Δεν είναι κακό να τσακωνόμαστε και λίγο Α΄ Ελληνική μεταγραφή Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την ομιλία της πρωτότυπης ηχογράφησης. Τυχόν μουσική, ψαλμωδία ή δυσδιάκριτα σημεία διακρίνονται από την ομιλία. Η πλήρης ελληνική ηχογράφηση διατηρείται. Έπαθα χτες, άσε τώρα, πού να στα λέω, αγαπητέ μου φίλε. Είμαστε πάλι μαζί στα Αθέατα Περάσματα, στην Πειραϊκή Εκκλησία, στους 91,2, στον σταθμό που μιλάει στην ψυχή μας. Όντως, αλλά εμένα χτες πήραν να μου μιλήσουν στο τηλέφωνο και με ξυπνήσανε την ώρα που κοιμόμουνα. Είχα ξεχάσει να βάλω τηλεφωνητή, μεγάλη παράλειψη, και με παίρνει ένα τηλέφωνο απότομα, σε ώρα που δεν μπορώ να σου πω, κάποιος, και μου λέει: «Πάτερ, σε έχουμε πολύ ανάγκη». Λέω: «Τι συμβαίνει, ρε παιδιά;» «Τσακωνόμαστε. Έχεις πει να μην τσακώνεστε», λέει. «Σε παρακαλώ, θέλω να μας βοηθήσεις». Λέω: «Μα και τι έγινε που τσακωνόσαστε; Δηλαδή κάθε φορά που τσακώνεστε θα με παίρνετε τηλέφωνο να σας λέω εγώ κάτι;» Λέει: «Σε παρακαλώ, εσύ δεν είπες να μην τσακωνόμαστε;» Και λέω: «Είπα να μην τσακωνόσαστε. Αλλά αφού τσακώνεστε, δεν είναι και τόσο τραγικό», λέω. «Συμβαίνει και στα καλύτερα σπίτια. Έτσι δεν είναι; Ας τσακώνεστε και λίγο». Λέει: «Τώρα, ρε πάτερ, συγγνώμη, από τον ύπνο σας ξυπνήσαμε και τα λέτε; Εσείς το πιστεύετε;» Λέω: «Ποιο, ρε παιδάκι μου;» «Εσείς δεν είπατε να μην τσακωνόμαστε;» «Ωραία», λέω, «αφού το είπα και δεν το κάνετε, μην τσακώνεστε». «Μα δεν γίνεται να μην τσακωνόμαστε». «Ε, ωραία», λέω, «αυτό είπα και εγώ. Είπα ότι δεν γίνεται να μην τσακώνεστε και λίγο». Το ότι σου δίνω εγώ μια συμβουλή, μια καθοδήγηση, μια έμπνευση, μια γνώμη, να μην τσακώνεσαι, να μην συγχύζεστε, να μην έχετε εντάσεις όσο γίνεται, είναι μια συμβουλή. Αλλά από το να το ακούς μέχρι να το εφαρμόσεις υπάρχει μια τεράστια απόσταση. Να τσακώνεσαι και λίγο. Και να σου το πω και απλά, δεν είναι τόσο τραγικό. Να τσακώνεσαι και λίγο με τον άνθρωπο που αγαπάς. Κυκλοφορεί και λίγο το αίμα καλύτερα. Έτσι. Και είπε ένας φίλος μου που τσακωνόταν παλιά με τη μάνα του και μου το είπε: «Ρώτησα», λέει, «έναν Αγιορείτη μια φορά και του είπα: “Πατέρα, τσακώνομαι όλο με τη μάνα μου”». Και απάντησε. Ο Αγιορείτης: «Δεν πειράζει», λέει. «Φωνάζει κιόλας», λέει. «Δεν πειράζει, ας φωνάζει, λέει, φτιάχνει και τις φωνητικές της χορδές», λέει του είπε ο Αγιορείτης. «Μα», λέει, «πάτερ, την κάνω και κλαίει μερικές φορές». «Ακόμα καλύτερα», λέει, «καθαρίζουν και τα μάτια». Του το είπε για να τον ηρεμήσει. Δεν εννοούσε ότι καλά κάνεις και τσακώνεσαι, απλώς επειδή το παιδί είχε πολύ στεναχωρηθεί με τους καυγάδες με τη μάνα του. Αυτός στο Άγιο Όρος τον χαλάρωσε λίγο, τον ηρέμησε. Του λέει: «Εντάξει, δεν είναι τραγικό να τσακώνεσαι». Το θέμα είναι τι γίνεται μέσα από τον τσακωμό, γιατί φτάνεις εκεί να τσακωθείς με τον άνθρωπό σου, με αυτόν που αγαπάς, με αυτόν που αγαπιέσαι τόσα χρόνια, είτε ο σύζυγός σου, η σύζυγός σου, το παιδί σου, η μάνα σου, ο πατέρας σου, ο άνθρωπός σου, τα αδέρφια σου. Εκεί είναι το θέμα. Καταλήγεις να τσακώνεσαι. Τι βγαίνει μέσα από τον καυγά; Ποιοι τσακώνονται συνήθως; Τι κρύβει ένας καυγάς και τι λέμε την ώρα του καυγά; Ποιοι μας ακούνε την ώρα του καυγά και ποιο θα είναι ένα καλό αποτέλεσμα; Μέσα από μια μεγάλη φασαρία και ένταση και συζήτηση τόσο δυνατή μπορεί να βγει κάτι καλό. Τα πράγματα σκέφτηκα μετά και δυσκολεύτηκα να με πάρει ο ύπνος. Του είπα δυο λόγια του ανθρώπου στο τηλέφωνο. Όχι αυτά που θα πω στην εκπομπή, γιατί θα ξημερώναμε. Αλλά του είπα δυο λόγια για να κλείσουμε τη γραμμή στο τηλέφωνο. Και μετά τα σκεφτόμουν στο κρεβάτι και λέω: «Εντάξει, δεν είναι και τόσο κακό να τσακώνεται κανείς λίγο κάπου κάπου. Μέσα μας κυκλοφορεί αίμα, δεν κυκλοφορεί χαμομήλι». Ακόμα και παππούς να είσαι, πίνεις χαμομήλια αλλά δεν κυκλοφορεί χαμομήλι, ακόμα έχεις αίμα. Αν δεν σου φέρουν το χάπι την ώρα που θέλεις, μπορεί να νευριάσεις πάλι και να τσακωθείς και να πεις: «Τι κατάσταση είναι αυτή; Φέρε γρήγορα», και συγχύζεσαι. Και εσύ είσαι γέροντας και γερόντισσα στην ηλικία. Τα νεύρα υπάρχουν. Αυτά μόνο αν πάθεις άνοια, αρχίζεις έτσι κάτι χαμόγελα μακάρια και ευτυχισμένα σε όλους. Ένας εχθρός σου, έρχεται ο γείτονας που δεν μιλιόσασταν, τον αγκαλιάζεις, χαμογελάς: «Τι καλός άνθρωπος που είναι αυτός», μέχρι πρόπερσι ήσασταν στα δικαστήρια, αλλά τώρα που... Αυτά όμως αν πάθεις άνοια, αν ξεχάσεις πού βρίσκεσαι και τι γίνεται. Κατά τα άλλα, όσο είμαστε στα καλά μας, όσο έχουμε τα μυαλά μας, όσο έχουμε τα νεύρα μας, το νευρικό σύστημα δουλεύει, πάντα θα έχουμε μια αφορμή να καυγαδίσουμε. Δεν σημαίνει ότι αυτό πρέπει να γίνεται. Δεν δίνουμε σήμερα συμβουλές για να τσακωνόμαστε. Αλλά λέω, αφού έτσι κι αλλιώς τσακωνόμαστε και λίγο, ας δούμε τι καλό μπορεί να βγει από αυτήν την ιστορία. Αν μπορεί να βγει κάτι καλό. Εγώ πιστεύω ότι μπορεί να βγει κάτι καλό. Και πιστεύω ότι γόνιμη σχέση δεν είναι αυτή που λένε οι νέοι, οι νέοι την ονομάζουν έτσι, μια φλατ σχέση, μια επιφανειακή σχέση, επίπεδη, χωρίς διακυμάνσεις, Εεεε... όλο τα ίδια και τα ίδια, χωρίς καμία ένταση, ας πούμε. Σπάνιο φαινόμενο αυτό, δυο άνθρωποι ποτέ να μην υψώσει ο ένας τη φωνή λίγο στον άλλον, να παρεξηγήσει λίγο τα λόγια του, να πάρει κάτι στραβά. Άνθρωποι είμαστε, κάτι θα πω, άλλο λέω, αλλιώς το παίρνεις εσύ. Και γίνεται μια φασαρία, ας πούμε. Έχουμε τα πάνω και τα κάτω μας, σε όλες τις σχέσεις. Όπως είπα, και στα καλύτερα σπίτια. Μη σου πω και σε μονές, σε μοναστήρια. Γιατί να μην το πω; Γιατί δηλαδή άνθρωποι είναι, προς τιμήν τους. Όχι που τσακώνονται. Που μέσα από τον τσακωμό πετυχαίνουν την αγιότητα και χρησιμοποιούν αυτό το περιστατικό που συνέβη σαν αφορμή, ας πούμε, να δουν τον εαυτό τους, να ταπεινωθούν, να μετανιώσουν, να εξομολογηθούν, να ξαναδείξουν αγάπη. Αυτό εννοώ. Δεν είναι ψεύτικη αυτή η εικόνα. Δεν φανταζόμαστε ότι πετάμε στα σύννεφα. Δεν είμαστε αγγελούδια. Άγιοι να είμαστε, δεν σημαίνει ότι ένας Άγιος δεν έχει νευρικό σύστημα. Ένας Άγιος είναι σαν τον Χριστό, ο οποίος ύψωσε τη φωνή Του, θύμωσε χωρίς εμπάθεια, χωρίς κακία, χωρίς μίσος για ανθρώπους. Δεν μίσησε ο Κύριος, ο Χριστός μας, δεν μίσησε ανθρώπους. Όταν στο ναό, ας πούμε, φώναξε, όταν θύμωσε, δεν μίσησε κανέναν. Αγανάκτησε για την... Γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν σεβάστηκαν το χώρο της προσευχής, αγανάκτησε με το γεγονός. Αγανάκτησε με την πράξη τους, όχι με την ψυχή τους. Την ψυχή τους την αγαπάει ο Κύριος, όλων των ανθρώπων. Και ευτυχώς το κάνει αυτό, γιατί αλλιώς ποιος θα μας αγαπούσε τόσο πολύ; Ο Κύριος μας αγαπάει. Και δεν θυμώνει μαζί μας. Δεν αντέχεται, δεν του αρέσει η πράξη μας, αλλά αγαπάει πάρα πολύ την ψυχή μας, την πονεμένη, τη βασανισμένη, την εμπαθή. Την ψυχή την αγαπάει. Γιατί βλέπει μέσα σε αυτή την ψυχή, στο βάθος της, στον πυρήνα της, βλέπει τη δική Του σφραγίδα. Βλέπει ένα δικό Του φιλί. Και το αποτύπωμα αυτού του φιλιού υπάρχει μες στην ψυχή μας. Το βλέπει ο Χριστός και συγκινείται. Σου λέει: «Δικός μου είναι αυτός ο άνθρωπος. Δικιά μου είναι αυτή η ψυχή. Εντάξει, από έξω βλέπεις εσύ τώρα λίγη σκόνη, λίγη λάσπη, αλλά εκεί στο βάθος είναι ένα φιλί που το έχω δώσει εγώ, όταν έπλασα αυτό το παιδί, όταν το αναγέννησα στη βάπτισή του. Δεν μπορώ εγώ να μισήσω αυτό το πλάσμα. Δεν μπορώ να θυμώσω Αυτή την ψυχή την αγαπάω, λέει ο Κύριος. Αλλά εμείς δεν είμαστε σαν τον Κύριο. Εμείς είμαστε άλλοι κύριοι. Και ο Κύριος... εμείς δηλαδή θυμώνουμε. Εμείς είμαστε αυτός ο κύριος που θυμώνει. Ο κύριος που θυμώνει μας θυμείς, που τσακώνεται, που δεν σηκώνει κουβέντα, ας πούμε, που εύκολα αρπάζεται, που παρεξηγείται. Τι να κάνουμε; Φυσικά, με τους δικούς σου ανθρώπους γίνονται αυτά, έτσι; Αυτά έχουν να κάνουν με την τριβή των σχέσεων. Αν δεν ζεις μαζί με τον άνθρωπό σου για καιρό, δεν μπορείς να το καταλάβεις. Έτσι είμαστε όλοι. Τον πρώτο καιρό όλα είναι τέλεια. Όταν μου μιλήσεις και σου μιλήσω στην πρώτη μας συνάντηση, όλο χαμόγελα και ευγένειες. «Μα τι καλά, ευχαριστώ, περάστε εσείς, προηγείστε, φάτε, θέλετε και άλλο;» Μετά από λίγο καιρό φεύγουν αυτά. Φεύγει η βιτρίνα, φεύγει το προφίλ, φεύγει η εικόνα που δίνουμε και έρχεται η πραγματικότητα της ζούγκλας που κουβαλάμε όλοι μέσα μας. Στη ζούγκλα βέβαια έχει και ωραία πουλάκια παραδείσια που κελαηδάνε, αλλά έχει και φίδια και αρπακτικά και σκουλήκια και ποντίκια και διάφορα πράγματα κρυφά που κυκλοφορούν τη νύχτα, τη μέρα, κάτω στα υπόγεια της γης, στα δέντρα, απειλητικά και ύπουλα. Και όλα αυτά λες: «Τι γίνεται, ρε παιδί μου; Εγώ είμαι αυτός; Αυτοί είναι αυτοί; Αλλιώς τη φανταζόμουν, αλλιώς μου βγήκε». Και λέει και η γυναίκα σου: «Γιατί, συγγνώμη, εγώ έτσι σε φανταζόμουνα; Όταν σε πήρα έτσι νόμιζα ότι θα μου βγεις; Και εσύ πώς βγήκες έτσι; Έτσι ήσουν όταν σε γνώρισα;» Κάποιοι όμως το είχαν ήδη καταλάβει και λέει: «Από τότε που σε γνώρισα έτσι ήσουν, σε κατάλαβα εγώ». Γι' αυτό θέλει κι αυτό πολύ προσοχή, τον άνθρωπο που θα διαλέξεις, όχι εσύ γιατί το τρένο το έχασες, εσύ διάλεξες. Αλλάζει η κατάσταση, θα κοιτάξεις από εδώ και πέρα την πορεία να την κάνεις όσο καλύτερη μπορείς. Απευθύνομαι τώρα σε αυτούς που είναι στην αναζήτηση, να προσέξουν τουλάχιστον τα βασικά πράγματα όταν γνωρίζουμε έναν άνθρωπο. Δεν θα είναι τέλειος, αλλά τουλάχιστον η χημία μας, το ταίριασμά μας να είναι ωραίο. Δηλαδή να τσακωνόμαστε και με αυτόν τον άνθρωπο. Εντάξει, θα τσακωθούμε και με αυτόν που αγαπάμε, θα τσακωθούμε. Αλλά να μας αρέσει να τσακωνόμαστε μαζί του. Και μετά τον καυγά, να μένει η αγάπη. Αυτή να μην χάνεται ποτέ. Δηλαδή, διαλέγω να κάνω οικογένεια με τον άνθρωπο με τον οποίο μπορώ και να τσακωθώ και να νιώσω ωραία μετά τον τσακωμό, και όχι να νιώθω ότι μετά τον τσακωμό σπάει ένα γυαλί και ραγίζει ένα τζάμι και έρχεται μια ψυχρότητα πολύ μεγάλη. Αυτό δεν είναι καλό ταίριασμα. Αυτό είναι δύσκολο. Αν το έκανες, θα το παλέψεις. Κανείς δεν χάνεται, για όλα υπάρχει μια βοήθεια. Αλλά έχει μεγάλη σημασία αυτό που λέω τώρα. Και μου το έλεγε ένας νέος που παντρεύτηκε μια κοπέλα. Και μου έλεγε αυτό, λέει: «Εντάξει, τσακωνόμαστε, μικροκαυγαδάκια έχουμε όπως όλα τα σπίτια. Αλλά την αγαπάω πολύ, με αγαπάει πολύ, ταιριάζουμε. Δεν θα κρίνω τη σχέση μου από έναν καυγά και να βγάλω το συμπέρασμα ότι δεν ταιριάζουμε». Τσακωθήκαμε μια φορά στο τόσο, και αυτό το τόσο πόσο είναι, το ξέρω; Μια φορά τη βδομάδα, μια φορά τις τρεις μέρες, μια φορά τη μέρα. Σημασία έχει ότι και να τσακωνόμαστε μια φορά τη μέρα, εμείς οι δυο ταιριάζουμε. Μεγάλη υπόθεση αυτή, να βρεις τον άνθρωπο με τον οποίο ταιριάζεις και στον καυγά, να έχετε χημεία και στον καυγά. Δεν είναι πολύ πνευματικά αυτά που λέμε; Τι να κάνουμε, τα πνευματικά Εεε... θεωρώ ότι είναι πολύ πνευματικά αυτά γιατί έτσι γίνεται στο σπίτι σου. Δηλαδή εσύ που μου γράφεις δεν είσαι πνευματικός άνθρωπος τώρα; Αυτά τώρα, τι μπορώ να διαβάσω; Email που έχω δεχτεί εκατοντάδες από τότε που υπάρχει εκπομπή, με βάσανα ανθρώπων που μου γράφουν στο τέλος: «Είμαι η κυρία Τάδε που ανήκω στην ενορία Τάδε. Είμαι ο κύριος Τάδε που πηγαίνω στο Άγιο Όρος, στον γέροντα Τάδε». Και να μου λένε οι άνθρωποι τέτοια πράγματα. Πνευματικών ανθρώπων προβλήματα είναι αυτά. Δεν είναι μόνο των εκτός Εκκλησίας, γιατί όλοι παλεύουμε στον ίδιο κόσμο, στα ίδια βάσανα κινούμαστε όλοι. Δύσκολοι χαρακτήρες, αταίριαστοι χαρακτήρες, δύσκολες ψυχές. Τι να κάνουμε! Πάντως απόδειξη, ο τσακωμός, ότι είμαστε αληθινοί. Για να τσακωθούμε με κάποιον θα πει ότι φύγανε τα προσχήματα, οι ευγένειες, οι καθωσπρεπισμοί και βγήκανε αληθινά πράγματα και κομμάτια της ψυχής μας. Ποιότητες εσωτερικές που πλέον δεν χρειάζεται να τις κρύψω. Εντάξει, πριν παντρευτείς όλα ευγενικά. Έλεγε ένα βιβλίο για έναν που θέλει να παντρευτεί, λέει: «Αν βγεις με την κοπέλα που γνώρισες για να δεις αν σε αντέχει και αν σε ανέχεται και αν είναι ευγενική, κάνε μετά από 2-3 ραντεβού, κάνε ότι της ρίχνεις κατά λάθος λίγο το κρασί σου πάνω στο ρούχο της να δεις τι θα κάνει». Δεν χρειάζεται να το δεις, το ξέρεις από πριν. Τίποτα δεν θα κάνει, θα το θεωρεί αγιασμό. Θα πει: «Αγάπη μου, δεν είναι τίποτα αυτό από σένα, εγώ σε αγαπάω τόσο πολύ και δεν είναι ούτε που να το σκέφτεσαι, να μας φέρει ένα σφουγγαράκι, τίποτα, τίποτα. Αρκεί, θα το κρατήσω αυτό σαν φυλαχτό από σένα, το κρασάκι έπεσε από σένα, εσύ, εσύ αγάπη μου, εσένα που σ' αγαπάω, εσένα». Πω πω, λες, της έριξα το κρασί. Μ' αγαπάει πολύ. Της έκανα ζημιά και το θεώρησε κολακεία, το θεώρησε ας πούμε. Ε, λες τώρα, τι γίνεται, τι φοβερή κοπέλα που είναι αυτή. Της λέρωσες το ρούχο και σου είπε ευχαριστώ. Μετά από λίγο καιρό παντρεύεσαι. Και μπαίνεις στο σπίτι και σου λέει: «Πού πάτησες εκεί και πώς θα τα τρως έτσι;» Και έλεγε μια στον άντρα της: «Πώς μασάς έτσι και με ενοχλεί που μασάς. Πώς βάζεις τις κάλτσες σου έτσι και τις στραβώνεις; Βάλε τις κάλτσες σου σωστά. Και δεν ξέρεις να ντυθείς, δεν ξέρεις να καθίσεις, δεν ξέρεις να φας». Και ο άνθρωπος λέει: «Καλά». Και θυμόταν το κρασί που της είχε ρίξει στο φόρεμα και λέει: «Ξεχνάτε αυτά». Ήταν τότε πριν γνωριστούμε. Όταν γνωριστούμε... Αποκαλύπτουμε... Πραγματάκια της ψυχής μας. Την αλήθεια του χαρακτήρα μας. Βλέπεις κάτι νεύρα... Δυσκολίες, παραξενιές, ιδιορρυθμίες, αποστάσεις, εντάσεις, κόντρες... Άμυνες! Άμυνες, επιθετικότητα, δηλαδή τον άνθρωπο που αγαπάς να έρχεται να σου βγει τη στιγμή να λες «Αν πέθαινες τώρα, θα ησύχαζα», «Πω, από ανακούφιση που θα νιώθα» και μετά από λίγο να λες «Μα τι κάθομαι και λέω; Αφού εγώ την αγαπάω αυτή τη γυναίκα, γιατί το είπα τώρα αυτό;» Και μετά από πέντε μέρες πάλι το ίδιο: «Θεέ μου, να πέθαινε, θα ησύχαζα, να μην την είχα μπροστά μου» και μετά «Θεέ μου, τη λατρεύω». Ποια είναι η αλήθεια; Ποια φράση είναι η σωστή; Την αγαπώ ή τη μισώ; Και τα δύο, τη στιγμή που τα λες, τα νιώθεις. Έτσι είναι ο άνθρωπος. Ένα πλάσμα που διχάζεται ώρες ώρες, αντιφατικότητες ξυπνούν μέσα μας και τις βιώνουμε πολύ έντονα σε αγαπημένα πρόσωπα. Παιδάκια τα οποία στα όνειρά τους, όταν τα πούνε, θα σου πούνε ότι ήθελε ο μπαμπάς να πεθάνει, ήθελε η μαμά να πεθάνει, όχι επειδή δεν τους αγαπάνε, ενώ το παιδί αγαπάει τους γονείς του, τους λατρεύει, αλλά όταν θέλεις να βγάλεις κάποιον από τη ζωή σου επειδή σε καταπιέζει λίγο, σκέφτεσαι αμέσως το θάνατο γιατί είναι μια λύση οριστική. Και το παιδάκι μετά μπερδεύεται, λέει «Πώς εγώ θέλησα να βγει από τη μέση ο μπαμπάς μου, η μαμά μου, αφού τόσο πολύ τους αγαπώ;» Η αντιφατικότητα του ανθρώπινου προσώπου. Όσο δεν είμαστε ενοποιημένοι, φτιαγμένοι από το Θεό, μεταμορφωμένοι από τη χάρη Του, από τα μυστήρια, από την αγάπη, από την προσευχή, έτσι είμαστε. Εντάξει, αν σε παρηγορήσει, αν θα σου πω ότι και εγώ έτσι είμαι, στο λέω, να παρηγορηθείς, έτσι. Και μου είπε λοιπόν, ρώτησε μια κοπέλα της, λέω «Εσύ έχεις παντρευτεί;» Μου λέει «Όχι». «Πώς τα βλέπεις», λέω, «να τσακώνεσαι καμιά φορά; Θα σε τρόμαζε;» Εγώ πιστεύω είναι καλό λίγο να τσαλακωνόμαστε μέσα στο γάμο και στη σχέση μας με κάθε άνθρωπο, έτσι; Δεν είναι μόνο ο γάμος, είναι και η δουλειά σου. «Τι θα πει να τσαλακωνόμαστε;» Έτσι, λέω, μου άρεσε σαν φράση. Ε, λέει, ο χαρακτήρας μας να μην είναι ατσαλάκωτος. Κάποιους ανθρώπους με τους οποίους έχουμε συχνή επαφή, αυτό θα πει να τσαλακωνόμαστε. Θα σου πω, θα μου πεις, θα υψώσω τη φωνή, θα βγάλω και κάτι λογάκια πιο δηλητηριώδη, θα φύγουν οι ευγενικές κουβέντες, θα φύγει ο πληθυντικός ξαφνικά και θα βγει ένας περίεργος ενικός, ένα θάρρος που λίγο θα γίνει θράσος και τσαλακωνόμαστε. Και λένε «Άλλο, δεν είναι αυτό που δείχνει, είναι αυτό το άλλο». Και βλέπεις αλήθειες του χαρακτήρα σου, έτσι; Και ειδικά αν έχεις κάνει οικογένεια, εκεί βγαίνουν πολλά στη φόρα. Η οικογένεια είναι μεγάλος δάσκαλος, η οικογένεια είναι μεγάλο καμίνι και μεγάλο πανεπιστήμιο. Μαθαίνεις πάρα πολλά στην οικογένεια. Εγώ δεν ζω, ας πούμε, έτσι με πολύ κόσμο και δεν το καταλαβαίνω, αλλά όταν έρχονται άλλοι σε επαφή με εμένα που έχουν μεγάλες οικογένειες, μου το λένε αυτό. «Α», λέει, «είναι αλλιώς να έχεις μεγαλώσει με πολλούς. Εσύ δεν ξέρεις πώς είναι να έχεις πολλά άτομα, βγαίνουνε πολλά πράγματα στην επιφάνεια». Θυμάμαι μου το είπε κάποιος. Μια φορά ήμασταν μέσα σε ένα αυτοκίνητο και σταματήσανε κάπου να φάνε απ' έξω, για το σπίτι απ' έξω, κάτι σουβλάκια, πατάτες και αυτά, και μου λένε «Εσύ τι θέλεις;» Λέω «Πάρε μου κι εμένα δυο σουβλάκια» και τα περιμένω εγώ στο αυτοκίνητο. Φέρνουν τα σουβλάκια, βγάζω εγώ να φάω το δικό μου, μου λέει «Κάτσε, περίμενε να πάμε στο σπίτι». «Μα το σπίτι», λέω, «θέλει άλλα 25 λεπτά ώστε να φτάσουμε, θα κρυώσουν αυτά. Εγώ», λέω, «πεινάω, θέλω να φάω τώρα το δικό μου και εσείς φάτε, δεν με πειράζει». Μου λέει «Καλά, δεν μπορείς να περιμένεις;» Μου λέει να περιμένω, αλλά άμα είναι να φάω το σουβλάκι κατάκρυο, τι νόημα έχει που τα αγοράσαμε και είμαστε δίπλα; «Κατάλαβα», λες, «δεν έχεις κάνει», λέει, «σε μεγάλη οικογένεια για να καταλάβεις μερικά πράγματα». Όποιος ζει σε μεγάλη οικογένεια βλέπει διαφορετικά τη ζωή. Σε επαφή με κόσμο. Έχει τριβές, προστριβές. Αυτά φέρνει θερμότητα η προστριβή. Η θερμότητα ανεβάζει τη θερμοκρασία στα νεύρα αλλά και στην καρδιά. Άλλου είδους αγάπη θα νιώσεις, κι άλλα νεύρα θα νιώσεις, κι άλλα σκηνικά θα εκτυλιχθούν και το κατάλαβα αυτό ότι είναι το καλό του γάμου αυτό και το καλό της οικογενειακής ζωής. Πέφτουν οι βιτρίνες, πέφτει το ψεύτικο προφίλ και βλέπεις την αλήθεια του άλλου. Τι χαρακτήρας είναι, τι κρύβει μέσα του. Εγώ αυτό δεν το έχω, δεν το έχω, και είναι ευτυχισμένοι οι άνθρωποι που μπορούν να έχουν ζωντανές, αληθινές σχέσεις με ανθρώπους, όχι τις φαντασίες τους, αλλά στην πράξη. Θα είναι πολύ ωραίο να πάμε μαζί μια φορά μια εκδρομή, να σου πω ένα παράδειγμα. Σου λέω, εκεί θα σε δω και θα με δεις. Εκεί θα σε κρίνω και θα με κρίνεις στην πράξη, όχι στα λόγια μιας εκπομπής, να δεις πώς τρώω, ας πούμε, πώς μασάω, αν είμαι λαίμαργος, να δεις ότι η κυρία Τάδε, ας πούμε, που θα φέρει κάτι φοβερά σπανακοπιτάκια, που τα κάνει απίστευτα με ένα φύλλο τραγανό, μόλις τα βλέπω θέλω να φάω, ας πούμε, το μισό ταψί, αλλά συγκρατούμαι και τρώω 4-5 κομμάτια, και βλέπεις και λες: «Τρώτε τόσο; Πεινάτε κι εσείς πολύ;» Και μετά στην εκδρομή θα φύγουμε 12.30 η ώρα από εκείνο το μοναστήρι να πάμε πιο πέρα μια άλλη βόλτα και να ψάχνουμε στα βουνά μια γιαγιά που πάει να μας μαζέψει χόρτα, να την ψάχνουμε ως τη 1 και 10, και εκεί που φαντάζεσαι ότι ο Τάδε είναι ήρεμος και γαλήνιος, το βλέπεις να πιάνει, το πιάνουν κάτι νεύρα και να ωρύεται και να λέει: «Πού είναι αυτή τέλος πάντων η γιαγιά; Ρε παιδιά, σας πω, ρε, μα τι κατάσταση είναι αυτή; Είπαμε, δεν το κάνετε.» Λες, δηλαδή θυμώνετε, δηλαδή νευριάζετε, δηλαδή είστε λαίμαργος, δηλαδή είστε ανυπόμονος; Κι εγώ που νόμιζα... Ε, ναι, νόμιζες, γιατί βλέπεις μια βιτρίνα. Όταν παντρεύτηκες, εσύ όταν πήγες σε ένα μοναστήρι και μόνασες, εσύ όταν πήγες σε μια αδελφότητα και πήγες με άλλους ανθρώπους, σου δόθηκε ευκαιρία από το Θεό να φύγεις από αυτή τη βιτρίνα και να δεις τι θα πει να ζούμε με ανθρώπους. Φεύγουν αυτοί οι καθωσπρεπισμοί και βλέπεις αληθινά πράγματα, ότι αυτός δεν είναι αυτό που βλέπεις για λίγη ωρίτσα. Τώρα εννοείται ότι κι εσύ μου φαίνεσαι, αν και ανάποδα το λέω, εγώ φαίνομαι καλός. Εσύ φαίνεσαι αληθινός γιατί όταν γράφεις με ένα email εσύ λες αλήθειες. Εγώ είμαι τώρα που δείχνω ας πούμε ότι όλα καλά, όλα ωραία και νομίζει κανείς ότι άμα βρω αυτόν τον ομιλητή ας πούμε ή τον άλλον ή την άλλη ομιλήτρια θα είναι άψογοι αυτοί οι άνθρωποι που μας μιλάνε. Ναι, όχι αγαπητέ μου, άνθρωποι είμαστε κι εμείς, τουλάχιστον κι εγώ έτσι είμαι. Έχω στιγμές δύσκολες και στιγμές νευρικές και στιγμές παράξενες και στιγμές βαρύθυμες, ανόρεχτες, που δεν θέλω να πω, που δεν θέλω να μιλήσω, που θέλω να φάω πολύ, που θέλω να κοιμηθώ, διάφορα τέτοια πράγματα. Αυτά λοιπόν αν ζεις στο γάμο, αν ζεις σε μια δουλειά, σε ένα γραφείο που έχει κόσμο πολύ, σε ένα σύλλογο, σε μια εταιρεία, είναι πολύ καλή ευκαιρία να ψάξεις μέσα σου τι κρύβεις. Κάνεις παρέα και με κόσμο για να βλέπεις όχι στη φαντασία σου να είσαι τέλειος, αλλά να είσαι τέλειος σε επαφή με πραγματικούς ανθρώπους. Για να δεις, ας πούμε, κάνεις υπομονή; Αν πει ένας κάτι που δεν σε αρέσει, μέσα σου τι λες; «Ε, τι βλακείες λέει αυτός, εγώ είμαι καλύτερος». Όταν κάποιος, ας πούμε, μιλήσει για τον εαυτό του πολύ και δείξει εγωισμό, θα τον αντιπαθήσεις; Θα συγχωρέσεις το λάθος του άλλου; Τα βλέπεις με κόσμο αυτά. Μόνος σου δεν μπορείς να δεις πολλά. Γι' αυτό λοιπόν είναι μεγάλη ευλογία το ότι μπορείς και συνυπάρχεις με άλλους και ας τσακώνεσαι και λίγο. Εντάξει. Εδώ είστε μαζί σε όλα τα πράγματα. Είναι εύκολο να μην τσακωθείτε; Μαζί στο φαγητό, μαζί στον ύπνο, στο ξύπνιο, στους χώρους του σπιτιού, στα μπάνια, στις κουζίνες, στα σαλόνια, τα πιάτα σας, τα ρούχα σας. Όλα τα κάνετε μαζί, όλα τα ζείτε μαζί. Κοινός ο χρόνος στη ζωή σας. Κοινά τα θέματά σας, δεν είναι δυνατόν να μην έχετε και κάποια ένταση μερικές στιγμές. Εγώ ανησυχώ μερικές φορές για τα ζευγάρια που δεν τσακώνονται ποτέ. Ήρθε ένα ζευγάρι μια φορά και μου λέει: «Εμείς, πάτερ, μπορούμε να σας πούμε με πολύ χαρά, είμαστε μαζί εδώ 35 χρόνια και δεν τσακωθήκαμε ποτέ». Και αισθάνθηκα μια έκπληξη και χαρά. Έλεγα μέσα μου: «Σίγουρα;» Και μετά λέω: «Τι γίνεται; Ή πρέπει να είναι πάρα πολύ άγιοι αυτοί οι άνθρωποι ή πρέπει να είναι πάρα πολύ ήρεμος ο χαρακτήρας τους, και όντως υπάρχουν πολύ ήρεμοι χαρακτήρες, πραότατοι άνθρωποι, εκ γενετής όμως έτσι, αυτό είναι άλλο, ή δεν ξέρει ο ένας τον άλλον. Γιατί αν με καταλάβεις ποιος είμαι στα αλήθεια, εμένα, θα έρθει η στιγμή που θα νευριάσεις μαζί μου, κάτι που δεν θα σου αρέσει και θα μου το πεις και εγώ θα σου απαντήσω, θα ενοχληθώ. Θα τσακωθούμε.» Μην τσακωνόμαστε και ποτέ! Δεν είναι και πάντα δείγμα υγείας. Νομίζω η υγεία είναι και λίγο να υπάρχει ένας αναβρασμός. Ανοίγεις το μάτι και δεν βράζει ποτέ το νερό που έχεις βάλει μέσα, λες «Τι λες, δεν άνοιξα το μάτι;» Περιμένεις να βράσει. Έτσι είναι και η σχέση, ανεβαίνει μια θερμοκρασία, θα βγει και ένας βρασμός, κάτι, κάτι, κάτι θα γίνει. Μην ανησυχείς που αγαπάς και μισείς τον ίδιο άνθρωπο πολλές φορές, αυτή είναι η τραγική πραγματικότητά μας. Είναι σαν να μου λέει μια γυναίκα «Γέννησα και δεν πόναγα». Εκτός αν κάνει κάτι τεχνητό, αν κάνει με φάρμακα κλπ. Αλλά το κανονικό είναι όταν γεννάς να πονάς. Είναι σαν να λέει κάποιος «Πήγα στην κηδεία και δεν έκλαψα καθόλου με τον άνθρωπό μου». Παράξενο δεν είναι; Έτσι είναι και η σχέση. Έχουμε σχέση και τσακωνόμαστε. Τα δύο αυτά πάνε συχνά πολύ μαζί. Παλεύουμε να εξομαλύνουμε το χαρακτήρα μας. Σαν τις πετρούλες που είναι στην παραλία που τρίβεται μια με την άλλη και μαλακώνει και γλυκαίνει και γίνεται λεία και στιλπνή η επιφάνεια. Ήταν πάντα έτσι, ήταν σκληρές πέτρες, γρατζούναγαν τα χέρια, τις έπιανες παλιά, μυτερές, χτυπήθηκαν, χτυπήθηκαν με το κύμα μεταξύ τους, με το κύμα μεταξύ τους, χρόνια, εκατοντάδες χρόνια, χιλιάδες χρόνια, από τότε που υπάρχουν αυτά τα πετρώματα και σιγά σιγά γίνανε αυτά τα βοτσαλάκια. Έτσι είναι και οι ψυχές μας. Ζωντανό ζευγάρι, είστε διαφορετικοί άνθρωποι, η μάνα σου, ο πατέρας σου, άλλοι. Της γυναίκας σου, η μάνα της, ο πατέρας της, άλλοι. Δεν παντρεύτηκες άγγελο, παντρεύτηκες άνθρωπο που είχε μάνα και πατέρα. Αφού είχε μάνα και πατέρα είναι φυσικό να έχει πάρει από αυτούς γονίδια, χαρακτηριστικά, κληρονομικά, συγγενικά, το περιβάλλον. Εσύ τελείωσες πανεπιστήμιο, αυτός τελείωσε μια απλή τεχνική σχολή, εσύ έχεις διαβάσει πολλά βιβλία, πάρα πολλά λογοτεχνικά, αυτός έχει διαβάσει πιο πρακτικά πράγματα, εντάξει, άλλος χαρακτήρας, άλλο στυλ. Αυτός βλέπει αθλητικά, εσύ θες να βλέπεις τα σίριαλ, αυτός διαβάζει εφημερίδες, εσύ θες να διαβάζεις ξέρω εγώ λογοτεχνία, δεν είμαστε ίδιοι, διαφωνούμε, διαφοροποιούμαστε. Δεν είναι κακό όμως αυτό να είμαστε ξεχωριστοί, να μην είμαστε όμως απόμακροι ψυχικά. Είναι το ζητούμενο. Μες στον καυγά, να μην απομακρυνόμαστε ψυχικά. Εκεί υπάρχει θέμα. Δηλαδή, το να τσακωθώ και να σ' αγαπώ μετά είναι το ζητούμενο και το ιδανικό. Αλλά το να τσακωθώ και να ψυχρανθώ μετά μαζί σου, αυτό θα ήθελα να το αποφύγω. Πάντως όταν τσακώνεσαι λες αλήθειες. Λες αλήθειες. Λες την πίκρα σου. Βγάζεις το δηλητήριο που το κράταγες μέρες μέσα. Όταν τσακώνεσαι, το απόστημα της ψυχής και το πύον σπάει. Και όταν είσαι ήρεμος δεν μπορείς να τα πεις αυτά. Μέσα στον καβγά βγαίνουν πάρα πολλές αλήθειες. Θυμάσαι παλιές ιστορίες, θυμάσαι παλιές πληγές που ακόμα δεν έκλεισαν. Πίκρες, παράπονα που είχες πριν χρόνια και ακόμα δεν σου έχουν φύγει και δεν τα έχεις πει μερικές φορές. Και είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να βγούνε στην επιφάνεια πράγματα. Μερικές φορές μάλιστα υπάρχουν γυναίκες που θέλουν να πουν κάτι στον άντρα τους και σου λέει διαφορετικό από αυτό που πιστεύει αυτός, διαφορετικό, και σου λέει όταν είμαστε αγαπημένοι δεν μπορώ να το πω γιατί έχουν συνδυάσει ότι όταν αγαπιόμαστε πρέπει να συμφωνούμε σε όλα. Λάθος αυτό. Όταν αγαπιόμαστε μπορούμε και να διαφωνούμε. Αλλά μερικοί θεωρούν ότι μόνο στον καυγά μπορούν να πούνε αλήθειες και τι λέει; Θα προκαλέσω λίγο καυγά να τσακωθούμε και να του πω μετά ότι εγώ δεν συμφωνώ με αυτό. Και κάνουν έναν καυγά από το άλλο, άσχετο θέμα μπορεί να είναι ας πούμε το φαγητό, τα ρούχα, τα ψώνια, οτιδήποτε. Τσακωνόμαστε για άλλα πράγματα και στο τέλος λέμε «Κι αν θες να ξέρεις, εγώ δεν συμφωνώ καθόλου με αυτό που είπες στον αδερφό σου προχτές». Λες εσύ τώρα «Τι σχέση έχει αυτό; Αφού τώρα λέγαμε για το φαγητό». Ξαφνικά εμφανίζεται ο αδερφός πάνω στην κουβέντα. Γιατί ακριβώς άλλο θες να πεις και μέσα στον καυγά... Εύκρατο κλίμα να βγούνε από την ψυχή μας αλήθειες. Γι' αυτό και τα αδέρφια όταν τσακώνονται, τα μικρά παιδιά που δεν ξέρουν να κρύβουν τα λόγια τους, ενώ ξεκινάνε να τσακωθούν για ένα μπαλάκι, μετά λένε «Άντε παράτα με, κι εσένα όλο σ' αγαπάει η μαμά κι εμένα δεν μου δίνει σημασία» και «Σε φροντίζουν συνέχεια και όλο εσένα σου δίνουν λεφτά». Και ενώ νόμιζες ότι τσακώνονται για το μπαλάκι, που παίζαν στο δωμάτιο μπάσκετ μέσα και τα είχαν διαλύσει όλα, ξαφνικά βγάζουν πίκρες, βγάζουν πληγές, βγάζουν όμως αλήθεια. Και αυτά να τα πάρεις και όχι να τα ειρωνευτείς και να πεις: «Ναι, ναι, για πες τα παραπονάκια που τα κρύβεις». Είδες λοιπόν που το κρύβεις; Ναι, το κρύβει. Και τι έγινε; Γιατί να το επισημάνεις; Πιάσε τι σου λέει, πιάσε τι το κρύβει. Στο που τώρα σου το είπε και δεν σου το έκρυψε. Και εντόπισέ το και δες τον εαυτό σου, δες τον αδερφό σου, τον άνθρωπό σου. Σε μια αυτογνωσία, σε μια αδελφογνωσία, ετερογνωσία, και σιγά σιγά θα φτάσεις και στη θεογνωσία. Πώς να καταλάβεις το Θεό που δεν έχεις καταλάβει καν λίγο πώς δουλεύει ο εαυτός σου; Πώς να καταλάβεις αυτόν που σε υπερβαίνει τόσο πολύ, το Θεό, και δεν έχεις καταλάβει έστω λίγο τον εαυτό σου; Γι' αυτό γίνεται ένας καβγάς, για να νιώσεις τον εαυτό σου και σιγά σιγά να προσγειωθείς, να ταπεινωθείς, να πεις αλήθειες, να νιώσεις αλήθειες. Μεγάλη τέχνη να ξέρεις να τσακώνεσαι σωστά και να καυγαδίζεις σωστά. Μεγάλη τέχνη και επιστήμη που μπορεί να μας βοηθήσει πολύ στην πνευματική μας πορεία, δηλαδή μπορεί να βγει σε καλό αυτό. Να προσεγγίσεις καλύτερα τον άνθρωπό σου μετά. Εγώ πάντως δεν έχω δει άτομα, γνωστούς μου τουλάχιστον, όσους ξέρω εγώ, που δεν τσακώνονται ποτέ. Μιλάμε αλήθειες, έτσι; Μέσα στο σπίτι, δεν λέμε έξω. Μπροστά μου δεν τσακώνεται κανείς. Αν και μπροστά μου τσακώνονται μερικές φορές, άμα νιώσουν άνετα, εκεί είμαστε οι μόνοι, τσακώνονται, για να δω τι λένε. Αλλά συνήθως όταν είσαι σε μια επίσκεψη, σε μια εκδήλωση, όλοι χαμογελούν. «Τι κάνετε;» «Πολύ καλά.» «Πώς πάει το σπίτι;» «Δόξα τω Θεώ.» Μετά από λίγο πας στη γωνία: «Πάτερ, τι δόξα τω Θεώ; Σφαζόμαστε.» Εκεί είναι το άλλο: προβλήματα, προβλήματα, προβλήματα. Κλείνουν οι πόρτες, ασφάλειες παντού, μόνωση, δεν ακούνε τα διαμερίσματα και αρχίζει ο καυγάς. Δεν έχω δει κανέναν. Μόνο στο Γεροντικό βρήκα ένα περιστατικό, δεν βρήκα κανένα άλλο όμως που να μην τσακώνονται και ποτέ, που δύο πατέρες, λέει, δεν τσακώνονταν ποτέ. Και απορούσαν πώς τσακώνεται ο κόσμος, και λέει ο ένας στον άλλο: «Πάτερ μου, εμείς έχουμε πολύ καλοσύνη μεταξύ μας και αγάπη και ακούμε ότι ο κόσμος όλο τσακώνεται. Τι είναι αυτό;» Λέει: «Τι θα πει να τσακώνεσαι;» Του λέει: «Άλλος θα πει να λέει ο ένας μια κουβέντα και να λέει ο άλλος μια αντίθετη κουβέντα και να δημιουργείται φασαρία και να μην τα βρίσκουν». «Θες να το δοκιμάσουμε; Γιατί εμείς αυτή την εμπειρία δεν την έχουμε.» «Ναι, θα το δοκιμάσουμε. Πώς θα το κάνουμε;» «Άκου τι θα κάνουμε: θα βάλουμε μια στάμνα εδώ στη μέση, ένα μικρό σταμνάκι. Θα πω εγώ αρχικά “είναι δικό μου αυτό”. Μετά θα πεις “όχι, είναι δικό μου”, θα λέω εγώ “είναι δικό μου” και θα τσακωνόμαστε. Να το δοκιμάσουμε, λέει, πώς είναι να κάνεις καυγά;» «Να το δοκιμάσουμε», λέει ο άλλος. «Για να δούμε πώς είναι αυτό που όλος ο κόσμος τσακώνεται και γκρινιάζει.» Βάλανε τη στάμνα, άρχισε ο ένας να λέει: «Δικιά μου είναι η στάμνα». Πετάγεται ο άλλος: «Όχι, δικιά μου είναι η στάμνα». «Δικιά μου είναι η στάμνα», λέει ο άλλος, και του λέει μετά ο πατήρ ο άλλος: «Ε, πάρε τη, λέει, να τελειώνουμε, πάρε τη». Και λέει: «Όχι, τώρα σταματήσαμε τον καυγά πάλι». «Το σταματήσαμε», λέει. «Δεν μπορούμε να τσακωθούμε εύκολα εμείς». Είναι το μόνο που βρήκα στο Γεροντικό. Όλα τα άλλα περιστατικά λέει ότι και εκεί οι άνθρωποι είχαν προστριβές, συγκρούσεις, εντάσεις. Έτσι είναι το... Τα ανθρώπινα αυτά είναι. Και ο Απόστολος Πέτρος με τον Απόστολο Παύλο, κι αυτοί είχαν κάποια ένταση κάποια στιγμή. Γι' αυτό, λέει, στις εικόνες τους βάζει να είναι Πέτρος και Παύλος αγκαλιασμένοι και να ασπάζεται ο ένας τον άλλον. Να ασπάζεται ο ένας τον άλλον, για να δείξουν ότι είναι τελικά μονιασμένοι και ότι ο τσακωμός τους και η διαφοροποίησή τους δεν τους έκανε να χωρίσουν ψυχικά. Απλώς πρακτικά, έλεγε, ας πούμε, ο Απόστολος Παύλος ότι πρέπει ο χριστιανισμός να διαδοθεί και σε ανθρώπους που προέρχονται από εθνικούς, από άλλες... ειδωλολάτρες που θέλουν να γίνουν χριστιανοί, να τους δεχόμαστε όλους, αφού βαφτιστούν κλπ. Ο Απόστολος Πέτρος έλεγε: «Πρέπει να απευθυνθούμε μόνο σε πιστούς Ιουδαίους, αυτοί πρέπει να ανήκουν μόνο στον Χριστό. Οι Ιουδαίοι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού», και υπήρξε μια ένταση, αλλά αυτό... Χρησιμοποίησε ο Θεός για καλό και η Ιερά Αποστολή απέκτησε περισσότερο, έτσι, διακλαδώθηκε κι αλλού από το χωρισμό τους αυτό κάποια στιγμή. Αλλά τελικά οι ψυχές τους δεν είχαν μίσος μέσα από αυτή την ένταση. Και σε πολλά περιστατικά βλέπεις μέσα από τον καυγά να αγαπιούνται στο τέλος οι άνθρωποι, και ειδικά τα παιδάκια που είναι αθώες ψυχές, δεν έχουν μίσος. Τσακώνονται, τσακώνονται, μετά αγκαλιάζονται, λένε λόγια, η ψυχή τους βγάζει όλη την ένταση και την αλήθεια της, λογισμούς, ακούγονται λογισμοί, βγαίνουν όλα στη φόρα. Το παιδί δεν ξέρει να κρυφτεί, γι' αυτό και βρίζει και καμιά φορά λες «Τι είναι αυτά;» και κοκκινίζουν οι γονείς γιατί νομίζουν ότι έχουν ανήθικα παιδιά. Δεν έχεις ανήθικο παιδί, απλά έχεις ένα πολύ καθαρό παιδί που από την πολλή του καθαρότητα λέει ό,τι του έρχεται. Και αυτό που του έρχεται είναι αυτό που ακούει. Δεν το έχει γεννήσει η ψυχή του τη βρισιά, την άκουσε κάπου. Από σένα, είτε από το γείτονα είτε από το σχολείο, αλλά εκείνη την ώρα δεν ξέρει να κρυφτεί και να πει: «Αυτό δεν κάνει να το πούμε τώρα γιατί μας ακούει ο κόσμος», και λέει ό,τι νιώθει. Αυτό είναι το στοιχείο της γνησιότητας του παιδιού σου. Αλλά μετά πολύ αγαπιούνται. Αγκαλιάζονται τα αδερφάκια, πάλι παίζουν, μπορεί να σπάσει ο ένας τη μύτη του άλλου, να χυθούν αίματα, να τρέξουν αίματα κλπ. Μετά από λίγη ώρα και λίγες μέρες, τα έχουν ξεχάσει όλα. Εμείς είμαστε που κρατάμε αυτή την απόσταση μετά. Γιατί βγαίνει ο εγωισμός μας, ο περίεργος, βγαίνει η προστασία του εαυτού μας. Δεν θέλουμε να δώσουμε αέρα στον άλλον, κρατάμε, ας πούμε, μούτρα, κρατάμε στάση. Μου λέει μια γυναίκα: «Τσακώθηκα με τον άντρα μου την Τρίτη, ως την Παρασκευή δεν του μίλαγα. Να μάθει». «Τι να μάθει; Έμαθε;» Λέει: «Όχι». Λέει: «Γιατί αν του μιλήσεις έτσι...» Έτσι γλυκά να του μιλάς και να τα βρείτε, μέσα από τον καβγά να πλησιάσει ο ένας τον άλλον. Δεν είναι κακό να τσακωθείτε, να τα βρείτε όμως μετά, ρε παιδί μου. Τσακωθήκαμε για ένα πράγμα, γιατί πήρες παπούτσια που σου είπα να μην αγοράσεις, ξέρω, και έκανες έξοδα. Εντάξει, αυτό με εκνεύρισε, αλλά εσένα σ' αγαπάω. Σαν άνθρωπο, ως χαρακτήρα, ως ψυχή, ως τον άνθρωπό μου. Αγία Γραφή. Να μην πάρει αέρα απέναντί σου, να μην έχει άνεση. Και αυτή η ψυχρότητα, λέω, που κρατάς είναι καλύτερο; Βοηθάει; Πόσα χρόνια είστε παντρεμένοι; Μου λέει: «22». 22 χρόνια παντρεμένοι και κάνετε έτσι; Λέει: «Ναι». Σε βοήθησε 22 χρόνια αυτή η απόσταση; «Δεν ξέρω», λέει, «αν με βοήθησε, αλλά εγώ δεν μπορώ να του δίνω...» Μετά από τον τσακωμό να τα βρίσκουμε. «Καλά», του λέω, «εντάξει, πόση ώρα θες να τα βρείτε;» «Δεν ξέρω, εγώ θέλω καιρό να δω ότι αλλάζει η ζωή και να διορθωθεί και μετά να του μιλήσω.» Σκληρές συμπεριφορές μερικές φορές, και έρχεται η Αγία Γραφή και σου λέει: «Κοίταξε, ως το απόγευμα θα τα έχεις βρει ή το βράδυ που θα κοιμηθείς. Μη δύσει ο ήλιος και δεν τα έχεις βρει». Ειδικά το χειμώνα που δύει από τις 5, δεν προλαβαίνεις ούτε να τσακωθείς. Πρέπει να έχεις τσακωθεί και να έχεις συμφιλιωθεί ως τις 5. Μετά έρχεται η δύση του ήλιου και λέει «μη επιδυέτω ο ήλιος επί τω παροργισμώ υμών», μην έρθει η δύση του ήλιου και εσείς είστε ακόμα τσακωμένοι και νευριασμένοι και με οργή ο ένας με τον άλλο. Να τα έχετε βρει, να κοιμηθείτε, πώς λέμε τα μικρά παιδάκια, αγαπημένοι, ήσυχοι, μονιασμένοι, γιατί μπορεί, δεν ξέρω τι μπορεί να γίνει το βράδυ. Δεν ξέρεις αν θα ζεις και αύριο, δεν ξέρεις στο ταβάνι τι θα γίνει, αν θα είναι στη θέση του όλη τη νύχτα. Σεισμοί γίνονται σε τόσα μέρη του κόσμου. Και το άλλο: δεν ξέρεις αν σου κάνει καλό να δηλητηριάζεις την ψυχή σου και να μην βγάζεις το δηλητήριο αμέσως. Και τι κάθεσαι και λες «Δεν πειράζει, άσε, το δηλητήριο θα βγει άλλη φορά»; Τι άλλη φορά; Εσύ δηλητηριάζεις... Δεν τα βρίσκεις με αυτόν που τσακώθηκες, το δηλητήριο εσύ το κρατάς μέσα σου. Αυτό που λες, «το κρατάω, της το κρατάω», μέσα σου δηλητήριο υπάρχει. Θα γίνει τεράστια ζημιά. Γι' αυτό αρρωσταίνουμε. Γι' αυτό και τα ζευγάρια που τσακώνονται δεν αρρωσταίνουν και πολύ εύκολα, γιατί τα λένε, τα λένε. Έλεγε ένας για μια γυναίκα: «Θα πεθάνει αυτή η καημένη από τη στεναχώρια», και πετάγεται ο άντρας της και λέει: «Δεν πεθαίνει αυτή, μην ανησυχείς, γιατί για να πεθάνει κανείς πρέπει να σκάσει από τη στεναχώρια. Αυτή δεν σκάει, αυτή ό,τι έχει το λέει, τα λέει όλα, τα βγάζει όλα στον καβγά». Είναι καλό με την έννοια του θεραπευτικού, γιατί η συσσώρευση προβλημάτων, λογισμών, σκέψεων μέσα μας χωρίς ποτέ να τα μοιραστούμε με τον άνθρωπό μας δεν κάνει καλό στην υγεία μας τη σωματική πλέον. Ξέρεις τι είναι να κρατάς μέσα σου πράγματα που δεν μπορείς να τα πεις ποτέ στον άνθρωπό σου; Πέσ' τα, ρε παιδάκι μου. «Μα θα τσακωθούμε αν τα πω». Ε, ωραία, τσακωθείτε λίγο. Και γιατί είσαι και τόσο σίγουρος ότι θα τσακωθείς; Δεν είναι σίγουρο αυτό. Πέσ' τα με ωραίο τρόπο. Πέσ' τα με ευγενική συμπεριφορά, με λέξεις κατάλληλα διαλεγμένες. Έχει σημασία η λέξη που λες, πώς το χρησιμοποιείς. Δηλαδή, αν πεις: «Θυμάσαι και τη μέρα που πήγαμε στο τραπέζι του ξαδερφού σου και εσύ...» Εσύ όπως συνηθίζεις, που είσαι συνέχεια πολυλογάς, άρχισες και έλεγες ιστορίες». Εκείνη την ώρα αυτό και μόνο, αυτή η φράση ετοιμάζει καβγά. Γιατί είπες «εσύ όπως συνηθίζεις και είσαι πάντα πολυλογάς», αυτό είναι μια πληγή στον άλλον, ένα κέντρισμα, μια ειρωνεία, μια προσβολή. Ενώ αν έλεγες: «Θυμάσαι τότε που πήγαμε στον ξαδερφό σου και εκεί που συζητάγαμε είπες αυτό το θέμα για τα οικονομικά μας...» «Ήθελα να... Στεναχωρήθηκα λίγο που τα είπες όλα και τα μάθανε». Αυτό δεν φέρνει καβγά. Ενώ αν πεις τη σπόντα την άλλη, την πικρή, ειδικά, ας πούμε, πολλοί άνθρωποι ξέρουν ο ένας τα κουμπιά του άλλου και λέει ο άντρας: «Αν της πω αυτό, θα γίνει καβγάς τεράστιος, τρικούβερτος». Και η γυναίκα το ίδιο, ξέρει ότι αν πει κάτι στον άντρα της θα τον προκαλέσει και θα τον εκνευρίσει. Και πού το ξέρω; Μα το έχει πει ο άνθρωπος, το έχει πει πολλές φορές. Σου λέει: «Μη μου το λες αυτό συνέχεια, με εκνευρίζεις που το λες αυτό συνέχεια», και εσύ πάλι το λες και πάλι το λες. Αυτό είναι εγωισμός, αυτό είναι πρόβλημα δικό σου. Εγώ έχω καταλάβει από τη φτωχή μου πείρα ότι μπορείς να πεις την πιο μεγάλη αλήθεια στον άνθρωπό σου, όσο πικρά και είναι αυτά που θες να πεις, σοβαρά, βαριά, αλλά με πολύ ωραίο τρόπο, ευγενικό τρόπο, και να το καταλάβει και να συζητήσεις γόνιμα. Αν γίνει και μια μικρή ένταση, να την αντιμετωπίσεις γόνιμα εσύ. Άσ' τον άλλον να φωνάζει, αλλά εσύ μην μπεις στο κλίμα του, εσύ να βοηθάς ψύχραιμα. Έχει μεγάλη σημασία και πώς τσακώνεσαι ακόμα, δείχνει το χαρακτήρα σου. Και λέει μια γυναίκα: «Εγώ δεν τσακώνομαι, εγώ δεν λέω τίποτα». Και λέω: «Μπράβο». Και έρχεται ο άντρας και μου λέει: «Πάτερ, δεν λέει τίποτα. Ξέρεις πότε δεν λέει τίποτα; Την ώρα που της λέω “μίλα επιτέλους, πες κάτι”, τότε λέει ότι δεν μιλάει καθόλου. Και το οποίο», μου λέει, «είναι το πιο εκνευριστικό που μπορεί να μου κάνει». Και... Ενώ νομίζει, λέει, ότι είναι αρετή αυτό και είναι οσία και δεν μου μιλάει, το κάνει επίτηδες που δεν μιλάει για να με εκνευρίσει περισσότερο. Άλλο, δεν το ξέρω αυτό. Δηλαδή μπορείς να μιλάς και να εκνευρίζεις και μπορείς και να σιωπάς και να εκνευρίζεις. Όταν ο άλλος πνίγεται και θέλει να ακούσει μια κουβέντα σου, να του δώσεις μια απάντηση στον τσακωμό σας, και σου λέει: «Πες μου, ρε παιδάκι μου, σε ρωτάω κάτι. Αυτό και αυτό, πού βρίσκεις το λάθος;» Και εσύ δεν μιλάς. «Δεν λέω τίποτα.» Είναι... Πολύ πεισματικό, εγωιστικό και καθόλου φιλάνθρωπο. Δεν έχει φιλανθρωπία μέσα. Δεν αγαπάς τον άνθρωπό σου εκείνη την ώρα. Γι' αυτό έχει μεγάλη σημασία οι αποχρώσεις στα λόγια μας. Τι απόχρωση δίνουμε στα λόγια μας. Οι αποχρώσεις επίσης των κινήτρων μας. Τι κίνητρα έχουμε όταν μιλάμε. Η επιλογή των λέξεων όταν μιλάμε. Τι λέμε όταν μιλάμε. Θα μου πεις τώρα: «Πάτερ, τα λες, αλλά όταν έρθει η ώρα του καυγά πού να τα θυμηθώ όλα αυτά;» Εκείνη την ώρα σαν να μπαίνει ένας ταύρος, λες, στο υαλοπωλείο και τα διαλύει όλα. Του πεις τώρα του ταύρου: «Σε παρακαλώ, στρίψε λίγο εκεί στη γωνία, έχω βάλει κάτι βάζα πολύτιμα Βοημίας»; Αν είναι δυνατόν. Όταν τον ταύρο τον πιάσει αυτή η τρέλα, δεν υπολογίζει τίποτα. Έτσι γίνεται η ψυχή μας. Δεν καταλαβαίνουμε εκείνη την ώρα τι λέμε, πώς πονάμε τον άλλον, αν τον πληγώνουμε, βριζόμαστε, τσακωνόμαστε, παρεξηγούμαστε, λέμε και μας λένε και μετά κλαιγόμαστε. «Μου μιλάς έτσι; Πώς με προσβάλλεις έτσι;» Και λέω: «Αδερφή, τι μου λες; Εγώ σε είπα έτσι; Εσύ θυμάσαι πόσα μου είπες; Εγώ σου υπενθύμισα εκείνο, εσύ θυμάσαι πόσα μου υπενθύμισες;» Και τελικά είμαστε και οι δύο ένοχοι. Γι' αυτό λέω, ειδικά στο γάμο, δεν είναι το θέμα να βρεις ποιος έχει δίκιο και ποιος έχει άδικο, γιατί δεν θα βγάλουμε νικητή σε μια σχέση που σκοπό έχει να νικάνε και οι δυο. Γι' αυτό παντρεύτηκες, να νικάς μαζί με τη γυναίκα σου, να νικάς μαζί με τον άντρα σου. Δεν παντρεύτηκες για να λες «τον νίκησα, είμαι σπουδαία, είμαι σπουδαίος». Μπράβο, πάρε το δίκιο σου να το χαίρεσαι. Τι να το κάνεις το δίκιο σου; «Θέλω να πάω στο δικαστήριο να πω τουλάχιστον στον δικηγόρο ότι εγώ έχω δίκιο». Εντάξει, άμα θες τέτοιο δίκιο για να χωρίσεις. Εγώ νόμιζα θες να ζήσεις με τη γυναίκα σου, να κρατήσεις τον γάμο σου. Σκέψου τα αυτά, αγαπητέ μου. Τώρα εδώ που σου μιλάω εκ του ασφαλούς δεν μπορώ να τσακωθώ μαζί σου, ούτε εσύ πολύ μαζί μου, αλλά εσύ που είσαι μέσα στη δίνη των καταστάσεων και των περιστάσεων των οικογενειακών, δεν ξέρω αν το έχεις καταλάβει ότι είσαι σε ένα πολύ σπουδαίο χώρο που μπορεί να μάθεις πολλά πράγματα για το χαρακτήρα σου, για την ψυχή σου και να γίνεις άγιος. Ο γάμος είναι οδός αγιότητας, οδός προκοπής μεγάλης και πνευματικής και διανοητικής και ό,τι θέλεις. Ωριμάζεις μέσα στον γάμο, βλέπεις πολλά πράγματα και θα τα δεις έτσι. Και μέσα από τον καβγά δεν είναι κακό να τσακώνεσαι και λίγο. Το κακό είναι να μένεις εκεί. Το κακό είναι να μπει το μίσος μετά στην καρδιά σου και να φωλιάσει στην ψυχή σου. Όχι, αγαπάω τον άνθρωπό μου. Δεν μ' αρέσουν οι πράξεις του, δεν μ' αρέσει που ξεροκοπανάει, που νευριάζει, που βρίζει, που καπνίζει, που χτυπάει, που κλωτσάει, που χαστουκίζει, που τα σπάει, που ξοδεύει, που οτιδήποτε κάνει, που ασωτεύει. Αλλά αγαπώ αυτή την ψυχή που υπάρχει στο βάθος. Η ψυχή μου στο βάθος αγαπάει όλο τον κόσμο. Και η δική σου ψυχή αγαπάει όλο τον κόσμο στο βάθος. Εξωτερικά όμως, οι σκέψεις μας, ο νους μας, οι ιδέες μας, εκεί δεν αγαπιόμαστε, εκεί έρχεται και σου λέει μια σκέψη... Λες εσύ: «Είσαι καλά; Θα τον συγχωρέσεις; Θα τον συγχωρέσεις; Εκεί θα κάνεις φασαρία γιατί αυτό που έκανε είναι ανεπίτρεπτο». Αυτά τα λένε οι σκέψεις μας, αυτά τα λέει η κοινωνία μας, αυτά τα λέει ο πολιτισμός μας. Εκεί υπάρχει λέξη εκδίκηση, τιμωρία, αδικία. Η ψυχή δεν ξέρει τέτοια, η ψυχή νιώθει να αγαπάει γιατί είναι σφραγίδα του Θεού μες στην ψυχή μας και εκεί υπάρχει αγάπη καθαρή. Πρόσεξέ το αυτό, θυμήσου το αυτό. Γι' αυτό και όταν είμαστε σε κατάσταση καλή αγαπάμε ακόμα και αυτούς που μισούμε άλλες ώρες. Γι' αυτό και την ώρα του ύπνου, που ο άνθρωπος έχει την ψυχή του χωρίς να παρεμβάλλεται πολύ ο νους του, στο κρεβάτι αν έχεις τσακωθεί, κοιμάσαι και πάνω στον ύπνο κάτι σκουντήσεις, πας να πεις, λες «έλα, κάνε πιο εκεί», μιλάς ωραία. Όταν ξυπνήσεις καλά και ο νους αρχίζει και δουλεύει, λες «Ω, με αυτήν είχαμε τσακωθεί εμείς πλέον, κάνε πιο εκεί, παιδάκι μου, σου λέω». Μετά αρχίζεις και λες: «Πρέπει να της κρατήσω απόσταση, πρέπει να της δείξω ότι θύμωσα, ότι δεν...» Πότε; Όταν ο νους αρχίζει και δουλεύει έτσι άρρωστα. Η ψυχή μας στο βάθος δεν έχει πρόβλημα, αγαπάει όλο τον κόσμο, πόσο μάλλον τη γυναίκα σου που παντρεύτηκες, τον άντρα σου, τα παιδιά σου, τους ανθρώπους σου, τους αγαπάς. Ξεκινήσαμε να λέμε για τους καυγάδες στο σπίτι. Δεν πέρασε η ώρα; Καλά, μη φωνάζεις, μην τσακωθούμε κιόλας τώρα. Καθυστέρησα λίγο; Η ώρα έχει περάσει. Βασίλη Χατζηνικολάου, πολύ σ' ευχαριστώ. Ο Βασίλης δεν θυμώνει, δεν τσακωνόμαστε ποτέ. Βασίλη, ευχαριστώ τον Θεό γιατί δεν τσακωθήκαμε ποτέ τόσα χρόνια συνεργασίας. Εεε... Αντιθέσεις έχουμε, αντιρρήσεις έχουμε, αλλά κακίες δεν έχουμε. Και είναι μεγάλη χαρά αυτό. Σε μια ανθρώπινη φιλική σχέση και στις διαπροσωπικές γενικότερα σχέσεις. Θα πρέπει όμως να συνεχίσουμε να πούμε και μερικά άλλα πράγματα σε μια άλλη εκπομπή για το πώς μερικές γυναίκες δεν μπορούν να μιλήσουν μπροστά στους άντρες τους, να πουν τι νιώθουν, πώς μερικοί άντρες έχουν ένα στυλ λίγο απόλυτο και απότομο στο σπίτι, λες και είναι λίγο στρατιωτικοί όλοι και στρατηγοί. Δεν τελειώνει αυτό το θέμα, γιατί δεν τελειώνει και η ζωή στις οικογένειες μέσα. Προβλήματα πάντα υπάρχουν. Ωστόσο, να είστε αγαπημένοι. Ας τσακώνεστε και λίγο από το πρωί ως το απόγευμα. Το απόγευμα να ησυχάζετε γιατί έδυσε ο ήλιος, να γαληνεύει η ψυχή σας, όσο μπορείτε να τα βρίσκετε και να κοιμάστε αγαπημένοι, μονιασμένοι, γιατί κάνει πολύ καλό και σε εσάς και στα παιδιά σας. Ευχαριστούμε... Θα τα αναπτύξουμε τα θέματα αυτά, δεν προλαβαίνουμε σε μια εκπομπή, και εύχομαι ο Χριστός να μπει στις καρδιές σας. Σας δώσει να καταλάβετε ότι ο ένας είναι η δόξα του άλλου. Στέφεται ο δούλος του Θεού την δούλη του Θεού. Το στεφάνι σου είναι η γυναίκα σου και το στεφάνι σου, η δόξα σου, είναι ο άντρας σου. Και να έχετε έτσι μια αγάπη πλούσια, ζεστή, τρυφερή, στοργική, για να αντέχετε τη ζωή δηλαδή, όχι τίποτα άλλο. Γιατί έχουμε και τα προβλήματα τα οικονομικά. Να μην έχουμε και αγάπη και να έχουμε συνέχεια γκρίνια και φαγωμάρα; Δεν αντέχετε έτσι τη ζωή. Εύχομαι να αντέχεις. Και για να αντέχεις πρέπει να μάθεις να αγαπάς, να κατανοείς τον άλλον, να τον συγχωρείς. Λοιπόν, θα τα πούμε την άλλη φορά. Καλή αντάμωση. Στις 41 18 602 και 41 18 640 είναι το τηλέφωνο της εκπομπής. Το email είναι, μια τελεία στη μέση, Αθέατα τελεία Περάσματα παπάκι Yahoo.gr. Καλή συνέχεια και καλή αντάμωση να έχουμε την επόμενη φορά. Χαιρετώ, αγαπητοί μου φίλοι. Χαίρετε.