Δύναμη μέσα από τη συγχώρηση και τη νηστεία Ελληνική μεταγραφή Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την ομιλία της πρωτότυπης ηχογράφησης. Τυχόν μουσική, ψαλμωδία ή δυσδιάκριτα σημεία διακρίνονται από την ομιλία. Η πλήρης ελληνική ηχογράφηση διατηρείται. Αγαπητοί μου φίλοι, ευχαριστώ πάρα πολύ που και σήμερα είσαι εκεί στην ώρα σου και με περιμένεις, και εγώ σε περίμενα. Και ευτυχώς γίνεται αυτή η όμορφη συνάντηση, με τη βοήθεια του Θεού, συνεπείς και σε αυτό το ραντεβού μας και οι δυο μας, για να πούμε και σήμερα μερικά πράγματα τα οποία σκέφτηκα με αφορμή... Εεε... Ένα ταξίδι που έκανε κάποιος γνωστός μου από την επαρχία στην Αθήνα και τι του συνέβη του ανθρώπου: μπέρδεψε τη βαλίτσα του στο λεωφορείο και πήρε λάθος βαλίτσα. Πήρε τη βαλίτσα ενός μετανάστη, μαύρες και οι δυο βαλίτσες. «Πήρα», λέει, «την ξένη. Πάω σπίτι, ανοίγω, άλλα ρούχα, άλλα πράγματα». Πήραμε τηλέφωνο στο ΚΤΕΛ, τελικά πήγαμε, αλλάξαμε τις βαλίτσες και πήρε ο καθένας τη δική του. «Ευτυχώς», μου λέει, και συμπλήρωσε: «Την προηγούμενη φορά ήταν πολύ καλύτερα το ταξίδι, γιατί είχα έρθει», λέει, «με ελάχιστες αποσκευές. Κρατούσα μόνο ένα μικρό τσαντάκι», λέει, «κοντά μου, ένα σακίδιο, και πήγαινα εύκολα όπου ήθελα και δεν χρειαζόταν τέτοια μπερδέματα. Και είναι ωραία», μου λέει, «τελικά να ταξιδεύεις με λίγες αποσκευές, γλιτώνεις πολλά». Εγώ το κράτησα αυτό και σκέφτηκα να στο μεταφέρω σε θέματα που ξέρεις ότι συζητάμε σε αυτή την εκπομπή, ότι πράγματι στη ζωή είναι ωραία να κουβαλάς λίγες αποσκευές και να μην κουβαλάς πολλά πολλά άχρηστα πράγματα που σε φορτώνουν, σε κουράζουν, σε αγχώνουν, σε ταλαιπωρούν και σε βαραίνουν στο τέλος. Και θέλω να το συνδέσω λίγο με την ευκαιρία που μας δίνει η Εκκλησία σε διάφορες περιόδους του χρόνου, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή. Κάθε φορά που θέλουμε να ετοιμαστούμε, να κοινωνήσουμε, να προετοιμαστούμε και με τη νηστεία, τη Σαρακοστή του Πάσχα, τη Σαρακοστή των Χριστουγέννων, το Δεκαπενταύγουστο, τη νηστεία των Αγίων Αποστόλων, όποτε θέλει ο καθένας και μπορεί να συμμετάσχει σε αυτές τις ευκαιρίες που μας δίνει η Εκκλησία για νηστεία, να θυμάται αυτή την κουβέντα που μου είπε ο γνωστός μου από την επαρχία: «Είναι ωραία», λέει, «να ταξιδεύεις με λίγες αποσκευές». Όσο πιο λίγα έχεις στη βαλίτσα σου τόσο πιο ευκίνητος είσαι. Και σκέφτομαι ότι όσο πιο λίγα έχεις και μέσα σου, στο κορμί σου, και φορτώνεσαι τροφές πολλές, περιττές, λιπαρές, βλαβερές, τόσο πιο δύσκολο είναι να μετακινείσαι. Και σωματικά παραμορφώνεσαι, παχαίνεις και βλέπεις ότι δεν νιώθεις καλά μετά από πολύ φαγητό, και πνευματικά όμως χάνεις... τη διαύγεια του πνεύματος, χάνεις την καθαρότητα της σκέψης, χάνεις την ευκινησία που έχει ο νους σου όταν θέλει να πάρει μια απόφαση. Δεν μπορείς να σκεφτείς καλά, βαλτώνεις, σαν να λασπώνει το μυαλό σου, σαν να νυστάζεις, ναρκώνεσαι, φουσκώνεις και σε πιάνει μια υπνηλία και μια οκνηρία και τεμπελιά και δεν μπορείς να έχεις την ευεξία που έχει ένας άνθρωπος νηστευτής. Η νηστεία, μεγάλη ευκαιρία πνευματικής προόδου, μεγάλη δυνατότητα για να καταλάβεις, ξέρεις, να καταλάβεις μέσα από τη νηστεία, για να καταλάβεις πόσο πολύ δυνατός είσαι. Η νηστεία σου φανερώνει τη δύναμή σου. Η νηστεία φανερώνει τα κρυφά χαρίσματά σου, τις δυνάμεις που έχει η ψυχή σου και το κορμί σου, οι οποίες όμως δεν μπορούν να εκδηλωθούν εφόσον συνέχεια τροφοδοτούμε το σώμα και του δίνουμε και του δίνουμε και του δίνουμε και δεν το αφήνουμε να μας δείξει τι μπορεί να κάνει και με λιγότερα καύσιμα. Μπορεί να κάνει πολλά και όταν του δίνουμε πιο λίγα, έχει τέτοια δυνατότητα. Και είναι μια πολύ μεγάλη ευκαιρία και καλή που μερικοί τη δοκιμάζουν, όχι μόνο, επαναλαμβάνω, σε μεγάλες Σαρακοστές, νηστεύουν και άλλες μέρες του χρόνου για να καθαρίσει ο νους τους. Το αισθάνεται κάποιος, λέει: «Καθάρισε το μυαλό μου». Είναι αλλιώς να κοιμάσαι με ένα βαρύ στομάχι και να θες να προσευχηθείς, να σκύψεις την καρδιά σου και να ακούσεις μέσα σου τη φωνή του Θεού. Δεν ακούγεται μέσα σε αυτόν τον κοχλασμό και τον βρασμό των τροφών που σε έχουν κατακλύσει. Δεν μπορείς να ακούσεις αυτή την απαλή φωνή του Θεού που έρχεται σε κορμιά ασκητικά αλλά και μυαλά και νου εγκρατή και νου νηστευτή. «Η παχεία γαστέρα», λέει, «δεν τίκτει λεπτόν νόα». Ο νους σου, δηλαδή, για να γίνει λεπτός, δεν μπορεί να υπάρχει πάχος στη γαστέρα, να παχαίνει το κορμί και να λεπταίνει η ψυχή. Δεν γίνεται. Είναι δύσκολο. Και είναι συνδεδεμένα τελικά αυτά τα σωματικά και τα ψυχικά. Θα το αισθανθείς αυτό στη ζωή σου. Δεν είναι ανεξάρτητο το ψυχικό και το σωματικό. Λοιπόν, δύναμη, καθαρότητα, ενεργητικότητα, έχεις ενέργεια όταν δεν τρως πάρα πολύ και νηστεύεις. Μιλάμε τώρα, πρόσεξε, μιλάμε για λιτή διατροφή, έτσι; Δεν μιλάμε για να λιμοκτονείς. Λιτή διατροφή, δηλαδή να φας λίγο πιο απλά, πιο πρόχειρα, όχι πολύ φορτωμένα. Δεν είπα να μην χορτάσεις καθόλου, δεν είπα να πέσουμε κάτω από την πείνα, να κιτρινίσουμε, να εξαντληθούμε, να μας πιάσει, ας πούμε, να έχουμε σωματικά συμπτώματα ταλαιπωρίας και κόπωσης φοβερής. Όχι, ελαφρά να υποσιτίζεσαι, ελαφρά όμως, τόσο που να είσαι σε κάποιο όριο πείνας και χορτασμού. Και χόρτασα, αλλά μπορώ να φάω κι άλλο, αλλά εντάξει, αντέχω κιόλας. Είναι ένα ωραίο σημείο εγρήγορσης αυτό, ενεργητικότητας, και μετά μπορείς ευκολότερα με αυτόν τον τρόπο να προσυλλογιστείς κάπου, δηλαδή δίνεις κάπου τις δυνάμεις σου και λες: «Τώρα μπορώ να διαβάσω, γιατί έχω φάει. Έχω φάει όμως λίγο. Μπορώ να διαβάσω τώρα ένα βιβλίο. Τώρα μπορώ να σκεφτώ ένα θέμα που με απασχολεί. Έχω φάει λίγο γι' αυτό. Δεν έχω σκάσει, γιατί αν σκάσω θέλω να κοιμηθώ. Δεν μπορώ να σκεφτώ, κατεβαίνει όλο το αίμα στο στομάχι και ο εγκέφαλός μου δεν οξυγονώνεται, δεν σκέφτομαι, δεν μπορώ να λύσω ασκήσεις, ούτε να λύσω ζητήματα της ζωής μου σοβαρά». Μεγάλο πράγμα να κοιτάς, ας πούμε, ένα κομμάτι τυρί, ας πούμε, απέναντί σου και να μην το αγγίζεις και να λες: «Ναι, εγώ και το τυρί, το τυρί και εγώ, τι σχέση έχουμε εμείς οι δύο; Τι μου προσφέρει το τυρί; Απόλαυση, δύναμη, χαρά, ευχαρίστηση. Συγγνώμη, το ίδιο το τυρί μου το προσφέρει αυτό ή το τυρί γίνεται μια αφορμή να βγει αυτή η χαρά από μέσα μου;» Και ακριβώς αυτό, μέσα μου υπάρχει αυτό. Αυτό, η χαρά που μου δίνει κάποια τροφή δεν είναι μέσα στην τροφή. Η χαρά αυτή είναι μέσα μου. Απλώς μαζί με αυτή την τροφή το σώμα μου και η ψυχή μου και η διάθεσή μου φτιάχνει. Δεν με φτιάχνει όμως η τροφή, είναι η αφορμή. Και τώρα την εποχή της νηστείας, την περίοδο κάθε νηστείας, τι λέω μέσα μου; Για να βρω έναν άλλο τρόπο να νιώσω όπως νιώθω όταν τρώω πολύ. Χωρίς όμως να τρώω πολύ... Να βρω έναν τρόπο να νιώσω χαρά όπως νιώθω όταν τρώω ένα κομμάτι τυρί, αυγό, κρέας, ψάρια και λοιπά. Πώς νιώθω χαρούμενος με αυτές τις τροφές χωρίς να φάω αυτές τις τροφές; Να βρω μια άλλη πηγή χαράς. Αυτό κάνει η νηστεία. Σε επικεντρώνει, σε στρέφει στην αρχική πηγή της ευτυχίας, της απόλαυσης, της ηδονής που σου δίνουν οι τροφές και σου εξηγεί ότι δεν είναι η τροφή, είναι ο Θεός που έχει βάλει τη γλύκα μέσα στην τροφή και ενεργοποιεί τη δική σου γλύκα, η οποία όμως υπάρχει ήδη μέσα σου. Και αν πας κατευθείαν στο Θεό και γλυκαθείς από Αυτόν, και αν πας στην αγάπη των αδερφών σου, και αν τα βρεις με τον άνθρωπό σου και αγαπήσεις και συμπαθήσεις και προσεγγίσεις προσεγγίσεις τον άλλο και συνδεθείς μαζί του, νιώθεις τέτοιο χορτασμό και τέτοια γλυκύτητα που δεν θες να φας. Γιατί βρήκες αυτό που σου δίνει το φαγητό ήδη. Γιατί μην το ξεχνάς, δεν τρώμε μόνο για να ζήσουμε, πολλές φορές τρώμε και για να περάσουμε όμορφα, να ευχαριστηθούμε, να απολαύσουμε. Δηλαδή στην πραγματικότητα ζητάμε ψυχικές ποιότητες μέσα από το φαγητό. Ζητούμε ευφορία, ζητούμε να ζήσουμε ηρεμία, γαλήνη. Λέει ο άλλος: «Πίνω το κρασάκι μου και ηρέμησα», παράδειγμα. Και λέμε τώρα εμείς: «Για να βρω κι άλλους τρόπους να ηρεμώ χωρίς να πιω, χωρίς να φάω, πώς; Μέσα από την αγάπη». Και άλλο πιάτο στο τραπέζι. Βγάλε από την πόρτα το κλειδί. Άνοιξε στο φως το παράδειγμα. φορές έχει τύχει να πας αναγκαστικά για κάποιον που είναι στο νοσοκομείο και ξαφνικά πρέπει να τρέξεις αρκετές ώρες την ημέρα για χάρη του. Και εκείνη την ώρα τα δίνεις όλα, λες: «Αγαπώ πολύ αυτό το άτομο, είναι για μένα πολύ σημαντικό πρόσωπο». Τρέχω από το φαρμακείο, πάω στους γιατρούς, ανεβαίνω ορόφους, κατεβαίνω, βρίσκω γιατρούς, ρωτάω τι θα γίνει κλπ. Και τι νιώθω; Δεν πεινάω. Γιατί νιώθω ότι κάτι μέσα μου μου δίνει δύναμη, με κρατά ζωντανό, γιατί έχω ένα σκοπό, πολύ σπουδαίο και ιερό σκοπό, τον άνθρωπό μου, τον οποίο τον αγαπώ. Οπότε έρχεται η αγάπη και καλύπτει ακόμα και την πείνα. Ικανοποιεί αυτό που θα μου δίνει το φαγητό μου, το δίνει η αγάπη και η προσήλωση σε έναν ιερό, δυνατό σκοπό με νόημα στη ζωή. Γι' αυτό και πολλά παιδιά, όταν κάνουν κάτι με νόημα που τους γεμίζει τη ζωή, ας πούμε κάθεται ένας μαθητής στον υπολογιστή και περνάνε οι ώρες και ξαφνικά έχει βρει ένα παιχνίδι ή ένα πρόγραμμα ή κάτι να μελετήσει στο ίντερνετ, ας πούμε στη σχολή του, στα μαθήματά του, και βυθίζεται στη γνώση και είναι τέτοια η χαρά του που ξεχνά να πάει να φάει. Και του λένε οι άλλοι: «Έλα να φας». «Σε λίγο, αρχίστε και έρχομαι». Τελειώνουν οι άλλοι. «Αφήστε, θα το φάω μετά». Και περνάνε ώρες και το τρώει το φαΐ του κρύο, τελείως κρύο, και δεν θέλει και πολύ να φάει γιατί χορταίνει από κάτι άλλο που του γέμιζε τη ζωή. Άρα, αν το καταλαβαίνεις, δεν ζητάς φαΐ. Αυτό που σου λείπει είναι το νόημα στη ζωή. Νόημα με περιεχόμενο, νόημα που θα διαποτίσει την ψυχή σου, την καρδιά σου, το συναίσθημά σου, τη διάνοιά σου και θα σου δώσει αυτή την ομορφιά της ζωής. Και μετά το φαΐ είναι ένα συμπλήρωμα και μετά έρχεται αυτή η φράση που λένε ότι τρώμε για να ζούμε και δεν ζούμε για να τρώμε. Τρώμε για να ζούμε. Αλλά έχουμε άλλα πράγματα για να στηριχτούμε ψυχικά. Και αυτό, μην παραξενεύεσαι με μερικούς που το έχουν ρίξει στο φαΐ. Είναι αγάπη που ζητούν, είναι ασφάλεια που ζητούν, είναι ένα ρούχο που θέλουν να ενδυθούν από πάνω τους. Δηλαδή θέλουν να σκεπαστούν με κάτι. Και αυτό το κάτι είναι μια αγκαλιά ενός ανθρώπου, είναι η αγκαλιά του Θεού. Και όταν αυτό δεν το βρίσκεις, σε αγκαλιάζει ένα παχύ στρώμα λίπους το οποίο έρχεται από τις τροφές. Το λένε πολλοί γιατροί που ασχολούνται με τη διατροφή, που λένε ότι πολλοί άνθρωποι τρώνε όχι για λόγους ότι πεινούν, τρώνε για λόγους ψυχικούς. Θέλουν να νιώσουν στοργή, θέλουν να νιώσουν ένα φιλί, θέλουν να νιώσουν μια χαρά στο στόμα τους, στην καρδιά τους, στην αγκαλιά τους, και το παίρνουν από το φαγητό, το οποίο μπαίνει στο στόμα, ικανοποιεί τη γλώσσα, τον ουρανίσκο, τα χείλη, όλη τη στοματική κοιλότητα, κατεβαίνει στο φάρυγγα, κατεβαίνει στο στομάχι, μετά γίνεται λίπος και σκεπάζει το σώμα για να μας καλύπτει. Και σκεπάζεσαι τελικά με κάτι το οποίο είναι τόσο βλαπτικό για την υγεία σου. Ενώ στην πραγματικότητα, αν είχες βρει αγάπη, ζεστασιά, νόημα, παρηγοριά, τρυφερότητα, θαλπωρή, καλοσύνη, δεν θα σε ένοιαζε αν θα φας πολύ. Θα σου αρκούσε και το λίγο. Έλεγε μια κοπέλα που χώρισε κάποτε με έναν άνθρωπο που αγαπούσε: «Είχα», λέει, «τσακίσει τα σοκολατάκια μετά», γιατί η αγάπη που είχε ήταν γλυκιά και έχασε αυτή τη γλύκα της αγάπης. Και τι θα κάνει τώρα που θέλει πάλι γλύκα στη ζωή και δεν την έχει; «Το βρήκα», λέει, «το σακουλάκι με τα σοκολατάκια. Μου λείπει η γλύκα της ψυχής, θα βρω τη γλύκα από τα σοκολατάκια». Είναι μια ψευδαίσθηση, είναι ένα υποκατάστατο, είναι μια απάτη, είναι ένα ψέμα που την ώρα εκείνη ευχαριστιέσαι. Σε λίγο τρως και μετά λες: «Τι ήθελα και τα έφαγα; Τώρα για να δούμε αύριο πόσο θα ζυγίσω». Ανεβαίνεις στη ζυγαριά, δεν κατεβαίνει η ζυγαριά, την κοπανάς και μια κλωτσιά γιατί νομίζεις ότι αυτή φταίει και είναι ένας φαύλος κύκλος. Και απογοητεύεσαι και πάλι το ρίχνεις στο φαΐ και ένας φαύλος κύκλος που, δεν ξέρω αν το έχεις καταλάβει, πολλοί χριστιανοί ταλαιπωρούνται από τέτοια θέματα. Διαβάζω τα email που λαμβάνω, είναι πάρα πολλά αυτά που έρχονται και καθημερινά και μέσα στο μήνα και σε όλο το χρόνο, άπειρα, στην κυριολεξία δηλαδή άπειρα, μεταξύ των οποίων και τέτοια θέματα. «Πάτερ, είμαι πάρα πολύ στεναχωρημένος ή πάρα πολύ στεναχωρημένη γιατί δεν μπορώ να ελέγξω την πείνα μου. Είμαι πάρα πολύ απογοητευμένος από τον εαυτό μου διότι διαρκώς παχαίνω. Είμαι πάρα πολύ λυπημένος γιατί το τελευταίο διάστημα έχω πάρει 15 κιλά». Όταν λέμε τελευταίο διάστημα, τους τελευταίους μήνες. Αλλά αυτά δεν έρχονται και αμέσως, έρχονται σταδιακά. Αλλά άμα πάρει τον κατήφορο... Γι' αυτό η λύση είναι όχι να κόψεις το φαΐ, όχι να περιορίσεις την ευχαρίστηση, αλλά να βρεις την αληθινή ευχαρίστηση. Γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ευχαρίστηση. Δεν μπορεί να ζήσει χωρίς κάτι να τον γεμίζει, να τον ευχαριστεί, να τον παρηγορεί. Που λέμε παράκληση, ψυχής παραμυθία, δηλαδή κάτι μέσα μου να μου δώσει μια υπομονή στη ζωή, ένα όραμα να έχω μπροστά μου, να ξέρω γιατί ζω και αυτό να με γλυκαίνει και να λέω: «Κάνε υπομονή, γι' αυτό ζεις, υπάρχει αυτό και αυτό», και σου δίνει τόνωση. Αν δεν το έχεις, κάπου θες να παρηγορηθείς. Γι' αυτό άλλος τρώει, πίνει, κάνει καταχρήσεις, ταλαιπωρείται και είναι δύσκολο να τα κόψει. Μην λες ποτέ σε κάποιον άνθρωπο: «Κόψε το φαΐ, κόψε το ποτό». Δώσ' του αυτό που θα τον βοηθήσει να κόψει το ποτό και το φαΐ, που κυρίως είναι η αγάπη. Λέγει ο πατήρ Παΐσιος κάτι όμορφο: «Τα παιδιά», λέει, «τα μωρά που δεν θήλασαν από το γάλα της μάνας τους και μαζί με το γάλα που δεν θήλασαν την αγάπη της μάνας τους, που έβγαινε μέσα από τα μάτια, που έβγαινε μέσα από την αγκαλιά, μέσα από το νανούρισμα, μέσα από τη μυρωδιά του σώματός της, μέσα από τα χέρια της, μέσα από τα μαλλιά της, μέσα από την επαφή μαζί της, τα παιδιά», λέει, «αυτά που δεν χόρτασαν θα είναι πάντα διψασμένα». Και μετά, επειδή ακριβώς δεν χόρτασαν από το γάλα της μάνας τους, κυνηγούν συνήθως τα μπουκάλια. Τα μπουκάλια που τους δίνουν αλκοόλ, τα μπουκάλια που τους δίνουν διάφορες ουσίες και οτιδήποτε μπαίνει από το στόμα τους σε καταχρήσεις, σε ναρκωτικά, σε ταλαιπωρία, γιατί στην πραγματικότητα αυτοί ζητούν μια μητρική στοργή, ένα χάδι, μια παρηγοριά, που πραγματικά το φαΐ σού προσφέρει την παρηγοριά, αλλά δεν είναι αυτή που ζητάς. Εκτόνωση είναι μια διέγερση στιγμιαία που δεν διαποτίζει όμως την ψυχή μας. Δεν μπορεί να σε γεμίσει με νόημα ένα φαΐ, ας πούμε, αφού βλέπεις μετά ότι σε ταλαιπωρεί κιόλας. Άσε που οι μισές αρρώστιες σήμερα στην εποχή μας ξεκινούν από το φαγητό. Και θυμάσαι την άλλη φορά που πήγες στον γιατρό και σου έλεγε «Ποιες είναι οι συνήθειές σου;» και του λες «Τρώω αυτό» και σου λέει «Αυτό πρέπει να κοπεί, το άλλο πρέπει να κοπεί» και σου έκανε μια λίστα και σε άφησε να τρως πέντε πράγματα και λες «Συγγνώμη, τώρα τι; Θα νηστεύω όλο τον χρόνο;» Και ξαφνικά νηστεύεις, βρίσκεις να νηστεύεις όχι για εκκλησιαστικό λόγο αλλά για λόγο ιατρικό, που αν είχες μάθει να ζεις λίγο πιο λιτή ζωή, έτσι όπως σε βάζει η Εκκλησία να ζήσεις, όσο αντέχεις, θα είχες προετοιμαστεί και θα ήσουν πιο υγιής. Δεν θα έφτανες σε αυτό το σημείο. Κάτι χοληστερίνες, κάτι πιέσεις... Ουρικά οξέα, ουρικό οξύ, ποδάγρες, πόνους στη μέση, βάρος που μετά επιβαρύνει και τη σπονδυλική στήλη, μετά πονούν τα κόκαλα, μετά δεν μπορείς να σηκώσεις πράγματα, δεν μπορείς να περπατήσεις, το ένα φέρνει το άλλο και μετά έρχονται τα χάπια και μετά το ένα χάπι συγκρούεται με το άλλο και λες «Πρέπει να πάρω αυτό το χάπι, αλλά αυτό δεν μπορώ να το πάρω γιατί παίρνω και ένα άλλο, λέει, της καρδιάς». Αλλά και της καρδιάς έχει πρόβλημα γιατί συγκρούεται με το άλλο της πιέσεως και ψάχνεις ισορροπίες, δύσκολες ισορροπίες, γιατί μας έχει λείψει η αρχική ισορροπία. Κάναμε λάθη από την αρχή, μετά τι πληρώνουμε; Και μετά ταλαιπωρούμαστε. Κάνανε ένα πείραμα σε έναν ζωολογικό κήπο, σε ζωάκια, σε κάποια ζώα δίναν λιγότερη τροφή, λίγο λιγότερη, τα υποσίτισαν ελαφρώς όμως, έτσι είπαμε, ελαφρώς, όχι να μην τρως καθόλου, και βλέπαν ότι αυτά τα ζώα που έτσι... έτρωγαν λίγο λιγότερο ζούσαν πιο πολύ και είχαν μεγαλύτερη υγεία και ευεξία. Αυτό είναι πολύ καλό, πειραματικά δηλαδή αποδεδειγμένο. Δοκίμασέ το αν θέλεις, κι αν σου το επιτρέπει και η υγεία σου, κι αν σου το επιτρέπουν και οι αντοχές σου. Αλλά πίστεψέ με ότι μερικές φορές υποτιμάς τον εαυτό σου και λες ας πούμε «Δεν μπορώ εγώ». Ενώ μπορείς πάρα πολλά να κάνεις. Μπορείς πολλά να κάνεις. Ας πούμε, είπα τώρα «Αν το επιτρέπουν οι αντοχές σου» και έλεγες «Σιγά, καλά που το είπε, γιατί όντως εμένα δεν το επιτρέπουν οι αντοχές μου». Ωραία, δεν το επιτρέπουν. Είσαι όμως και πολύ σίγουρη ή σίγουρος ότι δεν το επιτρέπει η αντοχή σου ή έτσι νομίζεις μήπως; Μήπως το φαντάζεσαι; Μήπως σου έχει μπει η ιδέα, ας πούμε, ότι εσύ είσαι αδύναμος και το έχεις πιστέψει αυτό; Έχεις πιστέψει δηλαδή ότι «Εγώ δεν μπορώ». Και τι δεν μπορείς; Που λες, ξέρεις τι κάνεις; Υποτιμάς τον εαυτό σου. Δεν δείχνεις ας πούμε ότι ελπίζεις, ότι προσδοκάς πράγματα, ότι αναγνωρίζεις τα χαρίσματά σου, ότι έχεις και εσύ δύναμη. Γιατί δεν μπορείς; Εδώ μπορούν παιδιά μικρά, γιατί να μην μπορείς κι εσύ; Αν όντως δεν μπορείς, τελειώσαμε, δεν το συζητάμε, θα κάνεις ό,τι σου πει ο γιατρός σου, η υγεία προηγείται, εκτός και αν κανείς είναι σε ένα μοναστήρι, αν κανείς είναι ασκητής που φλέγεται από θεία αγάπη, που λέει «Δεν με ενδιαφέρει τι λένε οι γιατροί, όπου βούλεται Θεός νικάται φύσεως τάξις, εντάξει, εγώ θα κάνω τη νηστεία μου και ας πούνε οι γιατροί ό,τι θέλουν, εγώ θα τρώω ό,τι λέει η Εκκλησία και ας πεθάνω». Αν έχεις τέτοια πίστη, εντάξει, αυτό θα το ερευνήσεις μέσα σου με την ταπείνωση και την προσευχή σου και τον πνευματικό που θα συζητήσεις, μέσω της αυτογνωσίας σου, να καταλάβεις ας πούμε ποια είναι η αλήθεια. Αλλιώς όμως μπορείς να κάνεις κάποια νηστεία, μπορείς να προσπαθήσεις, μπορείς, μην φοβάσαι, δεν θα πάθεις και τίποτα. Ήταν κάποιος άνθρωπος, ένας άντρας που περπατούσε με τη γυναίκα του και ήταν 75 χρονών, περνάνε από έναν κήπο και πρέπει να κάνουν τον κύκλο να πάνε σε ένα άλλο μέρος και λέει στη γυναίκα του «Έλα να πηδήξουμε αυτή τη μαντρούλα, έχει μια μικρή μάντρα, έλα να πηδήξουμε να κόψουμε δρόμο». Και πάει αυτός να πηδήξει, μια χαρά μπορούσε, του βγαίνει η όρεξη και η δύναμη. Και του λέει η γυναίκα του «Τι κάνεις, παιδάκι μου;» «Ε, πάω να πηδήξω τη μάντρα». «Μα είσαι 75 χρονών». Και λέει αυτός «Αχ, ναι, καλά λες ότι είμαι 75», και δεν πήδηξε, γιατί σκέφτηκε ότι είναι 75 χρονών. Το σώμα του μπορούσε, ο λογισμός τον μπλόκαρε, τον φρέναρε, του λέει «Α, δεν μπορείς», άκουσε τη γυναίκα του, ενώ στην πραγματικότητα μπορούσε. Δηλαδή μερικές φορές πιστεύουμε αυτό το «Α, τώρα είμαι μεγάλος, α, τώρα εγώ είμαι άρρωστος, α, εγώ τώρα δεν μπορώ τέτοια». Το λέμε, το λέμε, το λέμε, μας αρέσει να το πιστεύουμε, δικαιολογούμε τον εαυτό μας έτσι και παίρνουμε έτσι τον ρόλο του βασανισμένου, του άρρωστου, του ταλαιπωρημένου, του ασθενικού και δεν κάνουμε τίποτα. Αυτό δικαίωμά σου είναι, αλλά εσύ μετά πας στο περιθώριο της ζωής και πας ας πούμε στους απόμαχους και πας στην άκρη και αγκυροβολείς και μετά στεναχωριέσαι, λες «Τώρα εγώ τι κάνω στη ζωή; Είμαι στην αποστρατεία». Μα εσύ το διάλεξες. Θες να αγωνιστείς; Κάνεις ένα βήμα. Προσπάθησέ το. Κάνεις μια λιτή ζωή, η οποία βέβαια θα συνοδεύεται με αγάπη, θα συνοδεύεται με ταπείνωση, θα συνοδεύεται με συγχωρητικότητα, δεν είναι μόνο η νηστεία. Μόνη της η νηστεία δεν βοηθάει γιατί η νηστεία, εδώ που τα λέμε, όλες οι θρησκείες, όλα τα συστήματα, όλες οι πνευματικές διδασκαλίες, όλοι οι μεγάλοι διδάσκαλοι, αρχαίοι φιλόσοφοι κλπ., οι περισσότεροι από αυτούς μίλησαν για τη νηστεία, αλλά δεν ξέρω αν τόνισαν αυτό που τόνισε ο Κύριος, ο Χριστός μας, που είπε όχι μόνο να νηστεύεις, αλλά και να αγαπάς, όχι μόνο να νηστεύεις αλλά και να συγχωράς και να το κάνεις με χαρά αυτό που κάνεις, όχι αγγαρεία, όχι μαρτύριο, είναι ένα δώρο που προσφέρεις στον εαυτό σου. Είναι ένας σεβασμός στο κορμί σου που του λες «Αγαπημένο μου σώμα, εσύ με πας παντού και εγώ σε αγαπώ Και σε ευχαριστώ. Και θα στο αποδείξω με το να σου δίνω τα απαραίτητα, να μη σε φορτώνω, να μη σε αρρωσταίνω, να μη σε δηλητηριάζω, να μη σε τοξινώνω. Δεν είναι μεγάλη προσφορά αυτή στο σώμα μας; Δεν αγαπάει ένας το σώμα του όταν περνάει, ας πούμε, 40 μέρες, όταν τρώει την Τετάρτη και Παρασκευή νηστεύει; Δεν αγαπάει το σώμα του; Μου είχε πει κάποτε ένας γιατρός, διαιτολόγος πολύ μεγάλος, ότι το σώμα σε ευγνωμονεί όταν το ξεκουράζεις και σου προσφέρει για αντίδωρο την υγεία. Αμέσως, λέει, αμέσως το σώμα ηρεμεί. Πας και κάνεις εξετάσεις αίματος μετά από μια περίοδο τέτοιας λιτής διατροφής, νηστείας, εγκράτειας, προσεκτικής διατροφής, και βλέπεις: όλες οι τιμές είναι στα σωστά επίπεδα. Το σώμα απάντησε και τι σου είπε; Ευχαριστώ. Και το ευχαριστώ που σου δίνει το σώμα είναι η υγεία, η μακροημέρευση. Και μην τα βάζουμε όλα με το Θεό και λέμε: «Όσο θέλει ο Θεός θα ζήσουμε, ας φάμε εμείς ό,τι να 'ναι και έχει ο Θεός, όσο θέλει θα ζήσουμε». Μα ο Θεός φωτίζει τους γιατρούς και μας λένε ότι αυτά που τρως δεν κάνουν καλό. Τι «όσο θέλει ο Θεός»; Ο Θεός σου είπε. Μέσα από το γιατρό σου είπε ο Θεός ότι τρως πάρα πολλά πράγματα που σε βλάπτουν. Έχεις κάνει καταχρήσεις. Δεν μπορείς να κοιμηθείς μπρούμητα, δεν μπορείς να γυρίσεις στο πλάι, δεν χωράς από την πόρτα, δεν μπορείς να μπεις στο αυτοκίνητο, να οδηγήσεις. Η κοιλιά σου δεν μπορεί να ακουμπάει το τιμόνι και δεν χωράς να πας πιο πίσω στο κάθισμα. Αυτά δεν μπορείς να λες μετά: «Έχει ο Θεός, ό,τι πει ο καλός Θεός». Μα ο καλός Θεός αυτό σου λέει. Σου λέει: «Παιδί μου, θες να ανέβεις τα βουνά, τα βουνά της Πίνδου, αλλά και τα βουνά της αγάπης, της ζωής, των αρετών, του νοήματος; Τα βουνά αυτά θα τα ανέβεις όταν κουβαλάς λίγα». Στον Ευεργετινό μου άρεσε που έλεγε για τα καράβια παλιά, που οι άνθρωποι ήταν πιο απλοί από τους σημερινούς, και όταν είχε μεγάλη τρικυμία και κινδύνευαν να βουλιάξουν, άδειασαν τα καράβια από ό,τι ήταν περιττό και βαρύ. Πέταγαν τσουβάλια έξω στο πέλαγος, να ελαφρώσουμε. Αλλά είπαμε, και νηστεία αλλά και αγάπη. Να νηστεύεις και να αγαπάς ταυτόχρονα είναι μεγάλη υπόθεση. Να νηστεύεις και να συγχωρείς, για να μπορεί μετά η προσευχή σου να εισακουστεί. Δεν ακούγεται αλλιώς η προσευχή. Αν μόνο νηστεύεις και δεν είσαι συμφιλιωμένος με όλο τον κόσμο, δεν βλέπεις αποτελέσματα. Απλώς θα ευχαριστηθείς κάποια υγεία. Αυτό είναι άλλο. Αλλά αν θες πνευματικό αποτέλεσμα με τη βοήθεια του Χριστού, είναι ανάγκη και να αγαπήσεις. Τώρα που σου μιλάω, να σου πω ένα παράδειγμα, τώρα που σου μιλάω αυτή τη στιγμή ακριβώς, τώρα, έχεις κάτι που σε στεναχωρεί τώρα; Νομίζω αν απαντήσεις ειλικρινά, ειλικρινέστατα, αυτή τη στιγμή που με ακούς και σε βλέπω και σου μιλάω και τα λέμε, δεν έχεις τίποτα. Αν όμως σου δώσω ένα λεπτό περιθώριο να αρχίσεις να σκέφτεσαι δυσάρεστες ιστορίες στο σπίτι σου, με τους συγγενείς σου, με αυτούς που δεν χωνεύεις, θα βρεις αρκετές. Αλλά ξέρεις πού θα τις βρεις; Σκαλίζοντας το παρελθόν. Γιατί μόνο εκεί υπάρχει μίσος, κακία, εκδίκηση, ασυγχώρητη έτσι κατάσταση στην ψυχή, πίκρα, πόνος. Σκαλίζεις το παρελθόν, δηλαδή θα μου πεις «Ναι, τώρα είμαι καλά που σ' ακούω, εγώ ξέρεις τι έγινε χθες το βράδυ; Ξέρεις τι ακόμα κάναμε; Ξέρεις τι έγινε πριν μια εβδομάδα με τον γείτονα; Ξέρεις τι έγινε πέρυσι με τον αδερφό μου και με τους συγγενείς μου;» Τι λες; Έγινε πέρυσι, έγινε χτες, έγινε πριν από μία ώρα, έγινε το πρωί, έγινε τώρα κοντά. Τώρα όμως που μιλάμε αυτή τη στιγμή δεν έχεις τίποτα. Άρα το να μην συγχωρείς, το να μην αγαπάς, το να μην ρίχνεις γέφυρες επικοινωνίας σημαίνει ότι θες να μένεις στο παρελθόν, σε γεγονότα παλιά, να ζεις με αναμνήσεις και να μην αφήνεις τις αναμνήσεις να χαθούν και να φύγουν, αλλά να τις ζωντανεύεις σαν κάποια φαντάσματα, που αντί να κάνουμε τον σταυρό μας και να πούμε «Τελειώσανε όλα, φύγανε», εμείς θέλουμε να συζητάμε συνέχεια για αυτά. Και όσο συζητάμε για αυτά, αντί να τα αφήσουμε να φύγουν και να χαθούν και να έρθει το φως του Χριστού να τα σβήσει όλα, εμείς τα συντηρούμε ζωντανά, τα κρατάμε όρθια. Αυτό κάνεις όταν έχεις στην ψυχή σου το ασυγχώρητο, όταν δεν συγχωρείς. Σαν να σβήνεις και να πεις «Δεν πειράζει ό,τι μου έκανες, άσ' τα, πέρασε. Πέρασε». Όταν πεις τη λέξη «πέρασε», αυτό ξαφνικά λες «πέρασε», ένα ψαλίδι και κόβεις αυτό το νήμα που σε συνδέει με το παρελθόν και λες «Αυτά είναι παλιά, άσ' τα να φύγουν. Τώρα δεν μου έχεις κάνει τίποτα. Χτες με έβρισες, χτες με αδίκησες, χτες με συκοφάντησες. Τώρα, αυτή τη στιγμή, δεν με συκοφαντείς. Είναι πλέον παρελθόν. Το αφήνω να φύγει και κοιτάω τον Χριστό στο μέλλον και κοιτάω την ελπίδα και κοιτάω την αγάπη η οποία βλέπει μπροστά». Αλίμονο αν ο Χριστός παρατηρούσε και έβλεπε συνέχεια το παρελθόν μας και σκάλιζε και σκάλιζε και ζωντάνευε τα παλιά, θα μας είχε όλους καταδικάσει. Και αυτό δεν λέει; «Εάν ανομίας παρατηρήσεις, Κύριε, Κύριε, τίς ὑποστήσεται;» Κύριε, λέει, αν παρατηρήσεις τα λάθη μας, ποιος θα αντέξει; Ποιος θα αντέξει; Δεν θα μπορούμε να το υποφέρουμε αυτό. Παρατηρεί ο Κύριος τα παλιά; Σου λέει «Παιδί μου, αυτά τι τα έκανες;» Όταν γύρισε ο άσωτος, είδες, δεν σκάλιζε τα παλιά γιατί τα παλιά περάσανε. Και τι λέει; «Παιδί μου, τώρα βλέπω κάτι άλλο μπροστά μου. Βλέπω ένα παιδί μετανιωμένο». Το παρελθόν έσβησε. Τα δάκρυά σου, η μετάνοιά σου, η αγάπη, η αγκαλιά που δώσαν, ζήσαν όλοι. Από εδώ και πέρα τι γίνεται; Αν λοιπόν θέλεις να ζεις χωρίς να δηλητηριάζεσαι, εσύ δηλητηριάζεσαι όταν κρατάς κακία για κάποιους και δεν μπορείς να τους βγάλεις από το μυαλό σου με τίποτα, παρά τους σκέφτεσαι όλο έτσι με αντιπάθεια και εύχεσαι να πάθουν κακά κλπ. Ο πρώτος που παθαίνει το μεγαλύτερο κακό είσαι εσύ που γίνεσαι μια πηγή που βγάζει δηλητήριο. Εσύ είσαι το δηλητηριώδες στην όλη υπόθεση, εσύ λιώνεις, εσύ βασανίζεσαι και διαιωνίζεις αυτό το κακό. Γι' αυτό ο Χριστός, είδες τι λέει πριν τη νηστεία; Συγχωρέστε. Συγχωρέστε, αφήστε τα αμαρτήματα των άλλων και θα σας αφήσει και ο Θεός τα δικά σας αμαρτήματα, θα τα συγχωρέσει. Συγχωρέστε κι εσείς, αδερφός σου είναι. Αδύναμος ήταν, το έκανε, ναι, όντως. Δεν είπα να πεις ότι είχε δίκιο. Μπορεί να έχει πολύ μεγάλο άδικο, όντως. Εσύ να έχεις το δίκιο, όλο το δίκιο είναι με το μέρος σου. Όλο το δίκιο εσύ το έχεις, δεν φταις. Είσαι πολύ σωστός και πολύ σωστή. Ωραία, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορείς να τον συγχωρέσεις. Δηλαδή μπορείς να πεις μέσα σου «Έχω δίκιο όντως, αλλά τον συγχωρώ». Δεν θα δικαιωθείς με την κακία. Να μπορούμε να το πετύχουμε αυτό και να σβήσουμε αυτή την επαφή με το παρελθόν. Μη ζεις εκεί πίσω στα παλιά, στεναχωριέσαι, στεναχωριέσαι, μελαγχολείς, βουλιάζεις, κλαις. Τώρα λέει ο άλλος «Έχω να μιλήσω τρία χρόνια με κάποια». Τρία χρόνια. Δεν έχεις καταλάβει τίποτα δηλαδή τρία χρόνια. Έτσι λίγο να ανοίξει η καρδιά σου να... Αυτός τώρα τι να του πεις να κάνει νηστεία; Αυτό πρέπει να του πεις, πάνω απ' όλα αυτό να πετύχει. Γιατί η νηστεία γι' αυτόν είναι και κακό, λέει, τον κάνει εγωιστή, έχει μια εγωιστική εικόνα μετά για τον εαυτό του. Και λέει «Τουλάχιστον νηστεύω». Τι νηστεύεις; Να φας μια μπριζόλα κι ας είναι νηστεία και να πας να πεις συγγνώμη. Λέει «Όχι, δεν μπορώ να πω συγγνώμη, εγώ θα νηστεύω μόνο». Ε, αυτό τι είναι; Ο Χριστός μας νήστεψε, κατέβηκε από το όρος αυτό που νήστεψε, έβγαλε αγάπη. Δεν ήρθε με τη δύναμη της πυγμής και της εξουσίας, ήρθε με τη δύναμη της αγάπης. Και μετά σάρωσε όλα τα δαιμόνια. Τα πάτησε όλα, τα έδιωξε όλα. Πόνους, αρρώστιες, μελαγχολίες, παραλυσίες ψυχής και σώματος, τύφλωση ψυχής και σώματος. Και ξεκίνησαν από τη νηστεία που νήστεψε σαράντα μέρες ο Κύριος. Έχω πάει και στο Σαραντάριο Όρος, δεν ξέρω αν έχεις πάει στα Ιεροσόλυμα στο μέρος αυτό, είναι πολύ ωραία, ανεβαίνεις σε εκείνο το μέρος που νήστεψε ο Κύριος. Ένα μέρος απαράκλητο όπως λέμε, δηλαδή χωρίς παρηγοριά ανθρώπου, ερημιά, και εκεί λέει προσευχόταν και χαιρόταν την επαφή με τον Θεό και ετοιμαζόταν να βγει στον κόσμο και να ξεκινήσει. Ξεκινήσει αυτό το έργο της μεταμόρφωσης των ανθρώπων. Να μας πει πόσο μας αγαπά ο Θεός και ήρθε με ένα σώμα λεπτό, λιτό, ασκητικό και κανείς δεν είχε να πει κάτι. Μετά τον κατηγόρησαν βέβαια που έτρωγε στους τελώνες και στους αμαρτωλούς, που πήγαινε στα σπίτια τους, αλλά ο Κύριος δεν πήγαινε για να φάει και φυσικά δεν έτρωγε λαίμαργα αλλά έτρωγε κοινωνικά ως άνθρωπος, αλλά έβγαζε αγάπη μέσα από όλη αυτή την υπόθεση. Λοιπόν, εύχομαι να κάνουμε μια προσπάθεια ο καθένας, εύχομαι να καταλάβεις τη δύναμη που κρύβεις μέσα σου. Αυτό που λένε μερικοί πνευματικοί σε αυτούς που εξομολογούνται, ότι αν έχεις ένα πρόβλημα στη ζωή σου, δοκίμασε για τρεις μέρες να νηστέψεις και την τρίτη μέρα όταν ξυπνήσεις και παρακαλέσεις τον Θεό και προσευχηθείς, θα δεις πού θα γείρει η σκέψη σου, εκεί που θα υπερισχύσει, μήπως εκεί είναι το θέλημα του Θεού Αυτό που θες να κάνεις, για να το δεις όμως, κάνε μια εγκράτεια. Έχει λόγο προετοιμασίας αυτό, δηλαδή ετοιμάζεις το έδαφος να γίνεις κατάλληλος δέκτης της Θείας Φωνής. Καθαρίζεις τα ώτα της ψυχής σου, τα αυτιά της ψυχής σου και τα μάτια. Και βλέπεις, ας πούμε, καθαρά μετά τον Θεό. Λες: «Κύριε, δεν τρώω, το μυαλό μου δεν είναι στο φαΐ, είναι τώρα, εεε, σε σένα». Έλα, άσε το φαΐ και λες στην ψυχή σου, άσε το φαΐ και στο σώμα σου, έλα να ακούσουμε τι θα μας πει ο Θεός. Όχι, μην τρώμε πολύ τρεις μέρες. Κύριε, θα περιμένω. Και άλλοι τρώνε λίγο, άλλοι δεν τρώνε καθόλου, άλλοι αντέχουν μόνο μια μέρα καθόλου να φάνε και τις άλλες δύο μέρες τρώνε πιο λιτά, ό,τι μπορεί ο καθένας. Ό,τι μπορεί. Και μην ασχολείσαι με αν εγώ νηστεύω ή αν εσύ νηστεύεις, πόσο εγώ νηστεύω ή δεν νηστεύω. Δεν σε ενδιαφέρει αυτό. Συ τις ει ο κρίνων αλλότριον οικέτην; Εσύ ποιος είσαι; Ποιος σου ανέθεσε αυτή την ευθύνη; Εγώ, αν είσαι εδώ τώρα να τρως σουβλάκι ημέρα νηστείας, δεν έχω δικαίωμα να σου κάνω κριτική. Αν είσαι γνωστός μου, μπορώ να σου πω ότι, ρε παιδάκι μου, μην το τρως τώρα έτσι δημοσίως, σε βλέπουν όλοι, είναι Μεγάλη Εβδομάδα και μπορεί άλλος να έχει λογισμό, μην τον στεναχωρείς αδίκως ή προκαλείς. Όχι να σου κάνω κριτική για τα βαθύτερα κίνητρά σου. Γιατί είναι ελεύθερο θέμα, αν θέλεις, ελεύθερα. Δεν είναι υποχρέωση με την έννοια του αναγκαστικού, ότι θα το κάνεις, θες δεν θες, εκεί, θα σκάσεις, θα νηστέψεις και θα πεις ένα τραγούδι. Αυτό δεν το θέλει ο Θεός, νομίζω. Αν θέλεις, θα νηστέψεις, όπως νιώθεις. Κι αν φας, ευχαρίστησε τον Θεό τουλάχιστον. Εσύ, αν τώρα τρως, ας πούμε, έτσι και είναι νηστήσιμη περίοδος και τρως τις μπριζόλες σου, τα... Ε, αφού δεν μπορείς να νηστέψεις, τουλάχιστον ευχαρίστησε τον Θεό. Να πεις: «Κύριέ μου, σε ευχαριστώ και σε δοξάζω που, ενώ οι άλλοι νηστεύουν γιατί μπορούν, εγώ δεν μπορώ και τρώω το κρεατάκι μου, τρώω τις μπριζόλες μου, τρώω τα αβγά μου και σε ευχαριστώ πολύ». Και μέσα από την ευχαριστία και την ευγνωμοσύνη στον Θεό και τα δώρα Του κάνεις και εσύ ένα βήμα. Ευχαρίστησε τον Θεό. Ο άλλος που νηστεύει δεν θα κατακρίνει αυτόν που δεν νηστεύει. Και δεν θα έχει και εγωισμό. Γιατί... Βαθμολόγηση του αγώνα μας, ό,τι κάνει ο καθένας, θα την λάβουμε από τον Θεό, όχι μόνοι μας. Εγώ μπορώ να πω για τον εαυτό μου πολλά πράγματα. Ο Θεός όμως θα μου πει τελικά ποια από αυτά ήταν σωστά, από αυτά που έκανα. Λοιπόν, εύχομαι να περάσεις όμορφα. Εύχομαι να ξεπεράσεις τους πειρασμούς του φαγητού. Έχεις δίκιο που μου το είπες μια φορά, ότι «δεν είναι και έτσι ακριβώς», μου λέει ένας, «που τα λες, γιατί και η νηστεία η εκκλησιαστική μερικές φορές παχαίνει και δεν αδυνατίζει. Γιατί», λέει, «εγώ το έχω ρίξει, ας πούμε, στα παξιμάδια, στα ψωμιά, στα ζυμαρικά, ταχινόσουπες, ταχινόπιτες». Εμ... Πατάτες. «Αυτά», μου λέει, «παχαίνουν τελικά, γιατί τρως πολύ και δεν μπορείς να σταματήσεις». Όχι ότι, εντάξει, άμα τα διαβάσει κανείς λίγο επιστημονικά, καταλαβαίνει ότι έχει δίκιο σε αυτό που λέει, ότι πραγματικά η γλυκόζη και η έκρηξη της ινσουλίνης που προκαλούν αυτές οι τροφές, τα άμυλα, τα πολλά άμυλα, στο αίμα μας και στο σώμα μας, μας αυξάνουν την επιθυμία να φάμε κι άλλο μετά. Είναι δύσκολο να συγκρατηθείς. Όχι επειδή είσαι κακός άνθρωπος. Πρόσεξέ το γι' αυτό, γιατί μου έλεγες την άλλη φορά ότι διάβαζες παρακλήσεις, λέει, γιατί νόμιζες ότι είναι δαιμόνια που σε κάναν και πείναγες πολύ. «Έτρωγα», λέει, «μακαρόνια και μετά έτρωγα κι άλλα κι άλλα και είχα αδειάσει την κατσαρόλα», λέει, «και νόμιζα ότι είναι τα δαιμόνια που με κάναν και πείναγα». Δεν είναι αυτό. Αλλά διαβάζεις βιβλία, σου τα λένε, δεν είναι δικές μου αυτές οι σκέψεις. Αν φας, ας πούμε, ένα κομμάτι κοτόπουλο ή ένα κομμάτι ψάρι με λίγη σαλάτα, αυτό σε κρατάει για πάρα πολλές ώρες, γιατί είναι τροφές, όπως λέμε, αργής καύσης. Ενώ άμα φας, ας πούμε, ψωμί, μακαρόνια, γλυκά, αυτά επειδή ανεβάζουν απότομα την ινσουλίνη στο αίμα και τη γλυκόζη, μετά απότομα τη ρίχνουν και θες πάλι να φας μετά από λίγο. Και δεν σταματάς. Το είπε και ένας φίλος μου αυτό, που είχε πάρει τα 18 κιλά. «Πώς έγινε έτσι, ρε παιδάκι μου;» Γιατί τέτοια αλλαγή; Μου λέει: «Άστα, τη Σαρακοστή είχα βρει», λέει, «μια ωραία αποθήκη ξηρών καρπών. Άλλο πράγμα», λέει, «και έπαιρνα κάτι σακούλες, από αυτές που παίρνουν», λέει, «στα κέντρα, που βάζουν με τα ουίσκι τους ξηρούς καρπούς, και την κράταγα», λέει, «το απόγευμα και ξεκίναγα και έτρωγα και δεν ήξερα γιατί δεν σταματάω». Του λέω: «Θα σου πω γιατί δεν σταματάς, γιατί μέσα εκεί», λέω, «υπάρχει μια ουσία». Λέει: «Εντάξει, τα διάβασα», λέω, «γιατί και εγώ το ίδιο είχα, τον ίδιο πειρασμό και έψαξα τον λόγο. Υπάρχει», του λέω, «μια ουσία που λέγεται τριπτοφάνη». «Πού, ρε παιδί μου», λέει, «αυτή; Τι είναι αυτό;» Λέω: «Μες στους ξηρούς καρπούς υπάρχει μια ουσία που λέγεται τριπτοφάνη και όταν αρχίζεις και τρως, αυτό σε κάνει μετά να μην μπορείς να σταματήσεις». Έτσι εξηγείται που όταν ξεκινάς ένα πακετάκι με κάσιους ή φιστίκια, αράπικα, το ένα το άλλο, λες θα φάω λίγα και δεν ξέρεις πότε θα σταματήσεις. Και δεν σταματάς καθόλου, δεν είσαι κακός. Σου λέγει κανείς να φας, ας πούμε, βραστά αυγά, ένα παράδειγμα έτσι. «Φάε», να σου πει, «όσα αυγά βραστά μπορείς σήμερα το απόγευμα», ας πούμε. Ε, θα τρως ένα, δύο, τρία, τέσσερα αυγά βραστά, δεν μπορείς να φας παραπάνω. Και να σου πει κανείς «φάε», λες «δεν μπορώ άλλο, έσκασα», γιατί έχει το στοιχείο του κορεσμού η πρωτεΐνη, ενώ τα άμυλα δεν σε χορταίνουν το ίδιο. Φουσκώνεις μεν, αλλά ξαναπεινάς. Άρα δεν είσαι κακός. Λειτουργεί το σώμα μας. Γι' αυτό χρειάζεται μια γνώση, χρειάζεται ένα μέτρο, χρειάζεται ένας ωραίος συνδυασμός τροφών, και άμυλο και φυτικές πρωτεΐνες και σαλάτα και φρούτα και περιορισμένα γλυκά, ώστε και να κάνουμε την προσπάθεια της νηστείας, αλλά να πάρουμε και τους καρπούς της νηστείας και να ωφεληθούμε στο τέλος. Και όχι να τελειώσει η νηστεία και να μου πει κανείς: «Άκουσες; Πήρα 10 κιλά αυτή τη Σαρακοστή και νήστεψα όμως». Εντάξει, σωστό είναι και να νηστεύεις, και να έχεις υγεία, και να είσαι ισορροπημένος, και να δοξάζεις τον Θεό, και να αυξήσεις και την προσευχή και την αγάπη, και την ελεημοσύνη στους άλλους. Που μου είπες ότι κάνεις οικονομία τις μέρες της νηστείας στα αναψυκτικά και τα λεφτά που θα χάλαγα, λες, σε αναψυκτικά, ο άλλος κάνει σε τσιγάρα, περιορίζει τα τσιγάρα, τα πακέτα που χάλαγε, και μαζεύω λίγα λεφτά και τα δίνω σε κάποιες οικογένειες που έχουν ανάγκη, στην ενορία μου, σε έναν ιερέα που τα δίνει εδώ και εκεί. Και έτσι, λέει, κάνω και εγώ μια θυσία και λέω μπράβο, καλό είναι και αυτό. Και η νηστεία που μου είπες ότι κάνεις, ότι νηστεύεις τα λόγια, καλό είναι και αυτό. Έβαλε ένα σκοπό, λέει, την περίοδο της νηστείας να μην τσακωθεί καθόλου με τη γυναίκα του. Και η γυναίκα του έβαλε σκοπό, αλλά αυτή δεν μπόρεσε μετά την πρώτη εβδομάδα. έκανε μια κατάλυση στη νηστεία αυτή, δεν τα κατάφερε. Ο άντρας, λέει, τα κατάφερε. «Έλεγα, δεν θα της πω κάτι που θα φέρει καβγά, θα τη συγχωρώ, θα κάνω το χαζό, θα κάνω ότι δεν άκουσα». «Ήταν», λέει, «μαρτύριο, προτιμούσα να μου βάλεις να κάνω αλάδωτη νηστεία παρά αυτό. Γιατί η γυναίκα μου λέει μερικές φορές κάτι πράγματα που δεν μπορείς να κρατηθείς, πρέπει να της απαντήσεις γιατί πνίγεσαι. Σε πνίγει η αίσθηση του δικαίου ότι λέει πράγματα που δεν στέκουν». Και λέει: «Έκανα μεγάλη νηστεία φέτος». Θέλω πια να σκέφτομαι τα ίδια και τα ίδια, σαν να ήταν όλα ψέματα στα χτες κι από τα ίδια. Θέλω ανοιχτά παράθυρα να με χτυπάει ο αέρας, να έχω το νου μου αδειανό, να έχω και πρίμο τον καιρό. Θέλω να μου μιλάς για όσα έχεις ζήσει. Δε χάθηκε κι ο κόσμος πια, το τζάμι αν ραγίζει. Θέλω να 'ρθεις και να με βρεις, να κάτσεις να τα πούμε, πώς νιώθουμε παράφορα, πώς ζούμε έτσι αδιάφορα. Δε θέλω να πικραίνεσαι τις Κυριακές τα βράδια, χωρίς αυτή τη σκοτεινιά τα χρόνια μένουν άδεια. Αυτός που μπορεί και τα συνδυάζει όλα, και νηστεία τροφών και νηστεία παθών και νηστεία σε όλα. Σε ένα δεν πρέπει να κάνουμε νηστεία, αλλά να είμαστε πλούσιοι, να έχουμε αυτή τη λιπαρότητα αυτού, του ενός, της αγάπης. Αγάπη, στην αγάπη να μην νηστεύεις ποτέ. Αγάπη πάντα να δίνεις, αγάπη πάντα να δέχεσαι από τον Θεό και από τους ανθρώπους όταν σου δίνουν. Άμα δεν σου δίνουν, δεν πειράζει. Αγάπη εσύ. Μην παραπονιέσαι που δεν σου δίνουν αγάπη, να νηστεύεις αυτό το παράπονο, να το νηστέψεις. Όχι παράπονα, όχι παράπονα. Θα πάρεις πάνω σου την ευθύνη της ζωής σου. Δεν φταίει κανείς που είσαι έτσι όπως είσαι. Όλο τα ρίχνεις, ας πούμε, «φταίνε αυτοί που δεν μ' αγαπάνε, φταίνε αυτοί που μου φέρθηκαν άδικα». Όλο εσένα, όλοι σ' αδικούνε, όλο παράπονο. Όχι, δεν θα παραπονιέσαι, θα νηστέψεις από τα παράπονα. Δεν έχω παράπονα. Ζωή μου. Υπεύθυνος και υπεύθυνη, θα λες, είμαι εγώ. Αν εγώ είχα βρει την πηγή που είναι ο Θεός και την αγάπη και είχα μάθει εγώ να αγαπώ, δεν θα με πείραζε αν οι άλλοι με αγαπούν ή δεν με αγαπούν. Εντάξει, με πειράζουν όλα επειδή εγώ δεν έχω μάθει να αγαπώ. Είναι ωραία έτσι η νηστεία. Περνάνε ωραία οι μέρες και χαιρόμαστε την παρουσία του Θεού. Δεν είναι χαμένες μέρες ούτε στέρηση αυτού που κάνουμε, αλλά είναι πλησμονή, είναι χορτασμός, είναι κορεσμός, είναι θέση και κατάφαση και όχι άρνηση. Είναι κάτι που το απολαμβάνουμε και όχι κάτι που στερούμαστε. Είναι κάτι που χαιρόμαστε, που πλουτίζω εκείνη την εποχή. Δεν φτωχαίνω, πλουτίζω. Ομορφαίνει η ζωή μου. Εύχομαι να το ζήσεις έτσι. Και εσύ, Βασίλη Γατζινικολάου, πολύ σε ευχαριστώ. Και σήμερα ο μουσικός μας, ο ηχολήπτης της εκπομπής αυτής και μουσικοσυνθέτης, ψάλτης, μουσικός και όλα τα καλά, Βασίλης Γατζινικολάου, με την όμορφη μουσική του, με τα δικά του CD που μπορείτε να αναζητήσετε μέσω ίντερνετ, να βρείτε πληροφορίες κλπ. Η εκπομπή κυκλοφορεί σε λίγες μέρες και στο διαδίκτυο, θα βρείτε το πού και υπάρχει ένα email, το atheata.perasmata@yahoo.gr. Θα τα ξαναπούμε την άλλη φορά και εύχομαι να, να είσαι δυνατός και να είσαι δυνατή και να χαίρεσαι τη ζωή σου και να δοξάζεις το Θεό και να ξυπνάς και να λες: «Ξέρω γιατί ζω, ξέρω γιατί υπάρχω, ξέρω ποιος με έφερε στον κόσμο, ξέρω ότι και σήμερα ζω για να αγαπώ». Και η νηστεία εύχομαι και να σε οδηγήσει στην αγάπη, να στερηθείς, αλλά για να απολαύσεις την αγάπη του Θεού και των αδερφών σου. Καλή δύναμη, ο Θεός μαζί μας και καλή συνέχεια στην νηστεία που θα κάνουμε. Χαίρετε.