. Αλλού οργίστηκε. Δεν παρίστανε. Ήταν. Σταμάτα να παριστάνεις συνέχεια. Δεν κουράστηκες; Δεν κουράστηκες να παριστάνεις αυτό που δεν είσαι; Το κατάλαβαν πολλοί γύρω σου. Το κατάλαβαν κι άλλοι. Το κατάλαβε η γυναίκα σου, το κατάλαβε ο άντρας σου, το κατάλαβαν τα παιδιά σου, το κατάλαβαν οι φίλοι σου. Έχουν καταλάβει, δεν μπορούν να σου το πούνε, αλλά ξέρεις ότι διαρκώς ζεις σε ένα ψέμα. Γίνε αληθινός, γίνε αυτός που είσαι, παραδέξου ποιος είσαι, ποια είσαι, πώς είσαι, πώς σκέφτεσαι και μετά θα κερδίσεις. Δεν θα χάσεις. Από το ένα θέμα πάω στο άλλο, αλλά πώς συνδέονται τελικά όλα, Βασίλη, πώς συνδέονται; Πώς λέει ο άλλος, «Να παραδεχτώ, βρε πάτερ; Πώς να παραδεχτώ; Αφού, άμα παραδεχτείς ακριβώς και πεις στον άλλο τα αισθήματά σου, μπορεί να γίνει μεγάλη παρεξήγηση». Αφού μας έχει μάθει, ας πούμε, η εποχή μας και η αγωγή μας ότι δεν κάνει να κάνεις λάθη. Τι θα πει «δεν κάνει», ρε παιδιά; Τι θα πει «δεν κάνει»; Δηλαδή ποιος είναι αυτός που κάθεται από πάνω και λέει; «Μα ο Θεός». Είπε ο Θεός «δεν κάνει»; Ο Θεός είπε ένα «δεν κάνει». Είπε «δεν κάνει να μην αγωνίζεσαι». Δεν είπε ο Θεός «δεν κάνει να κάνεις λάθος». Είναι σαν να λες σε ένα παιδάκι που ζωγραφίζει ότι απαγορεύεται να κάνεις λάθος. Ή ένα παιδάκι που γράφει. αλφαβήτα, αλφαβήτα με το χεράκι του ξανά. «Μην τυχόν εδώ και δεν γράψεις καλά το άλφα. Εγώ στο 'γραψα, στο 'δειξα, κάν' το». Πόσες φορές έχουμε γράψει τα πρώτα γράμματά μας; Είμαστε στην πορεία της αγιότητος, στην πορεία. Είναι δυνατό να μην κάνεις λάθη; Ποιος είναι αυτός που θα σου απαγορεύει τα λάθη; Ναι, λέει, έτσι έχω διδαχθεί εγώ, ότι αν δείξω ότι κάνω λάθη, με απορρίπτουν. Με απορρίπτουν. Μα αυτός που θα σε απορρίψει είναι και αυτός ένας ψεύτης, ένας υποκριτής, γιατί και αυτός έχει κάνει λάθη. Πήγα σε ένα μοναστήρι και ένας μοναχός ζωγράφιζε και βλέπω την αγιογραφία: διόρθωσε, έσβησε, ξανάκανε, και φαινόταν περίεργο το σχέδιο. Γυρίζει και μου λέει: «Μην το κοιτάς έτσι, δεν τελείωσα». Και κατάλαβε τι εννοούσα. Ήμουν έτοιμος να πω. Και μου λέει: «Θα γίνει σαν και αυτό που είναι στον τοίχο. Κοίτα το άλλο που είναι ίδιο». Α, φοβερό. «Αυτό τώρα που βλέπεις», λέει, «που το κάνω έτσι, που λίγο μουτζούρωσα και έκανα λάθος και μου χάλασε λίγο το σχέδιο, είναι αυτό. Το τελικό αποτέλεσμα θα είναι αυτό». Λοιπόν, το τελικό αποτέλεσμα μετράει. Τα λάθη σου, αγαπητέ μου, και τα πάθη σου και οι αμαρτίες σου και οι δυσκολίες σου και... ό,τι σε στριμώχνει μέσα στην καρδιά σου δεν είναι το τέλος της ζωής σου. Δεν είναι το τελικό σχέδιο. Τελική εικόνα που θα παρουσιάσεις στον Κύριο. Είδες τι είπα; Η τελική εικόνα, πρώτον η τελική εικόνα και δεύτερον στον Κύριο. Δεν θα σε κρίνει τον πίνακα της ζωής σου, το σχέδιο της ζωής σου, αυτό που ζωγραφίζεις, αυτό που φτιάχνεις, δεν θα το κρίνουν άνθρωποι, θα το κρίνει ο Θεός και δεν ήρθε ακόμα η ώρα να κρίνει κανείς κανέναν. Γι' αυτό, όταν βλέπεις ότι κάποιος μουτζουρώνει τη ζωή του και τα κάνει όλα θάλασσα και γίνεται εκεί πέρα μια κατάσταση απαράδεκτη, να λες μέσα σου: «Τώρα αυτός έκανε μια μουτζούρα, θα τη σβήσει και θα συνεχίσει. Ο πίνακας δεν τελείωσε». Την ώρα της ζωγραφικής του πίνακα αυτού όλα επιτρέπονται. Και λάθη θα γίνουν και προβλήματα θα υπάρξουν και κούραση θα βγει και δάκρυα θα στάξουν και οτιδήποτε. Κοίτα το δικό σου έργο να κάνεις σωστό. Αυτό που σου είπα, ποιο; Το να μπορείς να ανοίγεις την αληθινή εικόνα της ψυχής σου. Θα το κάνεις σε ανθρώπους που θα στείλει ο Θεός στον δρόμο της ζωής σου, έμπιστα, έμπιστα πρόσωπα. Είναι ένα τόλμημα να είσαι ο αληθινός εαυτός σου, αλλά αν βρεις έστω δύο, τρία άτομα, μη σου πω και έναν άνθρωπο, τον σύζυγό σου ή τη σύζυγό σου, την οικογένειά σου, να μπορείς να ανοίγεις την καρδιά σου για θέματα που θες να εμπιστευτείς, θα νιώθεις πάρα πολύ ωραία. Δεν πειράζει που δεν μπορείς να το πεις σε όλο τον κόσμο, δύο-τρεις ανθρώπους να έχεις να παρηγοριέσαι. Μεγάλο πράγμα. Ήρθε μια κοπέλα από πολύ μακριά να εξομολογηθεί μια μέρα. Μου λέει: «Έκανα τόση απόσταση, διαδρομή, μόνο να σου πω κάτι, να σου εμπιστευτώ κάτι και να φύγω. Έτσι να νιώσω ότι κάπου το είπα και δεν με μάλωσε». Και μου το είπε και δεν της είπα τίποτα. Τίποτα, τίποτα, δεν της είπα ούτε συμβουλές, τίποτα. Τι συμβουλή να της δώσεις, αφού τα ξέρει; Αλλά ήθελα να το πει. Και καταλάβαινα την ανάγκη της, το κατάλαβα και την ώρα και κατάλαβα και από τη δυσκολία αυτού που μου είπε, που ήταν όντως κάτι που έπρεπε να έχεις θάρρος να ανοίξεις την ψυχή σου, και δεν είπα τίποτα. Μόνο της είπα αυτό, ότι ο Θεός σ' αγαπάει, το ξέρεις αυτό, ότι ο Θεός σ' αγαπάει. Και θα μου πεις εσύ τώρα: «Ε, καλά, αυτό έχεις να της πεις μόνο; Δεν μπορείς να της πεις να τη διορθώσεις; Και να μην το ξανακάνει και αυτά;» Ε, εντάξει, αυτό φαινόταν ότι το καταλάβαινε. Το καταλάβαινε ότι δεν θα το ξανακάνει. Και δεν θα ήταν φυσικά κακό να της πω να μην το ξανακάνει. Αλλά τα μάτια της... Και το είδες, όλα είναι να μεταφέρεις στην ατμόσφαιρα που ζεις κάτι. Αλλιώς μπορεί να παρεξηγηθείς αυτό που λες. Φαινόταν στα μάτια της ότι δεν θα το ξανακάνει ή ότι πληγώθηκε πάρα πολύ, και τα λόγια θα ήταν περιτά. Πολλά να λέγαμε. Είχα να σας πω, ανοίξαμε λίγο την καρδιά μας σήμερα. Βασίλη, τι κάναμε; Αυτό κάναμε σήμερα, ανοίξαμε λίγο την καρδιά μας πάλι. Εσύ άνοιξες την καρδιά σου με τους μελωδικούς σου ήχους και μας έβαλες όμορφη μουσική. Σε ευχαριστώ, Βασίλη Χατζηνικολάου. Ευχαριστώ και εσένα που πήρες τηλέφωνο στο 4118602 και 4118640. Υπάρχει ένα email της εκπομπής. Γράψεις να είναι μέχρι πέντε γραμμές. Δεν προλαβαίνω ούτε να διαβάσω αυτά που έρχονται. Είναι τόσα πολλά μερικές φορές. atheata.perasmata.papakigiahou.gr. Η εκπομπή αναμεταδίδεται. Θα σου πούνε στο ράδιο ποια μέρα και ώρα. Εεε... Εύχομαι αυτά που είπαμε να σε προβλημάτισαν λίγο. Να αγαπάς τον εαυτό σου, τον αδερφό σου, τη σύζυγό σου και τον σύζυγό σου και πάνω απ' όλα τον Θεό σου, ο οποίος πάλι αυτό θα σου πει, όταν τον αγαπάς θα σου πει: «Αγάπα με και αγάπα και τον εαυτό σου». Όταν με αγαπάς σωστά, λέει ο Χριστός, τότε αγαπάς και τον εαυτό σου σωστά και τον βοηθάς και τον σέβεσαι. Και αλλού τον χαϊδεύεις, αλλού τον παιδαγωγείς, αλλού του φέρεσαι σκληρά, αλλού του δίνεις ένα ποτηράκι να ξεδιψάσει γιατί έχει κουραστεί στη ζωή, και κρατάς μια ισορροπία και βρίσκεις τη διάκριση. Σιγά-σιγά στη ζωή. Μακάρι να βρούμε αυτή τη διάκριση. Μεγάλη τέχνη και μεγάλη σοφία και θέλει πολύ πόνο και πολλά χτυπήματα και πολλά να περάσουμε και πειρασμούς πολλούς και αμαρτίες, δυστυχώς, πολλές θα κάνουμε για να καταλάβουμε μερικά πράγματα και να διορθωθούμε. Αξίζει τον κόπο να αγωνιστούμε με όποιο τίμημα. Ο Θεός να σου χαρίσει, εύχομαι, μια καλή βδομάδα. Με το καλό να τα πούμε και την άλλη φορά. Και αν κάπου σε μπέρδεψα ή σε στεναχώρησα, ξέχνα τα όλα αυτά και ζήσε τη ζωή σου κανονικά με το δικό σου σκεπτικό, μην λαμβάνεις υπόψη αυτά που σου είπα. Αν κάπου σε προβλημάτισαν, κάνε ένα μικρό βήμα. Μη ζαλίζεσαι, κάνε κάτι μικρό και τα υπόλοιπα θα τα καταλάβεις άλλη φορά, λίγα λίγα. Δεν τα χωράει όλα ο νους μας αμέσως, δεν τα αντέχει η καρδιά μας όλα με μιας. Καλή δύναμη, καλή συνέχεια στον αγώνα σου και να είσαι χαρούμενος γιατί είσαι αυτός που είσαι, αμαρτωλός αλλά κοντά στον Κύριο. Είσαι μετανιωμένος, είσαι αγωνιστής, είσαι γνήσιος και αληθινός και προσπαθείς. Αυτό αξίζει πολύ σε σένα. Ο Θεός μαζί σου χαίρεται.