Αν το δάκρυ σου μιλούσε Ελληνική μεταγραφή Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την ομιλία της πρωτότυπης ηχογράφησης. Τυχόν μουσική, ψαλμωδία ή δυσδιάκριτα σημεία διακρίνονται από την ομιλία. Η πλήρης ελληνική ηχογράφηση διατηρείται. Ήρθαν οι μέρες και είμαστε και πάλι μαζί. Και πώς κυλάει ο χρόνος τόσο γρήγορα, και τα αθέατα περάσματα γίνονται και πάλι θεατά. Είμαστε και πάλι στους 91,2 μεγακύκλους των FM, στο σταθμό της Πειραϊκής Εκκλησίας, στο σταθμό που μιλάει στην ψυχή μας και αγγίζει την καρδιά μας με όσα ακούμε μαζί με τον Βασίλη Χατζηνικολάου, τον ιεροψάλτη και μουσικοσυνθέτη. Ο οποίος μας κάνει συντροφιά, μας χαρίζει την όμορφη μουσική του και επενδύει μουσικά τα φτωχά μου λόγια και επεξεργάζεται τον ήχο. Και τώρα εσύ μπορείς να ακούς καλά αυτά τα λίγα που λέμε, όπου και αν βρίσκεσαι, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Σε χαιρετώ και πραγματικά είναι ένα θαυμαστό δώρο του Θεού το ραδιόφωνο και μάλιστα η Πειραϊκή Εκκλησία. Αν κανείς σκεφτεί πού ακούγεται αυτός ο σταθμός, με μια λέξη: παντού. Όπου υπάρχει διαδίκτυο, όπου υπάρχει δορυφόρος, όπου υπάρχει δυνατότητα κανείς να έχει πρόσβαση στο ίντερνετ, μπορεί να ακούσει την Πειραϊκή Εκκλησία σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου. Δεχόμαστε γράμματα, email, τηλεφωνήματα από ανθρώπους από εκεί που δεν μπορεί να το φανταστείς, από μέρη ασυνήθιστα και άγνωστα, στα οποία δεν έχω πάει ποτέ και δεν πρόκειται να πάω ποτέ. Και είναι πραγματικά συγκινητικό να σκέφτομαι ότι εδώ τώρα που κάθομαι και κάνω αυτή την εκπομπή, ταξιδεύει ο ήχος και φτάνει τόσο πολύ μακριά και μπαίνει στην καρδιά σου και από την καρδιά σου ταξιδεύει πάλι μακριά, γιατί η καρδιά σου έχει βάθος. Δεν είναι απλώς τα αυτιά που ακούνε, δεν είναι απλώς το επιφανειακό άγγιγμα της ψυχής. Το θέμα είναι ότι αυτά που λέμε, ο Θεός αν θέλει θα κάνει το να τα βάλει πιο βαθιά μες στην ψυχή σου, θα πάει, θα βρει, θα βρει, θα ταξιδέψει μες στο βάθος της ψυχής σου, να γίνει κάτι ριζικό, να γίνει κάποια αλλαγή, να γίνει μια μεταμόρφωση. Και ευχαριστώ το Θεό που χάρη σε αυτή την εκπομπή μου έχει δώσει τόσους ανθρώπους αγαπητούς, φίλους. Κάνουμε παρέα, που γνωριζόμαστε, που επικοινωνούμε, που τα λέμε, που ενώ ήμασταν ξένοι νιώθουμε ότι γνωριζόμαστε. Που μου γράφουν άνθρωποι που δεν θα τους δω ποτέ στον κόσμο γιατί είναι πολύ μακριά και δεν έρχονται ποτέ στην Ελλάδα και μου λένε ξεκάθαρα ότι «σου γράφω σαν να σε ξέρω, γιατί νιώθω, λέει, και εσύ ότι σαν να με ξέρεις». Και εγώ απαντώ ότι όταν κανείς προσπαθεί να καταλάβει τη δική του κατάσταση, τα δικά του βιώματα, τη δική του ψυχή, καταλαβαίνει και μερικούς άλλους ανθρώπους που είναι σαν κι αυτόν. Έτσι είμαστε όλοι και επειδή οι άνθρωποι τα ίδια περίπου περνάμε όλοι, τα ίδια βασικά θέματα έχουμε όλοι, την αίσθηση της αδικίας, τον πόνο, τα προβλήματα, τις αρρώστιες, τη μοναξιά, τα πάθη μας, τις αμαρτίες μας, τα λάθη μας, τους καημούς μας, αλλά και τις όμορφες στιγμές μας, γι' αυτό έχουμε μια εγγύτητα και μια κοινή πορεία στην πνευματική ζωή. Και πολλοί λένε, μάλιστα, ότι ακούνε την εκπομπή αυτή και συγκινούνται. Μου γράφει μια κοπέλα — είναι πάρα πολλά, όπως διαπιστώνεις, δεν διαβάζω μηνύματα και email δημοσίως να τα πω στην εκπομπή. Ίσως κάποτε κάνω και κάποιες εκπομπές απαντώντας ειδικά σε μηνύματα με ερωτήσεις ακροατών, αλλά προς το παρόν λέω έτσι διάφορα που θυμάμαι — και μου λέει: «Δεν υπάρχει εκπομπή που θα ακούσω και δεν θα κλάψω, και δεν θα συγκινηθώ. Δεν υπάρχει εκπομπή που θα ακούσω και δεν θα πεις κάτι που με αφορά». Και σου έχω απαντήσει ότι εννοείται θα πω κάτι που σε αφορά, αφού και εσύ αυτά μου λες. Δεν κάνω μόνος μου τις εκπομπές. Διαβάζω αυτά που λες, τα σκέφτομαι, διαβάζω και του άλλου αυτά που λέει, και πολλοί μεταξύ τους δίνουν απαντήσεις. Δηλαδή, το δικό σου το πρόβλημα που γράφεις, 10 η ώρα το πρωί μου ήρθε το email. Μετά, στις 11.30, ήρθε ένα άλλο email από έναν άλλο άνθρωπο που έχει μια απάντηση στο πρόβλημά σου. Γιατί μου λέει αυτός πώς αντιμετώπισε τη στεναχώρια του. Και λέω: «Να το, κράτα το αυτό, θυμήσου το αυτό». Και θυμάμαι όταν ήμουν μικρός, είχαμε έναν κατηχητή που μας το είχε πει αυτό. Λέει: «Όταν διαβάζεις κάτι, όταν ακούς κάτι, όταν βλέπεις κάτι στην τηλεόραση, σε οτιδήποτε στη ζωή σου, να το συσχετίζεις και με... το σημειώνεις και μπορεί να το χρειαστείς αργότερα να το πεις κάπου». Εγώ πραγματικά, όταν δω μια ωραία απάντηση σε ένα μήνυμα, λέω: «Να το αυτό το ωραίο κομμάτι, κράτα το αυτό να το πεις». Γι' αυτό κλαις. Και τι όμορφη που είσαι όταν κλαις, που έλεγε κάποιος ποιητής. Μόνο ο άνθρωπος κλαίει. Τα ζώα δεν μπορεί να κλάψουν έτσι όπως ο άνθρωπος. Τα ζώα κλαίνε από τα ένστικτά τους, αλλά ο άνθρωπος κλαίει με άλλη αίσθηση. Ο άνθρωπος χαμογελάει. Ούτε τα πουλιά, ούτε τα δέντρα, ούτε τα ποτάμια, ούτε τα αστέρια. Κανένα άλλο ον στον κόσμο αυτό, κανένα άλλο κτίσμα δεν μπορεί να κλάψει, δεν μπορεί να γελάσει. Μόνο εμείς το κάνουμε αυτό. Είναι όμως μεγάλη υπόθεση κλαις να κάνεις το κλάμα σου λόγο, να δώσεις το κλάμα σου φωνή, να δώσεις το κλάμα σου επίγνωση, δηλαδή να ξέρεις γιατί κλαις. Αυτό, στο έχω πει και άλλες φορές, δεν θέλω να κλαις έτσι απλώς. Κλάψε, καλά κάνεις και κλαις γιατί... τα μάτια σου, εκτονώνεσαι, βγάζεις την ένταση που κουβαλάει η ψυχή σου, βγάζεις τον καημό σου, ξεσπάς. Είναι κάτι που βοηθάει και ανακουφίζει την ψυχή το κλάμα. Αλλά πάρε το δάκρυ σου σαν ένα διαμαντάκι και όπως το πρίσμα, αν περάσει μέσα το φως, αναλύεται σε χρώματα και βγαίνουν πολλά χρώματα, έτσι και εσύ πάρ' το δάκρυ σου και ανάλυσέ το. Και βρες μέσα από αυτό τι βιώματα βγαίνουν, τι συναισθήματα κρύβονται μέσα σε αυτό το δάκρυ το συγκεκριμένο. Δεν είναι όλα τα δάκρυα ίδια μέσα στην ημέρα και μέσα στο μήνα και μέσα στη ζωή μας. Δες τι ποιότητες ψυχικές έχει το κάθε δάκρυ. Δες τον καημό που κρύβει, την αναζήτηση, τις αλήθειες που μπορεί να καταλάβεις μέσα από κάθε δάκρυ σου. Και για όλα αυτά που λέω χρειάζεται πνευματική αφύπνιση. Χρειάζεται μια εγρήγορση, ώστε να βγει κάτι από τα δάκρυα, αλλιώς θα κλαίμε έτσι άγονα. Βγάλε κάτι, είναι κρίμα να τρέχει νερό να μην ποτίζεται ένα λουλουδάκι. Είναι κρίμα το νερό αυτό να πάει χαμένο. Θα μπορούσε αυτό το λουλούδι, ένα σποράκι, να το μεγαλώσει, ένα λουλουδάκι να το κάνει να ομορφύνει κι άλλο και να ευωδιάσει. Να βγει ένα λουλούδι από τα δάκρυά σου εύχομαι, να βγει κάτι καλό στη ζωή σου όταν στεναχωριέσαι. Το είχα πει μια φορά στο Άγιο Όρος σε κάποιον ασκητή και του λέω: «Πάτερ μου, πολλές φορές οι άνθρωποι όταν μιλάμε συγκινούνται και κλαίνε και όταν εξομολογούνται πάλι κλαίνε και εγώ νιώθω λίγο αμήχανα». Το λέω, ήταν μια χρονιά όταν είχα πάρει την άδεια της εξομολόγησης, το 2000 περίπου. Εκεί ήταν που σου λέει ο επίσκοπος ή αρχιεπίσκοπος «από εδώ και πέρα μπορείς να ακούς τους ανθρώπους να σου λένε τους λογισμούς τους, τα θέματά τους, τις αμαρτίες τους, να τους διαβάζεις τη συγχωρητική ευχή, να τους βοηθάς κλπ.». Και τότε εγώ δεν ήξερα και είχα βάλει εκείνο το καλοκαίρι και έλεγα «θα πάω στο Άγιο Όρος» και όπως πήγαινα κάθε φορά, έλεγα «φέτος θα ρωτάω μόνο αυτό, να μου λένε συμβουλές για την εξομολόγηση». Γιατί είχα αρχίσει αλλά δεν ήξερα τι να κάνω. Τι να πεις στους ανθρώπους, πώς να βοηθάς τα θέματά τους, είναι πολύ λεπτό θέμα. Αλλά μετά κατάλαβα ότι αυτά δεν τα κάνεις εσύ, τα κάνει πιο πολύ ο Θεός. Εσύ απλώς λίγο καθαρίζεις το τοπίο μπροστά, προσεύχεσαι, διώχνεις τα σύννεφα και ο άνθρωπος καταλαβαίνει το σωστό, τον φωτίζει και ο Θεός, είναι βαφτισμένος. Δεν αντικαθιστάς εσύ το Θεό. Και πήγα λοιπόν στο Άγιο Όρος και του είπα, κάποιου λέω: «Πάτερ μου, αυτοί κλαίνε πολλές φορές, δεν ξέρω τι να πω, τι να...» Μου λέει: «Δεν είναι κακό να κλαίνε, να αφήνεις τον κόσμο να κλαίει. Καταρχήν», μου λέει, «κλαίνε οι γυναίκες πιο πολύ». «Ε... ναι», λέω, «πιο πολύ κλαίνε οι γυναίκες. Και μερικοί άντρες. Λιγότερο, οι άντρες πιο πολύ μέσα τους», λέω, «στεναχωριούνται, δεν βγάζουν έτσι δάκρυα να κλαίνε, μαντήλια, χαρτοπετσέτες, τέτοια πράγματα όχι. Πιο πολύ», λέω, «γυναίκες όντως κλαίνε». «Δεν είναι κακό να κλαίνε, αλλά να μάθεις να βγάζεις κάτι δημιουργικό μέσα από το κλάμα. Εγώ», λέει, «μια φορά που έκλαιγε κάποιος, τον ρώτησα αυτή την ερώτηση», μου λέει, «και του είπα: Τώρα κλαις. Αν το δάκρυ σου μιλούσε τώρα, τι θα έλεγε; Ξέρεις γιατί κλαις; Τι ζητάς μέσα από αυτό το κλάμα; Τι είναι η στεναχώρια σου τώρα;» Του λέω: «Πολύ ωραία αυτή η ερώτηση». «Ναι», λέει, «υπάρχει ένα βάθος. Γιατί για να κλάψει κανείς θα πει ότι κάτι τον άγγιξε, κάτι μέσα του. Τι είναι αυτό το κάτι; Είναι ευαισθησία, είναι συγκίνηση, είναι παράπονο, είναι καημός, είναι όνειρο, κάτι ανεκπλήρωτο στη ζωή του, είναι μια ζήλια, είναι μια πίκρα. Τι ζητάς πραγματικά όταν κλαις; Κάτι σου λείπει; Ή μπορεί να είσαι πολύ συγκινημένος από ευτυχία και να λες «είμαι πολύ ευτυχισμένος και γι' αυτό κλαίω». Από χαρά, από αγαλλίαση. Και εγώ μια φορά είχα ρωτήσει κάποιον που έκλαιγε, του λέω: «Εσύ τώρα γιατί είσαι έτσι και στεναχωριέσαι τόσο πολύ και γιατί κλαις;» Λέει: «Κλαίω γιατί κατά βάθος, λέει, κλαίω τώρα γιατί τα πράγματα όλα μου πάνε ανάποδα, δεν έρχονται τα πράγματα στη ζωή όπως τα θέλω». «Ε», του λέω, «αυτό είναι το μάθημα της ζωής και η πρόκληση της ζωής, να είμαστε έτοιμοι για όλα. Και σε μένα δεν έρχονται τα πράγματα όπως τα θέλω και σε κανέναν δεν πάνε όπως τα θέλουν ακριβώς, έρχονται πολλά. Ξέρεις, αυτό ξεκινάει και από τα παιδικά μας χρόνια. Είναι ένας καημός του ανθρώπου που όταν γεννιέται και μεγαλώνει και βλέπει ότι οι γονείς του δεν του κάνουν όλα τα χατίρια σιγά σιγά, ενώ στην αρχή είναι το κέντρο της αγάπης τους, του δίνουν τα πάντα, ώρες ατελείωτες, φροντίδα, φιλασμός, αγκαλιά, στοργή. Το παραμικρό το παιδάκι να φωνάξει, η μάνα του δίπλα. Έχουν και αυτά τα μηχανήματα τώρα που ακούς το μωρό, που και να είσαι στο σπίτι ακούς τι κάνει: αναπνέει, φωνάζει, κλαίει, ξύπνησε, πετάχτηκε. Όταν μεγαλώνει, λοιπόν, βλέπει ότι ο κόσμος όλος πλέον από ένα σημείο και μετά δεν είναι στα πόδια του όπως ήταν στην αρχή και έτσι ματαιώνονται οι επιθυμίες του, πικραίνεται, δεν το αντέχει. Αλλά όταν ωριμάσει ο άνθρωπος αρχίζει και το δέχεται κι αυτό και καταλαβαίνει ότι «δεν είμαι το παιδί που η μάνα του με το παραμικρό ό,τι ήθελα μου το έκανε και μου το έδινε και την είχα όλη την ώρα δίπλα μου». Η κοινωνία πλέον, ο κόσμος είναι αλλιώς. Η ζωή είναι σκληρή. Είναι να δέχεσαι ό,τι σου στέλνει ο Θεός και ας μην είναι ακριβώς όπως θα θες εσύ. Και να λες «τι μπορεί να βγει από αυτό που μου στείλει ο Θεός;» Όχι να διαμαρτύρεσαι. Συμφιλιώσου. Αποδέξου αυτό που σου στείλει ο Θεός. Και αφού το αποδεχτείς και ηρεμήσεις αρχικά και σου φύγει αυτή η νευρικότητα, η γκρίνια, η απέχθεια, μετά προσπάθησε να το αλλάξεις κιόλας. Δεν λέει κανείς ότι σου ήρθε στη ζωή, δέξου το και μείνε εκεί. Κάνε και τις αλλαγές σου. Αλλά να μην κάνεις αλλαγές με μια αίσθηση παραπόνου, γκρίνιας, αντίδρασης όλη την ώρα. Μάθε στη ζωή σου να έχεις προτιμήσεις και όχι απαιτήσεις. Μάθε να προτιμάς και όχι να απαιτείς και να λες «θέλω οπωσδήποτε να γίνει αυτό». Το «οπωσδήποτε», όταν το θες και δεν γίνει, θα πληγωθείς. Το «προτιμώ» είναι πιο καλό, γιατί μπορεί να σου έρθει... δώρο που θέλεις. Μπορεί να γίνουν τα πράγματα όπως τα ονειρεύεσαι και αν δεν γίνουν δεν απελπίζεσαι και δεν καταρρέεις γιατί λες «Εντάξει, παιδιά, εγώ δεν είναι ότι το απαιτούσα σώνει και καλά. Είχα μια επιθυμία». Και να έχουμε ετοιμότητα για όλα. Η ζωή είναι τόσο εκπληκτική και στην ευτυχία της αλλά και στον πόνο της που δεν ξέρουμε τι θα περάσουμε. Ξέρουμε πραγματικά τι μας ξημερώνει η κάθε μέρα; Δεν ξέρουμε μέσα σε ένα λεπτό πώς αλλάζουν τόσα πράγματα. Σε ένα λεπτό μπορεί να αλλάξει η ζωή μας όλη, να είμαστε έτοιμοι για ό,τι χρειαστεί. Φορές κλαίνε οι άνθρωποι για θέματα αρρώστιας. Είναι φοβερό να πας στο γιατρό, να είσαι καλά, να νομίζεις ότι είσαι καλά και να σου λένε ξαφνικά ότι κάτι δεν πάει καλά. Μου κάνει εντύπωση στην Κύπρο μια κυρία που είχα πάει τώρα τελευταία και μου έλεγε, ήρθε να με βρει και έκλαιγε, λέει: «Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, η εκπομπή σας», λέει, «με έσωσε». Δεν το καταλαβαίνω, εγώ δεν σας ξέρω, λέω. Ναι, αλλά λέει, είχατε πει μια φορά, εκεί που οδηγούσα, λέγατε για κάτι εξετάσεις πρέπει να κάνουμε, να μην αφήνουμε την υγεία μας, να προσέχουμε την υγεία μας. Και είπατε, δυο φορές το ξαναείπατε, λέτε να πας στον γιατρό να κάνεις τις εξετάσεις που τις έχεις αμελήσει. Και εγώ, λέει, είχα να κάνω εξετάσεις και τις άφηνα από μήνα σε μήνα και δεν πήγαινα, ενώ έπρεπε να πάω. Τόσο με ένταση, έντονα, που το πήρα λίγο προσωπικά και λέει: «Εμένα το λέει». Και πήγα, λέει, έκανα εξετάσεις και μου είπε ο γιατρός: «Λίγες μέρες να καθυστερούσες, τον όγκο που βρήκαμε στο τάδε σημείο του σώματός σου δεν θα τον γλιτώναμε, θα ήταν πολύ δύσκολη η κατάσταση. Το πρόλαβες τελευταία στιγμή, τελευταία στιγμή». Αυτή έκλαιγε από ευτυχία που πρόλαβε και γλίτωσε την κατάσταση, αλλά πόσες φορές, πόσες φορές φταίμε γι' αυτά τα κλάματα. Δεν δίνουμε σημασία στα θέματα της ζωής μας, στα θέματα της υγείας μας. Φοβόμαστε να πάμε στον γιατρό, βαριόμαστε να πάμε στον γιατρό, είναι μια γενική αμέλεια και ακαταστασία χαρακτήρος που έχουμε και λέμε «Άσ' τα μωρέ, εντάξει, τι τα θες τώρα αυτά;» ή «Μην ακούσουμε κάτι δυσάρεστο, δεν πάμε καθόλου». Μετά γίνεται κάτι στη ζωή μας και κλαίμε. Ενώ αν είχαμε προλάβει, που λένε ότι πολλές αρρώστιες τις προλαβαίνει κανείς. Γι' αυτό σου λέω, το κλάμα δεν έρχεται να κλαις. Το θέμα είναι να καταλάβεις κιόλας. Τώρα κλαις που αρρώστησες, αλλά όταν ήσουν καλά και σου λέγανε «Αυτό που τρως είναι απίστευτο, δηλαδή στάζει λίπος», παράδειγμα, και έχεις την καρδιά σου, έχουν βουλώσει οι αρτηρίες σου και σου έχουν πει μην τρως τέτοια πράγματα με λιπαρά, παχυντικά, τα τριγλυκερίδια έχουν φτάσει έως με 400, και εσύ τρως, με όριο τα 150 και τα 100 τόσα, και εσύ τρως τόσα πολλά και δεν δίνεις σημασία. Η ζωή έχει κάποιες συνέπειες. Το α οδηγεί στο β και το β στο γ. Δεν μπορεί να περιφρονείς νόμους που έχει βάλει ο Θεός. Δεν είναι καθόλου μη πνευματικό αυτό. Είναι φοβερό να αρρωσταίνεις, είναι φοβερό να πονάς. Και γι' αυτό λέω, αν δεν φταις σε ό,τι έχει γίνει, πραγματικά σου αξίζει συμπάθεια. Συμπαράσταση και μόνο αυτό, δηλαδή. Όντως, αλλά όμως αυτά κιόλας θα σου πω κι εγώ: και τώρα σ' αγαπώ και τώρα προσεύχομαι και τώρα βεβαίως να κάνει ο Θεός το θαύμα Του και να σε βοηθήσει και να σκουπίζει τα δάκρυά σου, αλλά έχε τον νου σου κι εσύ στη ζωή σου, στην υγεία σου. Και γενικώς όταν κλαις μην παίρνεις τον ρόλο αυτού του θύματος, δηλαδή μας αρέσει να κλαίμε γιατί γινόμαστε λίγο το επίκεντρο. Όταν κλαίμε όλοι μας πλησιάζουν και μας χαϊδεύουν και λένε «Έλα, είμαι κοντά σου, τι έχεις; Σε παίρνει το παράπονο και εγώ θα σε βοηθήσω». Υποτιμούμε έτσι τον εαυτό μας. Μπορούμε να πατήσουμε στα πόδια μας. Σήκω, πάτα στα πόδια σου, κάνε τις κινήσεις σου, δες το με ελπίδα. Μην αποδέχεσαι μέσα σου τη μαυρίλα και την απελπισία της αρρώστιας και κλαις και βουλιάζεις συνέχεια σε αυτήν την κατάσταση. Αλλά πες «Εντάξει, με βρήκε κάτι, θα παλέψω» και μέσα μου οραματίζομαι τη θεραπεία. Μέσα μου οραματίζομαι την ίαση. Ήλθε ο Χριστός, λέει, και περπατούσε, γιατί ήλθε ευεργετών και ιώμενος τους πάντας, ευεργετούσε και θεράπευε τους πάντες. Ήταν μια ζωντανή πηγή υγείας, θεραπείας, ίασης, ίασης ο Χριστός. Μέσα από την καρδιά Του, μέσα από τα λόγια Του έβγαιναν τα ιαματικά ύδατα που θεράπευαν το νου και το σώμα των ανθρώπων. Λοιπόν, μπορείς μέσα από αυτή την περιπέτεια που περνάς, μέσα από αυτά τα δάκρυα της αρρώστιας, μπορείς να βγάλεις μέσα από τα δάκρυα αυτά, να ποτίσεις τα φτερά που είναι στην πλάτη σου και αυτά να μεγαλώσουν και να μάθεις να πετάς και να τα καταφέρεις και να ζήσεις αυτό που λέγει ο Απόστολος Παύλος, ότι όταν ασθενώ, τότε δυνατός ειμί. Νομίζω ότι δεν μπορώ σωματικά, ότι οι αρρώστιες μου, τα προβλήματά μου, τότε βρίσκω μέσα μου, λέει, μια δύναμη άλλης τάξεως, δύναμης άλλης ποιότητας, άλλου είδους, άλλου επιπέδου. Ποιος θα μας εξηγήσει αυτό το χωρίο αν όχι εσύ που κλαις από την αρρώστια σου; Όταν δεν έχει κάποιος αρρώστιες δεν καταλαβαίνει τον πονεμένο. Εσύ που πονάς όμως και κλαις, ωριμάζεις στη ζωή. Γίνεσαι φιλόσοφος χωρίς κανένα βιβλίο. Και χωρίς να ακούσεις αυτή την εκπομπή ξέρεις πολλά να πεις μόνος σου. Γιατί κάθε πόνος και καημός είναι σαν να γράφεις έναν τόμο. Είναι σαν θεολογίες. Μιλάς για το νόημα της ζωής. Μιλάς για τη σχετικότητα, για τη φθαρτότητα, για το πεπερασμένο αυτού του κόσμου, για τη ματαιότητα. Μου λέει μια γυναίκα για τον γιο της: «Είχα τόση περιουσία να δώσω για το παιδί μου και δίνα στους γιατρούς ό,τι μου ζητούσαν και δεν μπορούσαν να κάνουν το παιδί μου καλά. Ό,τι κατάλαβα εκείνη τη μέρα δεν το είχα καταλάβει ποτέ σε καμία ομιλία». Ότι τα χρήματα δεν μπορούν να κάνουν τα πάντα. Γιατί το παιδί μου τελικά, λέει, δεν έγινε καλά. Και είχαμε πολλά λεφτά. Ο Μέγας Αλέξανδρος, μου κάνει εντύπωση που μου έστειλε ένας ένα email και έλεγε αυτό, ότι όταν πέθανε είχε πει στη διαθήκη του τρία πράγματα: να τον κρατάνε, λέει, να τον σηκώσουν οι γιατροί του στον δρόμο που θα πήγαιναν, λέει, να τον κηδέψουν, να πετάνε χρυσάφια και νομίσματα, αργυρά και χρυσά νομίσματα, στον δρόμο και τα χέρια του να μην τα βάλουν στο στήθος του αλλά να τα βάλουν έξω από το φέρετρο να κρέμονται. Να πει, λέει, κάποια πράγματα στη ζωή, ότι κοίταξε το χρυσάφι, τα πλούτη μου, να τα, φεύγω, δεν μπορώ να τα πάρω μαζί μου. Τα χέρια μου απ' έξω να δείτε ότι είναι άδεια. Με άδεια χέρια ήρθα, με άδεια χέρια φεύγω, δεν έχω τίποτα μαζί μου να πάρω, δεν παίρνω τίποτα, γυμνά. Και οι γιατροί να με σηκώνουν και να καταλάβουν όλοι ότι να, οι γιατροί που μου χαρίζουν τη θεραπεία δεν μπορούν να τα κάνουν τα πάντα, δεν μπορούν να κάνουν τα πάντα. Αν ο Θεός κρίνει ότι αυτού του ανθρώπου είναι η στιγμή κατάλληλη να οδηγηθεί κοντά του, αν τελειώσει το μάθημα αυτής της ζωής και πρέπει από το γυμνάσιο να πας στο Λύκειο και στο Πανεπιστήμιο της αιώνιας ζωής, τότε τελειώνει η ζωή. Καταλαβαίνεις δηλαδή πόσο μικρό πλάσμα είμαστε. Ένα φτωχό πλασματάκι είναι ο άνθρωπος, αδύναμο. Αυτό είναι... Πώς αυτό το πλάσμα όμως, το μικρό, είναι και τόσο μεγαλειώδες; Είναι μεγάλο μάθημα η αρρώστια. Και όσοι μάλιστα γίνονται καλά... Και εσύ θα γίνεις καλά. Εσύ θα γίνεις καλά με την προσευχή, με την ελπίδα, με την προσμονή στον Χριστό και με τη θεραπεία που σου χαρίζει ο Χριστός, ο οποίος είναι η υγεία, ο οποίος είναι η πηγή της κάθε θεραπείας και της κάθε υγείας και του κάθε θαύματος. Τότε θα δεις, όταν γίνεις καλά, πως θα δεις τη ζωή ξανά με φρέσκα μάτια. Τα μάτια σου θα είναι σαν να ξαναγεννήθηκαν. Ε, τι θα λες με ευγνωμοσύνη; Θα λες «Πω πω, τι πράγμα είναι αυτό, τι δώρα, όλα είναι ωραία. Παιδιά, μην μιλάτε για τίποτα, μην τσακώνεστε για τίποτα. Ζούμε, ζω, είναι μεγαλείο αυτό. Πήγα στον θάνατο και γύρισα, πήγα στον Άδη και είμαι ζωντανός πάλι». Τα δάκρυά σου μετά θα γίνουν δάκρυα ευγνωμοσύνης. Ένας έκλαιγε επειδή ήταν μόνος και πολλές κοπέλες κλαίνε επειδή είναι μόνες και λένε «Επιτέλους, δεν έχω έναν άνθρωπο και κλαίω γι' αυτό και ζω τη μοναξιά μου». Τώρα, το θέμα είναι τι κάνεις εσύ για να βγεις από τη μοναξιά σου; Τι είπαμε; Κλαις και τι θες; Να σε παρηγορήσω; Ωραία. Να σου χαϊδέψω το κεφάλι; Ωραία. Θα βγει τίποτα μόνο από αυτό; Αυτό είναι το παιδικό, το παιδί μέσα μας που θέλει κάπου να κουρνιάσει και να του πει κάποιος «Έχεις δίκιο». Εγώ θέλω μετά από αυτό να πάρουμε και την ευθύνη μας. Γιατί είσαι μόνος; Το έχεις σκεφτεί αυτό; Γιατί είσαι μόνος σου; Γιατί ζεις τη μοναξιά; Μήπως δεν αντέχεις εσύ την παρέα των άλλων; Γιατί δεν βγαίνεις να κάνεις παρέα με άλλα άτομα; Γιατί κάθεσαι στο σπίτι και σαπίζεις; Μήπως δεν σε αντέχουν οι άλλοι και γιατί να μη σε αντέχουν; Τι έχει η συμπεριφορά σου και δεν αντέχει ο άλλος να κάνει παρέα πολύ μαζί σου; Το λέω για να απογοητευτείς, το λέω για να σκεφτείς, να δεις τα πράγματα αληθινά και να πεις «Είμαι ένας χαρακτήρας δύσκολος, γι' αυτό δεν με αντέχουν. Είμαι παράξενος, είμαι εγωκεντρικός, είμαι αλαζόνας, είμαι ξέρω εγώ ιδιότροπος και οι άλλοι δυσκολεύονται μαζί μου». Άρα λοιπόν το κλάμα και αυτό να σου οδηγήσει σε μια αυτογνωσία ότι κάτι δεν πάει καλά με τον χαρακτήρα μου. Δεν μπορεί να μην με θέλει κανείς, δεν μπορεί όπου πηγαίνω να τσακώνομαι συνέχεια με όλο τον κόσμο, να μου φταίνε όλοι. Με όλους έχω τσακωθεί, με όλους έχω παρεξηγηθεί. Είναι δυνατόν όλοι να είναι τόσο κακοί άνθρωποι σε αυτόν τον κόσμο; Κάτι δεν πάει καλά με εμένα. Λεπτό το θέμα των δακρύων, τελικά είδες; Μπορεί να κλαις λόγω μοναξιάς, αλλά μέσα από αυτό μπορεί κάποιος να καταλάβει ότι το πρόβλημα είναι σε σένα κι ας κλαις. Έχουμε ταυτίσει το κλάμα με το δίκιο. Κλαίω επειδή είμαι αδικημένος, είμαι το θύμα, είμαι ο καημένος. Δεν είναι έτσι. Κλείνεσαι στο σπίτι. Ένας άγνωστος, δεν πας καμία επίσκεψη, δεν δέχεσαι καμία επίσκεψη και δεν ανοίγεις το σπίτι σου ούτε κι εσύ και κυρίως δεν ανοίγεις την καρδιά σου. Δεν θες να λερώσει το χαλί, δεν θες να σκονίσουν τα έπιπλα αλλά κυρίως ξέρεις τι αποφεύγεις μερικές φορές; Να δεσμευτείς μέσα από τις παρέες. Δεν θες τη δέσμευση. Λες «Θέλω παρέες αλλά όχι και πολλή δέσμευση». Δεν γίνεται. Πρέπει να δεσμευτείς, πρέπει να δεθείς με ανθρώπους για να κάνεις παρέες, να ανοιχτείς. Το φοβάσαι αυτό, να ανοίξεις την καρδιά σου, να πεις και να ακούσεις, να σε δουν οι άλλοι, να δουν κάποια γυμνά κομμάτια της ψυχής σου τα οποία ίσως σε κάνουν και να προσβληθείς, ντροπιαστείς, μειωθείς, ταπεινωθείς. Να ακούσεις τη χαρά του άλλου, να ακούσει και αυτός τη δική σου τη λύπη και αντίστροφα, και να πάρεις μια θέση μέσα στην ομάδα των άλλων. Πώς θα κάνεις παρέα; Θα φύγει αυτή η μοναξιά; Μερικοί άνθρωποι υποφέρουν από τη μοναξιά αλλά δεν κάνουν και κάτι να βγουν από αυτή τη μοναξιά. Παρακάθονται συνέχεια και περιμένουν ότι κάποιος πρέπει να με πλησιάσει. Και τι είπε ο Χριστός μας; Γίνε εσύ πλησίον. Δεν έχεις πλησίον κάποιον δίπλα σου; Γίνε εσύ σε κάποιον. Μην κλαις άγονα, στείρα για αυτή την υπόθεση. Άλλη λέει: «Αμάρτησα. Να, είδατε, πάλι και αυτό αμαρτία, ένα λίγο που κάνω, και κλαίω και για όλα αυτά που κάνω και για όλες τις αμαρτίες μου και με πιάνει η απελπισία». Ναι, αλλά και το κλάμα της αμαρτίας σου και τα δάκρυα, όταν κάνεις κάποια λάθη, να είναι... να βγάζουν και αυτά κάπου. Να σε ωριμάζουν, να μην είναι δάκρυα απλώς εγωισμού, μιας παραξενιάς: «Γιατί να είμαι έτσι;» Και το θέμα είναι, μερικοί κλαίνε για αμαρτίες οι οποίες δεν είναι ουσιαστικές αμαρτίες της ψυχής. Δηλαδή σπάνια να δεις κάποιον να κλαίει, για παράδειγμα, επειδή, ας πούμε, φθονεί, επειδή ζηλεύει, επειδή συκοφάντησε κάποιον, επειδή κατέκρινε, επειδή υπονόμευσε τον άλλον, επειδή έβαλε λόγια και ο άλλος, ας πούμε, έχασε τη θέση του, τον βλέπουν στο γραφείο όλοι παράξενα. Αυτό δεν το παίρνει πολύ αμαρτία. Αμαρτία παίρνει, ας πούμε, «Δεν νήστεψα την Παρασκευή». Είναι αυτό αμαρτία; Είναι αμαρτία, αλλά δεν είναι το μεγαλύτερο, σαφέστατα δεν είναι το μεγαλύτερο σε σχέση με την ασπλαχνία, σε σχέση με τη σκληροκαρδία. Δεν είναι αυτό το αμάρτημα για να κλαις. Να κλαις για τις αμαρτίες σου δημιουργικά, να μαλακώνει η ψυχή σου από τον προσωπικό σου πόνο και από την προσωπική σου αποτυχία. Αμάρτησες, κατάλαβες πόσο αποτυχημένος άνθρωπος είσαι και εσύ στη ζωή, κάνεις αποτυχημένες κινήσεις. Έτσι είναι και οι άλλοι, συμπάθησέ τους, αγάπησέ τους. Ίδιος είσαι και εσύ όπως είναι και οι άλλοι, και οι άλλοι έχουν ανάγκη όπως εσύ, συμπαράσταση και καλοσύνη. Βέβαια πολλοί που κλαίνε από τις αμαρτίες τους, άδικα όσο και να προσπαθήσεις να τους βγάλεις μερικές φορές από αυτή την κατάσταση των ενοχών και να τους δώσεις ελπίδα, δεν θέλουν αυτό. Θέλουν το δάκρυ τους να είναι πάντα έτσι, να τους πικραίνει, ενώ τους λέω εγώ... Κάνε το δάκρυ σου δροσιά και την ψυχή σου, να δροσιστεί η ψυχή σου και να πει «Μ' αγαπάει ο Θεός». «Όχι», λέει, «εγώ θέλω να βουλιάζω εκεί στις ενοχές, στις τύψεις». Και όχι γιατί το λέει ο Χριστός αυτό, γιατί ο Χριστός δεν ζήτησε αυτό το πράγμα, να βουλιάζουμε στις τύψεις, δεν ζήτησε να κλαίμε απαρηγόρητα. Και γι' αυτό κάποιοι λένε μάλιστα ότι η μεγάλη αμαρτία των χριστιανών, λέει, δεν είναι ότι κάνουν αμαρτίες, αλλά είναι ότι δεν έχουν χαρά. Η μελαγχολία τους, το μίζερο κλίμα τους, η παραπονιάρικη συμπεριφορά τους, αυτό το γκρινιάρικο, αυτό το ύφος το καταθλιπτικό, που πάει ένας νέος άνθρωπος να πλησιάσει και αντί να βρει ανθρώπους οι οποίοι αισθάνονται λυτρωμένοι από τον Χριστό, ανακουφισμένοι, αναγεννημένοι... Δεν είναι καθόλου προτεσταντική αυτή η νοοτροπία. Δεν είναι προτεσταντικό το να πεις ότι πραγματικά μπαίνοντας μέσα στην εκκλησία η ψυχή μου ευαισθητοποιείται, εξομολογούμαι, η ψυχή μου αρχίζει να ισορροπεί, κοινωνάω, παίρνω μέσα μου το σώμα και το αίμα του Κυρίου, δυναμώνω. Μεταμορφώνομαι και ζω αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος, «αμαρτωλός, ηλεήθην, ελεήθηκα απ' τον Θεό». Αυτή η αίσθηση λοιπόν ότι ο Χριστός, είμαι εγώ αμαρτωλός, ναι, έχω πολλά πάθη, δεν πάω καλά πολύ, αλλά έχω ελπίδα. Έχω πιάσει το χέρι του Χριστού και δεν υπάρχει περίπτωση να χάσω τον δρόμο μου όσο είμαι κοντά Του. Και ρωτάω μερικές φορές τέτοιους ανθρώπους που κλαίνε για αμαρτίες τους: τελικά τι θα πει Ευαγγέλιο; Πες μου λίγο τι θα πει Ευαγγέλιο. Μήπως χαίρεσαι δηλαδή, σ' αρέσει και παίρνεις μια κρυφή ευχαρίστηση με αυτά τα δάκρυα που συνέχεια έχεις χωρίς να πρέπει συνέχεια να κλαις; Μερικοί δεν κλαίνε καθόλου, το άκρο της αναισθησίας και της αδιαφορίας, και μερικοί κλαίνε συνέχεια χωρίς λόγο, λόγω μιας θλίψης που την επιδιώκουν όμως. Νιώθεις ότι έχεις αξία έτσι όταν αισθάνεσαι βρώμικος, ανάξιος; Σου αρέσει λίγο αυτός ο ρόλος του θύματος; Δεν ξέρω, μυστήρια πράγματα. Και κάποιοι κλαίνε χωρίς να ξέρουν γιατί. Αισθάνονται ένα ψυχικό αδιέξοδο, ότι «Κάτι έχω αλλά δεν ξέρω τι έχω, κάτι με πνίγει, κάτι έχω έτσι εδώ στο στήθος, ένα πλάκωμα». Λέω «Κάνεις προσευχή;» Λέει «Κάνω». «Κοινώνησες, εξομολογήθηκες, διάβασες;» «Ναι, ναι, τίποτα δεν με πιάνει», λέει. «Τι έχεις τότε;» «Δεν ξέρω», λέει, «δεν έχω ένα νόημα, δεν έχω ένα κίνητρο στη ζωή μου, όλα τα βλέπω μαύρα, δεν μπορώ να χαρώ με τίποτα». Τότε να σου πω κάτι: βρες λύση. Βρες λύση. Σε κάποιον άνθρωπο, πήγαινε σε κάποιον κληρικό που είναι πιο εξειδικευμένος σε ψυχικά θέματα να σου μιλήσει για το πρόβλημά σου, να μην κλαίς έτσι και περνάνε ατελείωτες... «Πόσο καιρό», λέω, «είσαι έτσι και κλαις;» Λέει «Έτσι, τους τελευταίους μήνες. Και κλαίω», λέει, «το βράδυ και κάθομαι στη μοναξιά μου και στεναχωριέμαι». Μα είναι κρίμα, λέω, να περνάνε ατελείωτες μέρες και ώρες μέσα στην κατάθλιψη και στη μελαγχολία και τα δάκρυα. Να πας να βρεις έναν γιατρό να σε βοηθήσει. «Γιατί», λέει, «επιτρέπεται να πάω;» Δηλαδή τι πρέπει να σου πω; Κάτσε να πεθάνεις για να μην πας σε έναν γιατρό; Να πας σε έναν γιατρό. Είτε είναι ψυχίατρος είτε είναι ψυχολόγος είτε είναι ειδικός για τέτοια θέματα, ένας πνευματικός που γνωρίζει, ένας άλλος ειδικός. Να βοηθηθούμε δεν πρέπει; Μαραζώνεις, αρρωσταίνεις και βουλιάζεις και κυρίως αν αυτό κρατάει μήνες, τα αφήνεις. Νομίζω ότι εβδομάδα δεν πρέπει να αφήσει ένας άνθρωπος. Να μην ξέρει τι του φταίει. Κάπου να βγάλει μια κραυγή, να βγάλει μια φωνή, να πάρει ένα τηλέφωνο. Κάνε μια επίσκεψη κάπου, να το πεις αυτό σε έναν έμπιστο άνθρωπό σου, να σου πει μια λύση. Μην το κρατάς μόνος σου. Άνοιξε το στόμα σου. Τι είπα; Κάνε το δάκρυ σου λόγο. Πες τι έχεις, τι θέλεις, τι νιώθεις. Ακόμα και το να πεις αυτό το μπέρδεμά σου είναι επικοινωνία, είναι μοίρασμα. Μερικοί άνθρωποι κλαίνε για έναν άλλο λόγο, διότι δεν μπορούν να ζήσουν την επιθυμία τους, αυτό που θέλουν κατά βάθος. «Θέλω», λέει, «κάποια πράγματα, αλλά δεν μπορώ να τα ζήσω. Δεν μπορώ να τα ζήσω. Θέλω κάποιες καταστάσεις, θέλω κάποια δουλειά, θέλω κάτι να κάνω, θέλω κάπου να πάω, να ταξιδέψω, να μορφωθώ, να παντρευτώ, έχω όνειρα», οτιδήποτε. Έχει κανείς μια επιθυμία. Πόθο μες στην ψυχή του και όταν αυτόν τον πόθο δεν μπορεί να τον ζήσει είναι ένα μαρτύριο, είναι κάτι πολύ επώδυνο. Έτσι λεγόταν ο προφήτης Δανιήλ, «Ανήρ επιθυμιών», ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος ιερές επιθυμίες. Ήθελε πράγματα, ήθελε να νιώσει τον Θεό, ήθελε να δει τη Βασιλεία του Θεού. Είναι μεγάλο πράγμα ο άνθρωπος να επιθυμεί, το οποίο βέβαια συνεπάγεται χαρά αλλά και ευθύνη και κόπο και τίμημα και να πληρώσεις για αυτό που επιθυμείς. Δεν είναι έτσι απλό, εύκολο. Αυτό το θέλει πολύ ο Χριστός, να ζήσουμε την επιθυμία μας. Μέσα σου ένας σπόρος που θέλει να ανθίσει στη ζωή. Έχεις γεννηθεί για ένα σκοπό κι εσύ. Κι εγώ κάτι θέλω να κάνω, κάπως θέλω να ζήσω, κάπου θέλω να δραστηριοποιηθώ. Κι εσύ το ίδιο. Αυτό πρέπει να το φέρεις στην επιφάνεια. Ήθελε ο Χριστός πάντα οι άνθρωποι να ζουν την επιθυμία τους. Πόθο της καρδιάς τους. Επιθυμία δεν είναι η αμαρτία. Ακόμα και όταν ο άνθρωπος επιθυμεί μια αμαρτία, στο βάθος, στον πυρήνα της καρδιάς του, ξεκινάει από έναν αγαθό σκοπό. Κανείς δεν γεννήθηκε από το Θεό για να θέλει αμαρτίες. Θέλουμε κάτι άλλο το οποίο δεν το έχουμε βρει. Βρες αυτό το άλλο. Το θέλει πολύ ο Χριστός. Να ζήσεις το όνειρό σου. Μου έκανε εντύπωση κάτι που διάβασα για αυτή τη γυναίκα την αιμορροούσα, που αιμορραγούσε 12 χρόνια, υπέφερε. Άρα δεν το είχα σκεφτεί αυτό, άρα 12 χρόνια αυτή η γυναίκα δεν μπορούσε να ζήσει την επιθυμία της συζυγίας, να κάνει μια οικογένεια. Δεν θα είχε αυτή την επιθυμία να την αγαπήσει κάποιος άνθρωπος; Δεν θα είχε επιθυμία να κάνει ένα παιδάκι; Εγώ πάντα έβλεπα αυτό το θαύμα απλώς έτσι, ότι ήταν μια γυναίκα που είχε αιμορραγία και σταμάτησε η αιμορραγία. Με τόση πίστη, σίγουρα αυτή η επιθυμία συγκλόνισε, κίνησε την καρδιά του Χριστού και του είπε: «Θέλω κάτι. Το θέλω πολύ δυνατά όμως». Σίγουρα τα μάτια της ήταν κι αυτής υγρά. Ο πόθος, κάτι που σε συγκλονίζει, σε κάνει να συγκινείσαι, να κλαις. Και ένιωσε ο Χριστός, λέει, να βγαίνει δύναμη από μέσα του. «Έγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν». Κατάλαβα, λέω, ότι από μέσα μου κάτι βγαίνει, γιατί συντονίστηκα με αυτή τη γυναίκα και αυτή η γυναίκα συντονίστηκε μαζί μου. Παραδόθηκε στον Χριστό. Του έδειξε την επιθυμία της, ότι θέλω από σένα να με βοηθήσεις, σε εμπιστεύομαι, και τη θεράπευσε και τη βοήθησε όχι απλώς να γίνει καλά οργανικά, σωματικά, να σταματήσει το αίμα να κυλάει και να χάνεται μονίμως και να έχει τέτοια ταλαιπωρία, αλλά τη βοήθησε με τον τρόπο αυτό να κάνει, αν θέλει, και οικογένεια, να βρει έναν άνθρωπο, να νιώσει γυναίκα, να νιώσει επιθυμητή. Γιατί όταν μια γυναίκα τότε είχε αιμορραγία για 12 χρόνια, δεν την πλησίαζε κανείς. Γιατί υπήρχαν νομοθεσίες στην Παλαιά Διαθήκη, νόμοι που έλεγαν ότι ο άνδρας που αγγίζει γυναίκα που έχει τέτοια θέματα του μηνιαίου κύκλου της και λοιπά, είναι και αυτός, θέλει να κάνει καθάρσεις, πλύσεις, τελετές. Αν αγγίξει ακάθαρτο, γίνεσαι και ακάθαρτος. Έτσι υπήρχε η αντίληψη. Άρα αυτή η γυναίκα ήταν απομονωμένη. Δεν την πλησίαζε κανείς. Πόσο μάλλον να γίνει μητέρα. Δάκρυα. Πλημμυρίζει η γη δάκρυα. Μια μέρα σκεφτόμουν πόσα δάκρυα χύνονται κάθε μέρα στον κόσμο. Πόσα δάκρυα. Άλλες φορές έχω σκεφτεί πόσα να είναι τα... Γιατί είχα πάει στην Αμερική και λέγανε διάφορα σε ένα εστιατόριο, λέγανε: «Ξέρεις πόσες πατάτες τρώνε κάθε μέρα στην Αμερική; Τόνους. Πόσα μπιφτέκια; Τόνους. Πόσα σκουπίδια; Τόνους». Και λέω μέσα μου, πόσα να είναι τα δάκρυα των πονεμένων, των ανθρώπων που χάνουν δικούς τους, που έχουν τα παιδιά τους έτσι που ταλαιπωρούνται; Και αυτά είναι δάκρυα πολύ επώδυνα, να κλαις για τους δικούς σου. Μερικές φορές βέβαια υπερβάλλουμε, κλαίμε για τους δικούς μας, γιατί κατά βάθος μέσα από τους δικούς μας θέλουμε εμείς να πάρουμε κάτι από αυτούς. Λέει κανείς: «Μα εγώ για το παιδί μου κάνω τα πάντα». Ναι, κάνεις τα πάντα γιατί θες να πάρεις μετά τα πάντα. Του κάνεις ένα σπίτι δίπλα στο δικό σου γιατί το θέλεις δίπλα στο σπίτι σου. Μετά δεν κάθεται γιατί θέλει να ζήσει την ελευθερία του, γιατί το πιέζεις και το πνίγεις και κλαις. Αν αναλύσεις γιατί κλαις, θα καταλάβεις ότι σου το είχαν πει και οι πνευματικοί: μην πάρεις το παιδί με το ζόρι και του φορτωθείς. Και εσύ δεν το κάνεις αυτό. Και τελικά βγαίνει αυτή η πίκρα, έρχεται αυτή η συνέπεια και την πληρώνεις και στεναχωριέσαι. Θες το παιδί να σε υπακούει, θες να σε ρωτάει, θες να του υποδεικνύεις εσύ. «Παιδί μου, τι το πήρες το αυτοκίνητο άσπρο; Σου είχα πει να το πάρεις ασημί. Δεν σ' το είπα όταν πήγαμε στην έκθεση μαζί;» Και λέει: «Ρε μάνα, εσένα παντρεύτηκα;» Συνέχεια, μονίμως, μέχρι όσο, με όποια ηλικία και αν φτάσει, επέμβαση στη ζωή του άλλου. Ποια να παντρευτεί, ποια να παντρευτεί, πώς να ζήσει, πώς να μεγαλώσει τα παιδιά. «Το παιδί κρύωσε, ντύσ' το». Τι είναι αυτά που κάνεις; Αυτό το πράγμα, θα έρθει η ώρα που θα κλάψεις γι' αυτό. Δεν αντέχει ο άλλος. Και μετά νομίζεις ότι αγαπάς το παιδί και κάνεις όλα για το καλό σου και κλαις για το καλό του. Δεν κλαις για το καλό του εκείνη την ώρα. Ξέρεις γιατί κλαις; Κλαις γιατί πικράθηκες που δεν έγινε το δικό σου ακριβώς. Σεβάσου το. Άσ' το παιδί, αυτή είναι αγάπη. Σε αγαπάει το παιδί σου, εκτιμάει τα δώρα σου και θα εκτιμήσει πάρα πολύ την ελευθερία και το σεβασμό που θα του χαρίσεις. Άσ' το παιδάκι και θα βρει το δρόμο του, συμφωνείς; Η ελευθερία, Βασίλη, πιστεύω είναι κάτι που αξίζει να πληρώσεις όσο χρειαστεί για να την έχεις. Και ο σεβασμός. Άφησέ με να ζήσω χωρίς να με πνίγεις. Βασίλη Χατζηνικολάου, σε παρακαλώ, ένα μουσικό άκουσμα που να μην μας πνίγει, να μας ανοίγει σε πελάγη ελευθερίας. Ευχαριστώ πολύ. 41-18-602 και 41-18-640. Περίμενε, Βασίλη. Και το email της εκπομπής είναι atheata.perasmata.gr. Η εκπομπή αναμεταδίδεται σε κάποια μέρα της εβδομάδος και υπάρχει και στο διαδίκτυο σε λίγες μέρες, θα μπει, ώστε να την κατεβάζεις, να την ακούς κάποια άλλη ώρα αν τώρα δουλεύεις και τώρα που γύρισες από τη δουλειά μπορεί να την ακούσεις. Βασίλη, σε ευχαριστώ. Κάτι που διάβασα: λέει ο Ιάειρος, όταν πέθανε το κοριτσάκι του, πήγε στον Χριστό κλαμμένος και αυτός. «Σε παρακαλώ, το παιδί μου χάνεται», έκλαιγε, και ο Χριστός κατάλαβε ότι αυτός ο άνθρωπος έχει ανάγκη να βοηθηθεί το παιδί του, αλλά κατάλαβε, λένε μάλλον, ότι δεν ήταν μόνο αντικείμενο αγάπης του το παιδί, αλλά ήταν και αντικείμενο της επιθυμίας του. Όχι απλώς το αγαπούσε, αλλά το ήθελε πάρα πολύ να το κάνει αυτός όπως ήθελε. Και απόδειξη: πού είναι η μάνα; Ρωτάνε πολλοί. Ο Ιάειρος πήγε μόνος. Δεν υπήρχε άλλος άντρας στην Καινή Διαθήκη που να πηγαίνει στο Χριστό για το παιδί του. Όλες οι μάνες πηγαίνουν για τα παιδιά. Αυτός εδώ, ένας άντρας, αύξησε πάρα πολύ την αρμοδιότητά του πάνω στο παιδί του, η μάνα ανύπαρκτη, και λέει: «Σε παρακαλώ, το παιδί μου». Και γι' αυτό ο Χριστός μας, λένε, όταν πήγε να κάνει το θαύμα, να το αναστήσει, που είχε πεθάνει το παιδάκι, δωδεκάχρονο κορίτσι, ζήτησε να μπει μέσα η μάνα και ο πατέρας και να σταθούν οι δύο απέναντι. Και ο Χριστός θεραπεύει το παιδί, το ανασταίνει το παιδί και λέει στους γονείς: «Δώστε του να φάει και να πιει». Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει: κλαίτε για το παιδί σας, λυπάστε για αυτό που συνέβη, είστε οι γονείς. Τόση ώρα δεν ήσασταν και οι δύο μαζί. Ήταν μόνο ένας, τώρα εγώ σας έβαλα και τους δύο για να δει ότι έχει δυο γονείς. Αλλά από εσάς τους δυο γονείς ξέρετε τι θέλει το παιδί; Το φαγάκι του, το νεράκι του και τα βασικά. Τα άλλα αφήστε το να τα βρει πατώντας στα πόδια του, κάνοντας τη δική του τη ζωή. Δώδεκα χρονών αρχίζει το κοριτσάκι και μεγαλώνει και μπορεί να γίνει σιγά σιγά μητέρα εκείνη την εποχή. Παντρεύονταν πολύ νωρίς τα παιδιά και μπορούσαν. Και ο Χριστός λέει: «Αφήστε το κορίτσι σας, μην το πνίγετε». Δεν τους είπε: «Πνίξτε το στην αγάπη, στα φιλιά, αγκαλιάστε το, κάντε το να σκάσει». Την υπερβολική υπερπροστασία και αγάπη σας. Όχι. Λίγο νεράκι, λίγο φαγάκι και αφήστε το να περπατήσει, να αισθανθεί ότι μπαίνει στην κοινωνία. Νομίζεις ότι κλαις για αυτόν και για αυτήν, για το παιδί σου κλπ. Αλλά στην πραγματικότητα κλαις γιατί χάνεις. Νομίζεις ότι χάνεις πρόσωπα που ήταν οι προεκτάσεις του εαυτού σου. Νόμιζες ότι θα είναι συνέχεια δικό σου, μα δεν είναι ένα αντικείμενό σου. Δεν είναι ένα τραπέζι το παιδί σου που θες να το πηγαίνεις όπου θες εσύ, να το έχεις όσο θες εσύ κοντά σου. Όχι, θα ανοίξει τα φτερά του, θα βγει στη ζωή του. Γι' αυτό λοιπόν πολλές φορές τα δάκρυα μπορεί να μην είναι και τόσο πολύ καθαρά. Όταν όμως κάτσεις και τα συζητήσεις με τον εαυτό σου και πεις: «Τώρα γιατί; Τι θέλω πραγματικά; Γιατί κλαίω για το παιδί μου; Γιατί δεν του δίνω μόνο τα απαραίτητα; Του δίνω, θέλω να παίρνω». Ρόλους που δεν μου ανήκουν. Θέλω να απορροφήσω το παιδί μου, να το κάνω τελείως δικό μου, χωρίς να έχει δική του προσωπικότητα, δική του θέληση. Θα κλάψεις αν το κάνεις αυτό. Θα κλάψεις. Και κάτι άλλο, όταν κλαις για δικά σου άτομα, συγγενείς, παιδιά κλπ., πρόσεχε, πρόσεχε στη ζωή. Μην κατακρίνεις άλλους που περνάνε δύσκολα στο σπίτι τους. Γιατί θα έρθει η ώρα που θα κλάψεις και στο δικό σου σπίτι για παρόμοιο θέμα. Στη μικρή μου πείρα στην εκκλησιαστική ζωή και στους ανθρώπους που γνώρισα, έχω δει πολλά περιστατικά ανθρώπων που ό,τι είπαν για άλλες οικογένειες, για άλλα παιδιά, θέματα δουλειάς, συμπεριφοράς, χαρακτήρων, ηθικής, αγωγής, ψυχολογίας, και κατηγορούσαν άλλους, σχολίαζαν άλλους, ήρθε η ώρα και έκλαψαν στο δικό τους το σπίτι και χτύπησε η πόρτα το ίδιο το δικό τους το σπίτι. Κάποιος σχολίαζε μια συγγενή τους που είχε χωρίσει, μια κοπέλα συγγενή του που είχε χωρίσει, και λέει: «Τι παιδιά είναι αυτά; Να λοιπόν, τα παιδιά το χωρίσανε, κάνανε και λοιπά. Εμείς, δόξα τω Θεώ, εμείς καλά». Ήρθε η ώρα, περάσανε έξι χρόνια και χώρισε το δικό του το παιδί και έκλαιγε μετά. Τώρα κλαις, αλλά ξεχνάς ότι ήσουν σκληρός. Κατέκρινε ο άλλος την έκτρωση που έκανε μια κοπέλα με τρόπο πολύ υποτιμητικό, δηλαδή και την εξευτέλισε την κοπέλα που έκανε την έκτρωση και την οικογένειά της. Το έλεγε εδώ, το έλεγε εκεί, το σχολίαζε, το κουτσομπόλευε. Μετά από χρόνια η δική του κόρη. Το στόμα έκλεισε. Έκλαιγε και έσκαγε και έλεγε, ας πούμε: «Τι με βρήκε;» Και πάλι από εγωισμό έκλαιγε γιατί έλεγε: «Γίναμε ρεζίλι». Μόνο αυτό σκέφτονται μερικοί, γινόμαστε ρεζίλι. Το δράμα του παιδιού που έχει κάνει την έκτρωση, το αδιέξοδο που φτάνει, το λάθος που έκανε, το παιδάκι που έφυγε, τα σκέφτεται συνολικά; Σκέφτεται μόνο: «Τι θα πουν για μας; Τι θα πουν για μας; Πώς μας βλέπουν;» Είμαστε άνθρωποι. Αν καταλάβεις ότι είσαι άνθρωπος, που ό,τι σχολιάζεις πρώτα θα το πάθεις, θα γίνεις πολύ πιο επιεικής και συμπαθής και τα δάκρυά σου θα σε μαλακώνουν και δεν θα σε κάνουν σκληρό και τότε θα σε αγαπάει και ο Θεός. Θα δεις, θα μειωθούν τότε τα δάκρυα του πόνου και θα έρθουν δάκρυα ευγνωμοσύνης. Ό,τι πεις για άλλους θα έρθει η ώρα που θα το δεις και θα το ζήσεις σε κοντινά σου πρόσωπα. Και τα πιο συγκλονιστικά δάκρυα είναι τα δάκρυα του πένθους. Α, εκεί δεν έχεις να πεις. Σε άνθρωπο που πενθεί πας και του δίνεις ένα μαντηλάκι, δεν του λες «Σταμάτα», και κλαις κι εσύ μαζί του. Εκεί δεν έχεις να πεις τίποτα γιατί είναι, είναι φοβερό. Ο θάνατος είναι όντως μια φοβερή τραγωδία, είναι μια ανατροπή των πάντων, της λογικής μας. Μια αντιφατικότητα, δηλαδή δεν μπορεί να διανοηθείς κάτι τόσο ωραίο, που ένας άνθρωπος που τον αγαπάς και περνάς ωραία και απολαμβάνεις και χαίρεσαι, και είναι τρέλα μετά αυτό που γίνεται, είναι τρέλα, τρελαίνεσαι, φτάνεις στα όρια της τρέλας, είναι απίστευτο, πελώριο ερωτηματικό, είναι κάτι φοβερό. Λοιπόν, κλαις για τέτοια θέματα πόνου, πένθους, απώλειας αγαπημένων προσώπων, δεν μπορεί να σου πει κανείς τίποτα. Μίλα. Μίλα για το άτομο που αγαπούσες. Πες πόσο ωραία περνούσατε. Θυμήσου σκηνές. Μην κρύψεις τα δάκρυα αυτά, μην τα στεγνώσεις με το ζόρι. Θυμήσου τι σου έδωσε, τι του έδωσες, τι είπατε, τα δώρα που κάνατε, τα μέρη που επισκεφθήκατε, στιγμές ωραίες που ζήσατε. Σε βοηθάνε όμως και αυτά τα δάκρυα. Σε βοηθάνε ακόμα και αυτά τα δάκρυα του πένθους να δεις πολλά πράγματα, να δεις την αγάπη που είχατε, η οποία δεν χάνεται. Δεν χάθηκε τίποτα από τα ωραία που ζήσατε. Δεν μπορεί κάτι ωραίο να χαθεί. Δεν έχεις τον άνθρωπό σου, αλλά αυτή η ανάμνηση της αγάπης, τον κρατάς ζωντανό. Την ψυχή του την νιώθεις. Προσεύχεσαι για αυτή. Και το κλάμα σου γίνεται έτσι μια παρηγοριά από το Θεό και σου λέει: «Σας ενώνω εγώ». Έχεις σημάδια στην ψυχή σου από τον άνθρωπο που έφυγε. Δεν είναι χαμένος. Σου έχει αφήσει σημάδια. Έχει χαράξει στην καρδιά σου, σαν τους κορμούς των δέντρων που, λέει, ας πούμε, την αγάπη τους γράφουν οι άνθρωποι, τα νέα παιδιά, και εσύ έχεις χαραγμένη στην ψυχή σου την αγάπη του ανθρώπου που αγαπούσες, είτε είναι παιδί σου, είτε είναι γυναίκα σου, άντρας σου, γείτονάς σου, συγγενής σου, αδερφός σου, μάνα σου, πατέρας σου. Υπάρχει η ψυχή τους. Υπάρχει και το χάραγμα της αγάπης τους μέσα σου. Και καταλαβαίνεις βέβαια και τη ματαιότητα και το αβέβαιο της ανθρώπινης ζωής. Και λες, απ' την άλλη λες: «Πόσο είχα αγαπήσει, ρε παιδί μου, έναν άνθρωπο ο οποίος τελικά έφυγε. Πώς γίνεται να δίνω τόσο πολύ αγάπη και να θεωρώ ότι είναι το παν, και τώρα αυτό που είχα το παν έφυγε; Πώς γίνεται αυτό;» Εκεί βλέπεις το τέλος, βλέπεις τη ζωή, βλέπεις τη ζωή που τελειώνει και το θάνατο που τα ισοπεδώνει όλα και την αγάπη που τα κρατάει όλα όρθια. Και είναι φοβερό. Και οι άνθρωποι που κλαίνε επειδή απογοητεύτηκαν όχι από τους ανθρώπους που έφυγαν αλλά από τους ζωντανούς που είχαν εμπιστευτεί, άνθρωποι και αυτοί οι άνθρωποι πάντως μας ωριμάζουν και μας κάνουν πολύ δυνατούς. Καταλαβαίνεις ότι η ζωή θα σου φέρει εκπλήξεις και πόνο ακόμα και από εκεί που δεν το περιμένεις. Θυμήσου βέβαια και εσύ ότι έχεις και εσύ πληγώσει ανθρώπους στο παρελθόν και τους έκανες και εσύ να κλαίνε. Δεν έχει γίνει καμία φορά αυτό και στη ζωή σου; Λέμε, «Α, τι μου έκανε! Α, με απογοήτευσε, εγώ τον εμπιστεύτηκα». Και εσύ έχεις προχωρήσει σε τέτοια βήματα και έχεις πονέσει ανθρώπους και τους έκανες να λυπηθούν, τους παράτησες, δεν τους μιλάς τώρα, ξέκοψες. Και αυτοί κλαίγανε και εσύ δεν το ήξερες, και αυτοί περιμένανε να τηλεφωνήσουν και δεν το έπαιρνες. Και αυτός ο άνθρωπος τον οποίο τότε είχες πληγώσει, λέω, δεν ξέρω. Αλλά μου είχε πει κάποιος πολύ πληγωμένος που έκλαψε πολύ από προδοσία ανθρώπου. Λέει: «Εύχομαι, πάτερ, όχι ως κατάρα», μου λέει, «όχι να πάθει κακό, όχι. Αλλά εύχομαι», λέει, «όποτε θέλει ο Θεός, να καταλάβει πόσο πόνεσα». Αυτή η προσευχή δεν πάει χαμένη στον Θεό. Προσευχή του πληγωμένου, του αδικημένου. Πικραμένου ανθρώπου που έκανε καλό και πήρε απάντηση την κακία, την αδικία, την πίκρα την τεράστια. Και αυτό είναι, η αδικία βοά στον Θεό και του λέει: «Τι γίνεται; Μια δικαιοσύνη, σε παρακαλώ». Και λέει: «Θεέ μου, σε παρακαλώ, δεν θέλω να εκδικηθείς, αλλά να καταλάβει κάποτε πόσο πολύ μου στοίχισε αυτό που μου έκανε». Και γίνεται μετά από χρόνια κάτι, κάτι, κάτι, πονάς και εσύ και λες: «Τόσο πολύ πονάει τελικά να σε πληγώνει; Τόσο πολύ;» Λοιπόν, σήμερα πέρασε η ώρα με δάκρυα. Τι να πω; Παρακαλώ να μην κλαίει κανείς. Απαγορεύονται τα δάκρυα εν ώρα εκπομπής, γιατί σε βλέπουν και άλλοι. Αν εσύ είσαι εντάξει, αν είσαι μόνος, κλάψε όσο θες. Αλλά το θέμα δεν είναι να κλαίεις. Αυτό λέμε τόση ώρα. Όταν κλαίς, να σκέφτεσαι γιατί κλαίς. Να σκέφτεσαι τι ζητάς και μην λες ότι όλα πήγαν λάθος στη ζωή σου και «αν τα ήξερα αυτά νωρίτερα», όπως μου είπες εσύ στη Θεσσαλονίκη, λέει, «αν τα ήξερα αυτά νωρίτερα, θα ήταν αλλιώς η ζωή μου». Ωραία, από εδώ και πέρα η ζωή σου. «Μα», λέει, «δεν πέρασαν τόσα χρόνια;» Από εδώ και πέρα, σου ξαναλέω. Πέρασαν 50 χρόνια; Ωραία, θα ζήσεις άλλα 40, άλλα 50, δεν ξέρω πόσο θα σε αφήσει ο Θεός. Δεν είναι λίγο. «Εγώ», λέει, «που γέρασα, τι να κάνω τώρα που είμαι 80; Και αυτά δεν τα ήξερα και δεν τα είχα σκεφτεί έτσι». Δεν υπάρχει απελπισία. Και άλλες δύο μέρες να σου μένουν στη ζωή να ζήσεις, μιλάω για μένα γιατί εσύ θα ζήσεις πολλές, λέω, πες ότι ζεις άλλες δυο μέρες μόνο. Είναι πολλές και αρκετές για να ζήσω μια ποιότητα στη ζωή μου, μια ποιοτική ζωή. Μια ζωή αναγεννημένη κοντά στον Θεό, μια ζωή μέσα στα μυστήρια της Εκκλησίας, να πλησιάσω, να εξομολογηθώ, να μεταμορφωθώ, να κοινωνήσω. Προλαβαίνω. Προλαβαίνω να κάνω πολλά, ακόμα και λίγος χρόνος να μου έχει μείνει. Να λοιπόν που τα πράγματα θέλουν ψάξιμο στο βάθος και όχι απλώς επιφάνεια. Μην κοιτάς το δάκρυ μόνο, τι κρύβει αυτός ο πόνος μέσα. Γιατί κλαις; Τι θέλεις; Τι ζητάς; Για να ξέρεις πού να παλεύεις και πώς να το επιδιώκεις αυτό. Και μου έκανε εντύπωση, έλεγε ένας ασκητής ήτανε, και για να σου πω αυτό, τη σημασία του βάθους, να προχωράμε πέρα από την επιφάνεια των δακρυών. Ήταν ένας ασκητής και είχε χάσει τη βελόνα του, λέει. Και την έψαχνε. Ήταν έξω από το κελί του και έψαχνε στα χώματα εκεί. Ήταν ηλιοβασίλεμα και έπεφτε ο ήλιος και ήταν οι τελευταίες ακτίνες και έβλεπε ο άνθρωπος. Και περνάει ένας άλλος ασκητής και του λέει: «Με βοηθάς λίγο, πάτερ;» Λέει: «Έχω χάσει τη βελόνα μου, ψάχνεις και εσύ λίγο;» «Λέω να ψάξω». Ψάχνανε, ψάχνανε, δεν βρίσκανε τη βελόνα. Λέει: «Ρε πάτερ, πού είναι αυτή η βελόνα; Πού την έχεις χάσει; Δεν την βρίσκω. Έχω φάει τον τόπο», λέει, «δεν φαίνεται πουθενά. Πού την έχασες ακριβώς;» «Μέσα», λέει, «μέσα στη σπηλιά την έχασα». «Καλά, την έχασες μέσα στη σπηλιά και ψάχνουμε εδώ;» «Ε, ναι, αλλά εδώ έχει φως», λέει, «μέσα δεν έχει φως». Μάλιστα. Έτσι κάνουμε. Έχει κάπου, φαίνεται κάτι, κοιτάμε μόνο εκεί. Η βελόνα όμως δεν είναι εκεί. Η βελόνα μας έχει χαθεί κάπου πιο βαθιά. Το πρόβλημα, ο καημός μας, η πίκρα μας, η λύπη μας, οι στεναχώριες μας είναι άλλες. Για άλλα κλαίμε, άλλα μας φταίνε. Αυτά τα άλλα, αν τα βρούμε, είναι ένα πολύ μεγάλο βήμα. Να ξέρουμε πραγματικά γιατί κλαίμε. Αυτά τα άλλα, αν τα μοιραστούμε με άλλους ανθρώπους και τα πούμε με έμπιστα πρόσωπα που μας αγαπούν... Πόσο μου έκανε εντύπωση μια κοπέλα, κλαίγοντας, που μου λέει: «Δεν πάω σε γάμους. Κλαίω και αυτοί νομίζουν ότι συγκινούμαι, και εγώ κλαίω επειδή με τρώει το μαράζι». Αλλά είναι μεγάλη υπόθεση να μπορείς να πεις ότι «εγώ δεν κλαίω επειδή συγκινήθηκα και εύχομαι να πάει καλά. Κλαίω επειδή λιώνω από τη στεναχώρια, γιατί κι εγώ να μην έχω παντρευτεί ακόμα;» Είναι σημαντικό να μπορείς να το μοιραστείς αυτό. Και μετά να κάνεις και βήματα, να πεις: «Δεν αρκούν τα κλάματα. Πρέπει να κάνω και βήματα και να κάνω και εγώ την ωραία οικογένειά μου». Βασίλη, σε παρακαλώ, μη με μαλώσεις, θα κλάψω. Πέρασε η ώρα, αυτό. Μου λέει ο Βασίλης: «Τελειώνει ο χρόνος, πρέπει να τελειώσουμε». Να σας αφήσω. Να είστε, εύχομαι να είσαι πολύ χαρούμενος και ευλογημένος, και ο Θεός να σκουπίζει τα δάκρυα της ψυχής σου. Και αν δεν έχεις δάκρυα στα μάτια, στην καρδιά μετράνε εξίσου τα δάκρυα του πόνου, της καρδιάς, της ευαισθησίας, της καλοσύνης, της αγάπης, της προσευχής. Και μέσα στην καρδιά μετράνε, ζυγίζουνε για αυτά, τα βλέπει ο Θεός και λάμπουνε. Και να περάσει η ευλογημένη εβδομάδα σου και με το καλό να τα πούμε την άλλη εβδομάδα με ένα καινούριο θέμα που ίσως πάλι μας φέρει ένα δάκρυ. Λέω ίσως, δεν ξέρω. Καλή δύναμη.