Ενοχές ατελείωτες Β΄ Ελληνική μεταγραφή Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την ομιλία της πρωτότυπης ηχογράφησης. Τυχόν μουσική, ψαλμωδία ή δυσδιάκριτα σημεία διακρίνονται από την ομιλία. Η πλήρης ελληνική ηχογράφηση διατηρείται. Πάρα πολλά τα τηλέφωνα και τα μηνύματα που δεχτήκαμε στην εκπομπή που κάναμε μια φορά, αν θυμάσαι, σχετικά με τις τύψεις και τις ενοχές στη ζωή μας. Δεχτήκαμε ακριβώς τηλέφωνα από ανθρώπους, από σένα δηλαδή, οι οποίοι είναι πνιγμένοι ακριβώς οι ίδιοι στις τύψεις και τις ενοχές και ήθελαν να πουν και αυτοί την προσωπική τους εμπειρία, πώς μεγάλωσαν και αυτοί έτσι μέσα σε ενοχές από ανθρώπους που τους δημιούργησαν πολύ παράξενες ιδέες για το Θεό. Και λέω σήμερα να συνεχίσουμε, αν συμφωνείτε, μαζί στα Αθέατα Περάσματα, στο σταθμό που μιλάει στην ψυχή μας και προσπαθεί να την απαλλάξει από τις ενοχές και από τις τύψεις και από την εικόνα ενός τόσο κακού Θεού και να φέρει μέσα μας την αίσθηση του Θεού της Αγάπης, όπως μας φανερώθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ο οποίος μας πλησίασε, μας άγγιξε, έφαγε μαζί μας, κοίταξε μέσα στα μάτια μας και πέρασε τις αμαρτίες μας και έφτασε στον πυρήνα της ψυχής μας και είδε κάτι πολύ δικό του και γι' αυτό μας αγάπησε. Και ξέρει ο Χριστός μας γιατί κάνουμε λάθη στη ζωή, γιατί αμαρτάνουμε, και γι' αυτό δεν μας δημιουργεί τύψεις άρρωστες, δεν μας δημιουργεί ενοχές θανάτου, αλλά μας δίνει την ώθηση να υπερβούμε τον εαυτό μας, να ξεπεράσουμε τις αδυναμίες μας, να οραματιστούμε τη βασιλεία του και να αλλάξουμε ζωή. Αυτό είναι το μήνυμα, να αλλάξουμε ζωή και όχι να μείνουμε στην ενοχή. Η ενοχή, είπαμε, είναι το εφαλτήριο, είναι η ώθηση που παίρνουμε αφού συνειδητοποιήσουμε ότι κάτι δεν πάει καλά στη ζωή μας, παραδεχόμαστε το λάθος μας και προχωράμε. Email της εκπομπής, που μπορείτε να γράψετε λίγες γραμμές, γιατί μετά να έχεις ενοχές άμα γράψεις πολλές. Σε παρακαλώ, δεν προλαβαίνω να τα διαβάζω. Έχει τίποτα άλλο; Και σου έχω ξαναπεί ότι σου αξίζει όχι να διαβάσει κανείς ένα γράμμα και μια επιστολή, σου αξίζει να ασχοληθεί κανείς μαζί σου για όλη την αιωνιότητα. Σου αξίζει όχι ένα πεντάλεπτο δικό μου και ένα δεκάλεπτο, σου αξίζει όλος ο χρόνος. Σου αξίζουν τα πάντα. Αυτά στα δίνει ο Θεός και οι άνθρωποι που είναι κοντά μαζί σου και ζείτε μαζί. Μην περιμένεις από εκπομπές να λύσουν τα προβλήματά σου. Οι εκπομπές ερεθίσματα δίνουν, βοηθάνε λίγο, σε προβληματίζουν λίγο. Σου δίνουν κάποια ώθηση και μετά μπαίνεις και παλεύεις. Όπως όταν βλέπεις μια εκπομπή στην τηλεόραση που έχει μαγειρικές συνταγές. Δεν τρως, νηστικός μένεις. Πρέπει να πας να μαγειρέψεις. Σου λέει «θα κάνετε εκείνο» και λες «μα τι φοβερά που βγαίνει αυτή η συνταγή, κοίτα πώς το κομμάτι δεν διαλύεται σε ψίχουλα, βγαίνει τέλειο». Ε, ναι, και που το είπες, χόρτασες εσύ; Έφαγες εσύ; Η ζωή βιώνεται εκεί που είσαι. Εσύ, τώρα κοίτα δίπλα, στο γραφείο σου, στους διπλανούς σου, στο σπίτι σου, στην ακαταστασία σου, βάλε μια τάξη. Τι δωμάτιο είναι αυτό, τι κουζίνα είναι αυτή που έχουν μερικοί άνθρωποι; Ντουλάπα είναι αυτή που έχουν μερικοί άνθρωποι. Συγγνώμη, δεν τα λέω για να έχεις τύψεις και ενοχές, είπαμε δεν θέλω να έχετε τύψεις. Όχι, αλλά μερικά πράγματα, ρε παιδιά, πώς αντέχουν κάποιοι άνθρωποι και ζούνε σε αυτό το σπίτι και τι νοικοκυριό είναι αυτό, ανύπαρκτο; Όχι, δεν το λέω για σένα, εσύ έχεις διορθωθεί. Το λέω για άλλους ανθρώπους, εντάξει; Ναι. Καλά, και δεν έχεις τύψεις που δεν έχεις περάσει και τόσα μαθήματα από τη σχολή και έχεις μείνει πίσω; Και λες και ψέματα στους γονείς σου ότι πάνε καλά τα μαθήματα και χρωστάς πόσα εξάμηνα. Πω πω πω, τύψεις! Αλλά κι εσύ, κυρία, δεν έχεις τύψεις που πήγες στη σχολή και ρώτησες κρυφά για το παιδί σου πού βρίσκεται και έμαθες τα προσωπικά του και το έκανες ρεζίλι; Είναι η ζωή μας έτσι μπλεγμένη τελικά, κάνουμε ο ένας λάθος στον άλλον. Δεν είπα το email όμως και έχω τύψεις. Είναι το atheata.perasmata@yahoo.gr. Ο Βασίλης Χατζηνικολάου, ο μόνος αθώος σε αυτή την εκπομπή, είναι και πάλι μαζί μας. Που παρακολουθήσατε το βίντεο. Θα συνεχίσουμε σήμερα και δεν ξέρω αν θα υπάρξει και άλλη εκπομπή, αν θα το εξαντλήσουμε. Θα εξαρτηθεί και από τη δική σου συμμετοχή. Αλλά έλεγα, αν δεν άκουσες την πρώτη που έχουμε κάνει για την απαλλαγή από τις τύψεις, τις πολλές, και τις ενοχές, θα τη βρεις στο διαδίκτυο. Άκου την και την πρώτη. Ίσως σε βοηθήσει να μπεις καλύτερα στο νόημα. Έτσι. Πάντως ο άνθρωπος ο οποίος είναι συνέχεια ένοχος και νιώθει με τον εαυτό του δυσαρεστημένος και δεν συμφιλιώνεται με τον εαυτό του να πει: «Αγαπάω τον εαυτό μου, παρόλα τα λάθη του. Τα λάθη του δεν είμαι εγώ. Τα λάθη που κάνω δεν είμαι εγώ. Είναι κάποιες απρόσεκτες κινήσεις, κάποιες λανθασμένες επιλογές, κάποιες αμαρτίες, αλλά δεν είμαι εγώ η αμαρτία. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος, πλάσμα του Θεού, και αγαπώ τον εαυτό μου γιατί λέει ο Χριστός μας: “Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν”. Αγάπα τον άλλον, λέει, τον πλησίον σου, όπως αγαπάς τον εαυτό σου. Άρα αγαπώ τον εαυτό μου. Και όταν έχω ενοχές προσπαθώ πάλι να αγαπώ τον εαυτό μου. Όπως αγαπώ έναν άρρωστο που έχει πληγωθεί. Ένα παιδί που έχει πυρετό δεν είναι ο πυρετός όλο το παιδί. Έχει πυρετό, αλλά δεν είναι ο πυρετός το παιδί μου. Είναι κάτι άλλο.» Το παιδί μου λοιπόν το αγαπώ, τον πυρετό του θέλω να το βοηθήσω να τον αφήσει, να θεραπευτεί. Τον εαυτό μου τον αγαπώ, την ψυχή μου την αγαπώ, την αμαρτία μου δεν την αγαπώ. Και νιώθω ενοχή και τύψη που είμαι αμαρτωλός, προσπαθώ να ξεπεράσω την κατάσταση αυτή, αλλά αγαπώ τον εαυτό μου. Διότι αν δεν τον αγαπώ και ζω συμφιλιωμένος και παρέα με την ενοχή μια ζωή, δεν θα μπορώ να καταλάβω και τους άλλους καλά. Και θα κατηγορώ και τους άλλους. Θα μισώ και τους άλλους όπως μισώ τον εαυτό μου. Θα μου φταίνε όλα όπως μου φταίει ο εαυτός μου. Θα το παρατηρήσεις αυτό. Και δεν στο λέω για να το κάνεις με τάση κριτικής στους άλλους και κακίας. Αλλά θα δεις, ο άνθρωπος ο οποίος συνέχεια του φταίνε όλοι γύρω του, δεν αγαπάει ούτε τον εαυτό του και δημιουργεί μετά και στους άλλους ενοχές. Ο άνθρωπος που δεν είναι ευχαριστημένος με αυτό που κάνει, το κάνει από καταπίεση, πνίγεται, αναγκάζεται και δεν το ευχαριστιέται και ο ίδιος, μετά δημιουργεί και στους άλλους ενοχές για τη ζωή που κάνουν οι άλλοι. Δηλαδή, ένα παράδειγμα: αν εγώ νηστέψω στο σπίτι μου και το κάνω με ευχαρίστηση, θα χαρώ ό,τι και να κάνει ο άλλος δίπλα μου. Εγώ μπορώ να φάω φακές και ο άλλος δίπλα μου να τρώει μια ομελέτα, έτσι, αυγό τηγανητό. Εντάξει, θα ευχόμουν να νηστέψει κι αυτός, να χαρεί τον αγώνα αυτό, την αυτοκυριαρχία, την πειθαρχία, την υπακοή στην εντολή του Θεού. Όλα τα ωραία αυτά που λέει το Ευαγγέλιο, η Αγία Γραφή, αλλά θα τα ήθελα όλα αυτά να τα κάνει ελεύθερα. Αν θέλει, όποτε θέλει, με τον τρόπο που θέλει, δεν θα τον πνίξω ούτε θα του δημιουργήσω ενοχές για να τα κάνει. Και πολλές φορές βλέπεις το παιδί σου να τρώει κάτι άλλο και λες: «Τι πράγματα είναι αυτά, ρε παιδάκι μου; Θα πέσει φωτιά να μας κάψει παρασκευιάτικα». Και λέει το παιδί: «Γιατί θα πέσει φωτιά να μας κάψει;» «Μα τι είναι αυτά που τρως; Μπριζόλα; Έχω κάνει φακές σήμερα». «Ωραία, και επειδή έχεις κάνει φακές», λέει το παιδί, «φά' τες και άφησέ με ήσυχο». Και αρχίζει ένας καυγάς και παίζουμε ένα παιχνίδι εξουσίας τελικά, ποιος θα νικήσει ποιον. Και βλέπεις, το παιδί είναι παιδί, αντιδραστικό, επαναστατικό, ένας νέος που ζει την εφηβεία του ή την έκρηξή του ή την αντίδρασή του. Εντάξει, εσύ όμως; Και πολλά παιδιά το ρωτάνε, πώς το σκέφτονται δεν ξέρω, αλλά το καταλαβαίνουν. Λέει: «Μήπως εσύ, λέει, κατά βάθος ζηλεύεις αυτό που κάνω; Εσύ ευχαριστιέσαι», λέει στη μάνα του, «που τρως φακές;» «Αν ευχαριστιέσαι; Ναι, και εγώ τι είμαι», λέει, «που τρώω φακές; Δηλαδή εγώ είμαι το κορόιδο εδώ μέσα;» «Μα», λέει, «συγγνώμη, άμα νιώθεις ότι το κάνεις καταπιεσμένη κι εσύ, μην συνεχίζεις να νηστεύεις ή θα νηστεύεις με ευτυχία και με σεβασμό στους άλλους και με αποδοχή του καθενός δίπλα σου ή θα του κάνεις κι αυτουνού τη ζωή δύσκολη δημιουργώντας του ενοχές. Αυτό όμως δεν βοηθάει καθόλου το παιδί σου να αγαπήσει το Θεό με τέτοιου είδους εσωτερική πίεση. Μια μητέρα στο τέλος μιας ομιλίας τέτοιου τύπου σε κάποια περιοχή στην Ελλάδα μου λέει: «Το πίεζα το παιδί μου, το πίεζα, το πίεζα με το ζόρι, όσο μπορούσα το πίεζα τότε που το είχα», λέει, «στα χέρια μου. Τώρα που μεγάλωσε ήρθε και μου είπε: “Με πήγαινες”, λέει, “στην εκκλησία μια ζωή επειδή δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Τώρα που μπορώ”, λέει, “και κατάλαβα τι μου έκανες, θα φύγω”». Της λέω: «Τι να σας πω; Τι να πω, έτσι που τα κάνατε, τι να πω τώρα εγώ;» Άρα το παιδί δεν το γλύκανες. Του παιδιού δεν του έδειξες ότι, ας πούμε, η ζωή κοντά στον Χριστό είναι όμορφη ζωή και αξίζει να τη ζεις. Αλλά του έδειξες ότι αν δεν ζεις εδώ θα τιμωρηθείς. «Και περίμενες», λέει, «να περάσεις το Λόουερ πέρυσι που έδινες Αγγλικά, που μου 'τρωγες κάθε Παρασκευή και Τετάρτη παγωτάκια, σουβλάκια και δεν νήστευες ποτέ; Ε, βέβαια, θα πέρναγες», λέει, «περίμενες να περάσεις το Πανεπιστήμιο με τέτοια περιφρόνηση στο Θεό;» Δηλαδή πού επενδύουμε; Στο φόβο, στην απειλή, στην τρομοκρατία, στην ενοχή. Δηλαδή να νιώσει το παιδί ότι «έκανα κάτι πολύ κακό απέναντι στο Θεό». Και το κακό ήταν ότι έφαγε παγωτό και έφαγε σουβλάκια και δεν νήστευε και γι' αυτό ο Θεός το τιμώρησε. Άρα το παιδί τι νιώθει; Πρώτον, νιώθει αποστροφή για το Θεό, λέει «τέτοιο Θεό δεν τον θέλω». Ευχαριστώ που παρακολουθήσατε. Να μου εξηγήσει κάποιος γιατί όλη αυτή η υπόθεση να γίνει. Και δεύτερον, με γεμίζεις και με ενοχές, ότι φταίω, ότι έκανα κάτι κακό για το οποίο είμαι υπεύθυνος εγώ τώρα. Είδες; Το φαγητό μου, η ασέβειά μου, η περιφρόνησή μου, τιμωρήθηκε και νιώθω ένοχος. Άρα είσαι και εσύ μέσα σου ένοχος και εσύ μέσα σου δεν ευχαριστιέσαι τη ζωή που κάνεις. Και γι' αυτό γίνεσαι και πολύ αυστηρός στους άλλους, άνθρωπος αυστηρός στο διπλανό του. Ό,τι καλό κι αν του πεις του ανθρώπου του δικού σου, είτε είναι η γυναίκα σου είτε είναι ο άντρας σου, φίλος σου, παιδί σου, συγγενής σου, ό,τι θες να είναι, ό,τι καλό και αν του πεις, αν το πεις με ενοχλητικό και αυστηρό τρόπο και καταπιεστικό, σημαίνει ότι εσύ ο ίδιος κάπου δεν πατάς καλά μέσα σου σε αυτό που κάνεις. Άνθρωπος που ενοχλείται από τη ζωή των άλλων και συνέχεια αναστατώνεται, θα πει ότι κάτι μέσα του δεν απολαμβάνει ο ίδιος. Εσύ απολαμβάνεις τη ζωή κοντά στο Θεό; Άσε τον άνθρωπο τον άλλο να ζήσει όπως θέλει, σεβάσου και κάνε αυτό που κάνει ο Θεός τουλάχιστον. Και μην κάνεις αυτό που δεν κάνει ο Θεός. Ο Θεός δεν τιμωρεί και έρχεσαι εσύ και τιμωρείς. Ο Θεός δεν ρίχνει κεραυνούς και έρχεσαι εσύ και τους ρίχνεις. Με το στόμα σου, με τις φωνές σου, με τα λόγια σου, με την τρομοκρατία σου. Αν μπορούσε ο Θεός να επέμβει με τέτοιο τρόπο, να μας βάλει λίγο ένα φρένο, πιστεύω ότι πολλά στόματα θα τα έκλεινε και θα έλεγε: «Σταμάτα επιτέλους. Σταμάτα να μιλάς εσύ για μένα». Μπορεί να το λέει και για μένα. Και θα νιώθω πάρα πολύ ντροπή να μου το πει, και ενοχή και μετάνοια να μου το πει. Θα έλεγα: «Θεέ μου, συγχώρεσέ με», και θα σταματώ. Και πολλές φορές προβληματίζομαι και λέω, αν ο Θεός... επενέβαινε τώρα, θα μου έλεγε «συνέχισε να τα λες αυτά που λες, συμφωνώ μαζί σου» ή θα μου έλεγε «για κλείσε το στόμα σου. Τι λες στον κόσμο; Τι δημιουργείς στους άλλους; Τι τους πνίγεις; Τι τους καταπιέζεις;» Με φοβίζει αυτή η σκέψη. Γι' αυτό βλέπω το Ευαγγέλιο, γι' αυτό βλέπω τη ζωή του Χριστού, γι' αυτό βλέπω τη ζωή των Αγίων, οι οποίοι ήταν αυστηροί στον εαυτό τους αλλά πάρα πολύ φιλάνθρωποι και με πολλή κατανόηση στους διπλανούς τους. Δεν καταπίεζαν. Το θέμα είναι να κάνεις κάτι από αγάπη, από ελευθερία. Να το θαυμάσεις, να το ζηλέψεις, να το οραματιστείς, να το ποθήσεις και να το κάνεις. «Θέλω να μ' αγαπάτε», λέει ο Χριστός. Όχι να νιώθεις ενοχές και γι' αυτό να κάνεις κάτι με το ζόρι από ενοχές και τύψεις. Βλέπεις ότι ένας τέτοιος τρόπος ενοχικός δεν σε αφήνει ούτε σένα να ευτυχήσεις και να απολαύσεις αυτό που κάνεις, ούτε και τους άλλους. Θυμάμαι μια φορά σε ένα ταξί που μπήκα, είχα βρεθεί σε ένα νησί της Ελλάδας, ήταν πολύ ζεστό το καλοκαίρι και μπήκα σε ένα ταξί. Ήταν ένας ταξιτζής δίπλα μου που φόραγε βερμούδα ο άνθρωπος, κοντομάνικο, μια χαρά, ήταν δροσερός, δροσερός, μέσα στην κάψα του καλοκαιριού. Τι να φοράει ο άνθρωπος; Εγώ ήμουν μέσα ντυμένος όπως είμαι, με τα ράσα, με τη ζέστη, κλεισμένος ο λαιμός, μανίκια μέχρι κάτω στα χέρια, οπότε ο καημένος με κοιτάει που μπήκα μέσα στο ταξί, Ιούλιος, ζέστη, 40 βαθμοί, και μου λέει: «Πω πω, ρε πάτερ, σε λυπάμαι», μου λέει. «Δε σκας;» Του λέω: «Σκάω, τι να κάνουμε; Κάνει ζέστη. Θα περάσει, γι' αυτό ανοίξτε κανένα παράθυρο. Αλλά», του λέω, «έτσι που ιδρώνω και από μέσα μπαίνει και αέρας, που είναι φαρδιά τα ράσα, και αυτή η εξάτμιση που δημιουργείται με δροσίζει κιόλας». «Αλλά», του λέω, «είδατε τι ωραία που είστε κι εσείς;» Λέω: «Μπράβο, έτσι σας χαίρομαι». Και μέσα μου χάρηκα. Τι χάρηκα; Που μπόρεσα να δω το δικό μου πνίξιμο στα ρούχα με ηρεμία. Τη βερμούδα του διπλανού μου και το κοντομάνικο που φορούσε με πολύ σεβασμό και αποδοχή και χαρά. Δεν με ενόχλησε η δική του χαλάρωση επειδή εγώ ήμουν έτσι, γιατί αυτό που ήμουν το είχα διαλέξει. Έχει μεγάλη σημασία να το διαλέγεις αυτό που κάνεις και να μην είσαι με το ζόρι. Γιατί μετά νιώθεις ζήλια για τους άλλους, φθόνο. Φθόνο για τους άλλους, γιατί άλλοι να διασκεδάζουν και εγώ να μην διασκεδάζω, γιατί αυτοί να χαίρονται και εγώ να μην χαίρομαι, γιατί αυτοί να έχουν παιδιά και εγώ να μην έχω παιδιά. Είναι πολύ διαφορετικό να το θέλεις αυτό που κάνεις. Με τον τρόπο αυτό, όταν δηλαδή κάνεις αυτό που σου αρέσει πραγματικά στην καρδιά σου, και εσύ νιώθεις ανάπαυση και στους άλλους δεν δημιουργείς τύψεις και ενοχές. Όπως και αν είναι αυτοί οι άλλοι, και αμαρτωλοί να είναι, δεν είναι η δουλειά σου να πηγαίνεις να δημιουργείς τύψεις στους αμαρτωλούς. Μόνοι τους θα νιώσουν τύψεις. Θα σκεφτούν κάποια πράγματα, θα νιώσουν κάποια πράγματα, αλλά ιδανικό μας και προορισμός μας δεν είναι οι τύψεις. Είναι να θυμίζουμε το Θεό. Η τύψη είναι μπέρδεμα, είναι ανακάτωμα, είναι μελαγχολία, είναι πόνος, είναι να σκαλίζεις το σκοτάδι της ψυχής σου, αλλά δεν μένουμε εκεί. Εμείς είμαστε στη ζωή αυτή ως παιδιά του Θεού για να θυμίζουμε στον κόσμο το φως του Χριστού, το χαμένο παράδεισο στον οποίο καλούνται όλοι να πάνε, την ανοιχτή αγκαλιά του Θεού που τους περιμένει όλους, το φιλί του Χριστού που θέλει να δοθεί σε όλους, και είμαστε ως ένα κίνητρο και ένα κάλεσμα για τη ζωή, για το φως, όχι για την εφημερία, όχι για την πικρία, όχι για τα παράπονα. Αυτά δημιουργούνται από τις ενοχές. Αυτό σου λέω, όταν έχεις ενοχές και εσύ είσαι μπερδεμένος και με τους άλλους δεν μπορείς να τα πας καλά και γενικώς γίνεσαι ένας δύσκολος άνθρωπος, δεν ενώνεσαι με κανέναν, ούτε με τον εαυτό σου ενώνεσαι, είσαι κομμάτια μέσα σου, χίλια κομμάτια γίνεται η ύπαρξή σου, και ούτε με τους άλλους μπορείς να ενωθείς, ούτε με το Θεό αφού νιώθεις τόσο βρώμικος. Να σου πω, αν υπήρχε κάτι άλλο να σου πω τώρα για τις τύψεις, οι τύψεις δεν σε αφήνουν επίσης, νομίζω, να πας μπροστά στη ζωή. Γιατί όλο σε σκαλώνουν και σε κρατάνε στάσιμο σε κάτι που έγινε στο παρελθόν. Και τώρα έχει περάσει τόσος καιρός και συνεχίζεις να μένεις εκεί, με έναν τρόπο άγονο, χωρίς να βγαίνει κάτι καλό, κάτι δημιουργικό. Μένεις εκεί, στάσιμος στη θλίψη, στη μιζέρια, στην πίκρα, στη μαυρίλα. Δεν σε βοηθάει να ζήσεις το τώρα και το μπροστά που έρχεται στη ζωή και το μέλλον που ανοίγεται μπροστά σου. Με τις τύψεις και τις ενοχές κολλάς. Έγινε αυτό. Πότε; Πριν καιρό. Τι θα γίνει τώρα; Θα μείνουμε εκεί; Καμία ενοχή δεν έχει να κάνει με το μέλλον. Όλες οι ενοχές έχουν να κάνουν με κάτι που έγινε πριν. Πριν από λίγη ώρα, πριν από λίγες μέρες, και μερικοί πριν από δεκαετίες και ακόμα στεναχωριούνται. Θυμάμαι έναν παππούλη, έναν γέροντα παππού που μου έλεγε διάφορες αμαρτίες κάποτε και ήταν μεγάλης ηλικίας, πάνω από 80, και θυμόταν και υπέφερε για πράγματα παλιά. Και μια φορά μου λέει: «Είχα κλέψει λίγα λεφτά, πήρα 20 δραχμές». Φαντάσου, μιλάει για δραχμές, άρα μιλάμε για... Εγώ λέω, θα 'ναι πριν λίγα χρόνια, πριν βγουν τα ευρώ τέλος πάντων. Πότε, του λέω, έγινε αυτό, παππού; Όταν, μου λέει, ήμουνα 15 χρονών και έκανα ποδήλατο και σταμάτησα σε μια πλατεία. Δηλαδή μιλάμε, ήταν 80 τόσο χρονών και θυμόταν τι έγινε πριν, όταν ήταν 15 χρονών. Και αυτό τον βασάνιζε ακόμα, οι ενοχές. Θα μου πεις, δεν έπρεπε να σου το πει; Έπρεπε να το πει. Αλλά το θέμα είναι, από την ώρα που το λες, να αφήνεις το παρελθόν να πάρει τη θέση του στη ζωή σου. Έφυγε αυτό, και να μην μένεις ακόμα εκεί, και να ζεις στο τώρα και στο μπροστά. Να κοιτάς την ανατολή που έρχεται και να μην σκαλίζεις συνέχεια αυτά τα γεγονότα που έγιναν. Άσε που μερικοί, ακόμα και να εξομολογηθούν, δεν σταματούν να ζουν μέσα στην κατάθλιψη για αυτά που ήδη είπαν. Καταλαβαίνεις με τον τρόπο αυτό τι κάνεις; Ακυρώνεις το μυστήριο. Δηλαδή είναι σαν να λες: Ο Χριστός στην ουσία δεν με συγχωρεί, άρα δεν έχει δύναμη, άρα η αγάπη του είναι ανενέργητη, δεν ενεργεί και δεν ενεργοποιείται μέσα μου, άρα η σταύρωσή του δεν έφερε αποτέλεσμα στον κόσμο αυτό, άρα το αίμα του δεν με ξεπλένει εμένα, άρα δεν πιστεύω στην ουσία. Γιατί ό,τι και να έκανες, ό,τι και να έκανες, εγώ δεν είπα ότι είναι μικρά αυτά που έχεις κάνει. Μερικές φορές είναι θέματα σοβαρά που κλονίζουν την ύπαρξή σου. Δεν μπορείς να πεις ότι είναι ασήμαντα. Όντως, σε στενοχωρούν. Αλλά εντάξει ρε παιδί μου, έχουν περάσει από τότε έως και 7 χρόνια, 8 χρόνια, μερικοί 15 χρόνια, και ακόμα να μένεις εκεί και να τα σκαλίζεις, να τα σκαλίζεις συνέχεια, συνέχεια; Όχι στο παρελθόν, πέρασε. Κάποιοι μεγάλης ηλικίας άνθρωποι ζουν με αυτές τις αναμνήσεις και λένε: «Τότε εγώ δεν έπρεπε αυτό το οικόπεδο με τα παιδιά μου τότε που είχα...» Δεν έπρεπε, έχω πολλές τύψεις γι' αυτό. Μα έγινε αυτό, βρε παιδί μου, έγινε. Σε λίγο θα πεθάνεις και θυμάσαι ακόμα το οικόπεδο που έγινε το '65 και το '25 και το '75; Αυτά περάσανε. Δεν έχει νόημα να μένεις στο παρελθόν και να χάνεις τη μόνη στιγμή που σου ανήκει, που είναι το παρόν. Είναι παιχνίδια του λογισμού αυτά που μας βασανίζουν. Οι λογισμοί μας τρελαίνουν, οι σκέψεις μπορεί να μας βουλιάξουν και να μην μας αφήνουν σε ησυχία. Γι' αυτό έρχεται ο Χριστός μας με τη μετάνοια, με την εξομολόγηση, με τη Θεία Κοινωνία και σου λέει: «Παιδάκι μου, τέλος αυτά, περάσανε. Κοίταξέ με στα μάτια». Έχεις δει τα μικρά παιδιά που σκίζουν τη σελίδα όταν κάνουν ένα λάθος; Σκίζουν το φύλλο και δεν αντέχουν να βλέπουν τα παλιά, θέλουν καινούργιο τετράδιο. Μερικά παιδάκια δεν αντέχουν καν στο ίδιο τετράδιο να έχουν σκισμένα φύλλα, αλλάζουν τετράδιο κατευθείαν, για να βλέπουν μπροστά τους λευκές σελίδες. Τα παλιά περάσανε, έκανε ένα λάθος, εντάξει, τι θα κάνω τώρα; Θα πεθάνω; Το λάθος θα το διορθώσω με νέο λάθος; Δηλαδή θα τρελαθώ; Αυτό είναι νέο λάθος. Θα αυτοκτονήσω; Αυτό είναι χείριστο λάθος, το χειρότερο. Έγινε, πέρασε. Με αγαπάει ο Θεός, ελπίζω στην αγάπη Του και στην καλοσύνη Του. Αν υπήρχε λοιπόν ένα τέτοιο χαπάκι που το πίνες και αυτό το χαπάκι είχε την ιδιότητα να ξεχνάς τα πάντα, θα υπήρχαν ενοχές; Πες μου, θα είχες ενοχές αν υπήρχε ένα τέτοιο χαπάκι που δεν σε άφηνε να θυμηθείς τίποτα από το παρελθόν; Οι ενοχές υπάρχουν όσο σκέφτεσαι συνέχεια και θυμάσαι τα παλιά. Συνέχεια. Δεν εννοώ, επαναλαμβάνω, να μην τα θυμηθείς. Να τα θυμηθείς, να τα πεις, αλλά να τελειώσει αυτό το πράγμα. Να είναι όπως γράφουν πάνω τα προϊόντα όλα, που λέει ημερομηνία λήξης τόσο του μήνα του τάδε έτους. Να τελειώσουν κάποτε, να μην κρατάνε αιώνια, ισόβιες οι τύψεις. Και όταν λέει ο προφήτης Δαβίδ ότι «την ανομίαν μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί διαπαντός», δεν εννοεί ότι ζω μια ζωή μες στην κατάθλιψη της ενοχής. Αλλά θυμάμαι, Κύριε, από πόσο μεγάλη αμαρτία με ελευθέρωσες και το βάρος το ρίχνω στην καλοσύνη που μου δείξες. «Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι». Θα με πλύνεις και θα γίνω κι απ' το χιόνι πιο λευκός, πιο καθαρός. Εκεί πέφτει το βάρος και λέω: «Πω πω, ο Θεός μου συγχώρησε τόσες αμαρτίες, τον ευχαριστώ». Να το βάρος: τον ευχαριστώ, ελπίζω. Αγωνίζομαι, στέκομαι όρθιος, παλεύω. Εκεί πέφτει το βάρος. Το βάρος δεν πέφτει στο «πω πω, η αμαρτία μου, η αμαρτία μου, τι έκανα, τι έκανα, τι έκανα». Όχι αυτό. Το τι έκανα, αυτό πέρασε. Ήταν μια στιγμή, ήταν κάποιες στιγμές, κάποιες ώρες, κάποιες μέρες της ζωής σου. Δεν είσαι αυτός ο άνθρωπος. Η μέρα έχει 24 ώρες, εσύ έκανες κάποια λάθη που κρατούσαν κάποια λεπτά, κάποιες στιγμές, είπες κάποια λόγια, αλλά αυτά πέρασαν και σβήνουν με τη θυσία του Χριστού, με την αγάπη του Θεού, με τη Θεία Χάρη, που λέγεται χάρη επειδή είναι δωρεά, επειδή είναι χάρισμα. Δέξου το αυτό το χάρισμα. Μάθε να δέχεσαι δώρα, μην είσαι τόσο σφιχτός, να ανοίγεις την καρδιά σου και να λες «ευχαριστώ πάρα πολύ για το δώρο». Όχι, μην είσαι παράξενος. «Κύριε, σε ευχαριστώ για το δώρο. Το παίρνω, το δέχομαι». «Σε συγχωρώ, παιδί μου». Όμως να το πιστέψεις αυτό. «Το πιστεύω». Ωραία, αφού το πιστεύεις, μην το ξανααναφέρεις αυτό. Το ξανανιώσεις; Αν δεις τον Χριστό στον δρόμο, δηλαδή, δεν θα σου θυμίσει αμαρτίες παλιές, έχουν σβήσει από τη δική του τη μνήμη. Αν εσύ τώρα θες να τις θυμάσαι, μπορείς να πεθάνεις με αυτές και να θυμάσαι ακόμα τι έχει κάνει η ψυχή σου όταν ήσουν 10 χρονών και τώρα να είσαι 85. Δικό σου θέμα είναι, η επιλογή σου. Άμα θέλεις να είσαι έτσι και άμα σου έχει γίνει συνήθεια η εντρύφηση αυτή, συνέχεια να γυρίζεις μέσα στις ενοχές και να ζεις από αυτές και να απολαμβάνεις τις ενοχές, είναι... Εγωισμός και δημιουργείται ένα κλίμα ενοχικών ανθρώπων. Συνέχεια. Ενώ ο Χριστός θέλει να ζήσουμε τη χαρά της ελευθερίας που Αυτός μας χαρίζει. Καταλαβαίνεις; Εγώ έτσι νομίζω. Αυτό που έκανες τώρα δεν υπάρχει, τελείωσε. Ο Χριστός πλησίασε αμαρτωλούς, πλησίασε ενόχους, πλησίασε ανθρώπους που ήταν βυθισμένοι σε πολλές παρανομίες, αμαρτίες, ασωτίες, αδικίες και τους έβλεπε όλους αυτούς ως καλούς. Ο καλός ληστής λέμε. Καλή αμαρτωλή γυναίκα που αγάπησε πολύ, γι' αυτό της συγχωρούνται και πολλές αμαρτίες, γιατί ο Χριστός έβλεπε ότι αυτή διψούσε. Εμείς αν βλέπαμε την Αγία Φωτεινή τη Σαμαρείτιδα, για παράδειγμα, θα λέγαμε: «Κοίτα μια ανήθικη γυναίκα που είχε πέντε επαναλαμβανόμενες σχέσεις». Και ο Χριστός είπε: «Εκεί ήταν μια τόσο καλή γυναίκα που διψάει η ψυχή της, διψάει για σχέση, για επικοινωνία, για αγάπη, για στοργή, για χαρά, για τρυφερότητα, αλλά δεν μπορεί να βρει το...» Δρόμο της σωστά και ταλαιπωρείται. Δεν την έβλεπε ως αμαρτωλή που θέλει απόσταση, που θέλει να την καταγκρεμνήσεις, να την απορρίψεις, αλλά λέει: «Θέλει βοήθεια αυτή, γιατί είναι μια ψυχή δυνατή. Φαντάσου να αντέχει να έχει συνέχεια πέντε επαναλαμβανόμενες ταλαιπωρίες, περιπέτειες, να γνωρίζει νέο άνθρωπο, να μιλάει μαζί του, να τσακώνεται, να τα βρίσκει και ξανά, άλλος, άλλος». Και λέει ο Χριστός: «Τι δίψα έχει αυτή η ψυχή, πόσο διψάει αυτή η γυναίκα για ευτυχία». Εμείς αν ήμασταν εκεί, εγώ δηλαδή, θα έβλεπα αυτό: «Πω πω, αμαρτωλή, ανήθικη, μακριά από μένα, σε παρακαλώ μην με αγγίζεις». Και ο Χριστός πήγε και λέει: «Δώσ' μου νερό». Όχι απλώς να σε αγγίξω, από σένα θα πιω εγώ που ήρθα να σε συγχωρήσω, θέλω να πιω από σένα, δώσ' μου να πιω. Για μένα μετράς, για μένα αξίζεις, εσύ η αμαρτωλή, γιατί βλέπω ότι κρατάς κάτι γνήσιο μέσα στην αναζήτησή σου. Εμείς βλέπουμε μόνο τα λάθη των άλλων. Δεν βλέπουμε γιατί κάνει ο άλλος το λάθος, δεν βλέπουμε την αθωότητα του αμαρτωλού, την καλοσύνη του εχθρού, την ταλαιπωρία του ανθρώπου που έχει πολλές περιπέτειες. Αυτή είναι η ομορφιά του Χριστού βέβαια και αυτό είναι το μεγαλείο του προσώπου του και γι' αυτό όλοι αγαπούν τον Χριστό και τον λατρεύουν και δεν τ' έχει ο κόσμος με τον ίδιο τον Χριστό, με μένα τ' έχει. Και ίσως και με σένα, δηλαδή με ανθρώπους οι οποίοι υποτίθεται ότι εκπροσωπούμε και μιλάμε για τον Χριστό αλλά στην ουσία βγάζουμε τα προβλήματά μας, τους ψυχολογισμούς μας, τα δικά μας τα πάθη, τις δικές μας τις παραξενιές, τις δικές μας νοσηρότητες πολλές φορές και τις βγάζουμε και στα παιδιά μας. Μην πας μακριά δηλαδή, αν δεις στο σπίτι σου πώς σου μιλάνε οι άλλοι που είσαι χριστιανός, θα δεις. Ποιος σε παραδέχεται ως χριστιανό; Ελάχιστοι, όχι επειδή είναι όλοι κακοί. Μπορεί το παιδί σου να είναι κακό, αλλά διαισθάνεται και καταλαβαίνει ότι αυτό που μου βγάζεις δεν είναι του Χριστού. Και ας έχεις επάνω επιγραφή και λες «εγώ είμαι χριστιανός, είμαι χριστιανή, είμαι της εκκλησίας», δεν με πείθεις, σου λέει. Ο Χριστός είχε κάτι που έπειθε, εμείς δεν πείθουμε γιατί είμαστε αυτό, με ένα μαστίγιο στο χέρι. Αυτό που έλεγε ο μαθητής που σου είχα πει την άλλη εκπομπή στο σχολείο, που με έβλεπε και έλεγε «αμαρτία, ο Θεός, αμαρτία, αμαρτία». Νόμιζε ότι όλα είναι αμαρτία, ότι ο Θεός όταν μιλήσει αυτό το πράγμα θα πει: «Αμαρτάνεις, παιδί μου, συνέχεια, αμαρτάνεις, αυτό είναι αμαρτία». Με έβλεπε και του θύμιζε τη λέξη αμαρτία. Το καταλαβαίνεις; Αυτό θα πει αγωγή... Που ό, Που ακρωτηριάζει την ψυχή του άλλου, που κάνει ζημιά στον άλλον στο όνομα του Χριστού. Αυτό είναι το τραγικό. Και θυμάμαι ένα παιδί που τελείωσε το σχολείο. Τους είπε, λέει, ο φυσικός τους στο σχολείο, ο οποίος ήταν και κληρικός και ήταν έτσι ωραία ψυχή, ωραίος άνθρωπος. Μου το είπε αυτό λίγο καιρό, ήρθε και με βρήκε αυτό το παιδί, τελείωσε το σχολείο πριν πολλά χρόνια και λέει: «Θυμάμαι την κουβέντα του καθηγητή μας, του φυσικού που ήταν και ιερέας, που έκατσε πάνω στο γραφείο την τελευταία μέρα του σχολείου, της τρίτης λυκείου, τελευταία μέρα πριν δώσουμε πανελλήνιες, και μας είπε: “Παιδιά, μην νομίζετε ότι επειδή ήρθατε σε αυτό το σχολείο και κάποιοι εδώ πέρα είμαστε της εκκλησίας, ότι σας δώσαμε οπωσδήποτε την εικόνα του αληθινού Θεού. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Μην επαναπαυτείτε σε αυτό”, τους είπε. “Εσείς ψάξτε, μπορεί να βρείτε τον αληθινό Θεό κάπου αλλού. Αν σας δώσαμε έναν Θεό που σας δημιούργησε μέσα συμπλέγματα, μπερδέματα, αντίδραση, ενοχές, επανάσταση, πνίξιμο, καταπίεση...”» Κάναμε λάθος. Αλλά δεν είναι αυτό ο Θεός, είναι δικό μας το λάθος. Εσείς αφήστε τα δικά μας λάθη και προχωρήστε», τους είπε, «να βρείτε τον αληθινό Θεό». Ήρθε το παιδί αυτό και μου το έφερνε ως ανάμνηση από το σχολείο. Τους το είπε ο φυσικός τους. Και λέει: «Μου κάνει μεγάλη εντύπωση αυτή η κουβέντα και το θυμάμαι». Και το θυμάται ακόμα αυτό. Εμείς οι άνθρωποι του Θεού δεν βοηθάμε τους ανθρώπους πολλές φορές να πλησιάζουν το Θεό. Μου κάνει εντύπωση αυτό. Και εντάξει, μπορεί να με κατηγορήσεις κάποια φορά για χαλαρότητα, ότι έτσι που τα λες, τα ισοπεδώνεις και όλα επιτρέπονται. Εντάξει, δεν θα προσπαθήσω πολύ να σου εξηγήσω, γιατί αν νιώθεις έτσι, το καταλαβαίνω, το σέβομαι. Απλώς θα σου πω μια κουβέντα που μου είπε μια φορά ένας πρώην Προτεστάντης που με αφορμή αυτή την εκπομπή ζήτησε να γίνει Ορθόδοξος. Δεν είναι ένας, είναι αρκετοί. Απλώς ένας με πήρε τηλέφωνο και μου έλεγε λεπτομέρειες από όλα αυτά τα πράγματα και του λέω: «Να σου πω κάτι; Εγώ, η εκπομπή που κάνω δεν είναι αντιαιρετική». Λέει: «Όχι, από αυτή την εκπομπή θέλω να γίνω Ορθόδοξος. Μπορείς να μου πεις πού να πάω, στην Εκκλησία;» Του λέω: «Γιατί, αφού αυτή η εκπομπή δεν μιλάει για δόγματα και...» «Πιστεύω», λέει, «ότι ο Θεός, ακριβώς επειδή δεν με βρίζεις, επειδή δεν με μαλώνεις, επειδή δεν με προσβάλλεις, επειδή δεν με ενοχλείς με έναν τρόπο που να με πνίγεις, αυτό το πράγμα μου αρέσει. Και έναν τέτοιο Θεό θα ήθελα να τον βρω». Το λέω αυτό, αναγκάζομαι και το λέω, γιατί κάποιος μπορεί να έχει το λογισμό ότι, ξέρεις, αν μιλάς έτσι, ο άλλος μπορεί να πάρει το πράσινο φως και το ελεύθερο να κινείται χαλαρά. Και το εξηγώ: δεν κινείται χαλαρά. Ο άλλος ήταν Προτεστάντης και έγινε Ορθόδοξος. Όχι ένας, πολλοί, αρκετοί. Αυτό έχει να κάνει με το Θεό βέβαια, πώς αγγίζει τις ψυχές των ανθρώπων. Δεν έχει να κάνει με εμένα, αλλά ένας τέτοιος Θεός που προσφέρεται ως αγάπη, ως αλήθεια, αλλά αλήθεια που αγγίζει στοργικά και αγαπητικά τον άλλον. Όχι αλήθεια με μαστίγιο. Θα άντεχε ένα αληθινό κήρυγμα, αλλά με μαστίγιο, αληθινό μεν, αλλά με μαστίγιο που ξεκολλάει κομμάτια από πάνω σου και σε ματώνει; Θα πεις, η μετάνοια δεν είναι μάτωμα; Βέβαια, αν είναι τέτοιο μάτωμα, βεβαίως και αξίζει τον κόπο να ματώσει η καρδιά μας από το βέλος της αγάπης. Είναι άλλο το μάτωμα που είναι από το βέλος της αγάπης του Χριστού και άλλο το μάτωμα που είναι από τα μαστίγια, τα άτσαλα και τα άγαρμπα, από τις δικές μας μαστιγώσεις που δίνουμε στους ανθρώπους και τους γεμίζουμε ενοχές στη ζωή τους. Η λύση για όλα αυτά... Δεν ξέρω τώρα, Βασίλη, εσύ πώς το βλέπεις, θα προλάβω να τα πω όλα αυτά σήμερα; Πού να ξέρεις και εσύ τι έχω στο νου να πω. Πάντως εγώ ξέρω ότι εσύ βάζεις πολύ ωραία μουσικά κομμάτια, τα ακούω, τα βλέπω, τα απολαμβάνω. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ, Βασίλη. Σε ευχαριστώ και εσένα, αγαπητέ μου φίλε από την Κόρινθο, που μου έγραψες ένα πολύ ωραίο μήνυμα, το προώθησα στο Βασί... Ευχαριστείς και για τα άλλα CD που έχεις πάρει, τα δικά του, τα «Μπλουζ της ψυχής μου» που έχει βγάλει, τα μπλουζ σε ήχο πλάγιο, ύμνους βυζαντινής μουσικής και ύμνους στα αγγλικά. Όσοι ζείτε στο εξωτερικό αξίζει να τα βρείτε και... Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια σχετικά με τα βιβλία μας, το «Αγάπη για πάντα» και το «Δυνάμωσε την ψυχή σου». Εεε... Καλά το θυμήθηκες ότι στο «Αγάπη για πάντα» υπάρχει μια εκπομπή γραμμένη που αναφέρεται και εκεί στην καταπίεση. Ονομάζεται «Θεέ μου, είσαι όλος μια αγκαλιά» και εξηγεί ακριβώς μια εμπειρία που είχαμε σε ένα σχολείο, πως τα παιδιά, το κύριο σημείο που δεν τους άρεσε ήταν αυτό: πως οι άνθρωποι μας δίδαξαν το Θεό με έναν τρόπο πολύ καταπιεστικό, που μας έπνιξαν με ενοχές αντί να μας δημιουργήσουν ελκυστική προσμονή και προσδοκία του Χριστού, να τον αγαπήσουμε και να τον πλησιάσουμε. Οι φοβίες που μας δημιούργησαν μας έκαναν να απομακρυνθούμε από την Εκκλησία. Και ένα παιδάκι πετάχτηκε και λέει: «Εδώ που τα λέμε, ο Χριστός δεν φταίει τίποτα. Είναι ο καλύτερος», είχε πει το παιδί. Λοιπόν, ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Στα βιβλία μπορείτε να διαβάσετε αναλυτικά αυτά. Το email της εκπομπής είναι το atheata.perasmata papakigiahou.gr. Βασίλη, χωρίς ενοχές βάλε μας ένα όμορφο κομμάτι να ξεκουραστούμε και να συνεχίσουμε για τη λύση αυτών των τύψεων και των ενοχών που μας πνίγουν. [Μη ομιλητικό τμήμα της ηχογράφησης.] [Μη ομιλητικό τμήμα της ηχογράφησης.] Αγαπητέ μου, πολύ ωραία, Βασίλη, ευχαριστώ πολύ. Και θέλω να σου πω, αγαπητέ μου φίλε, αγαπητοί μου φίλοι, ότι η λύση είναι αυτή που ξέρεις. Τι περιμένεις, να σου πω κάτι καινούργιο; Αυτό που διδάσκουμε στην Εκκλησία 20 αιώνες τώρα. Αλλά το θέμα είναι να το ζούμε και με ωραίο τρόπο, ώστε να απολαμβάνουμε το δώρο αυτού του Θεού. Είναι η μετάνοια, είναι η εξομολόγηση, είναι η Θεία Κοινωνία. Αυτή όλη η διαδικασία, όλο αυτό το πακέτο, μετάνοια, εξομολόγηση, Θεία Κοινωνία, έχει πολύ μεγάλη δύναμη και πιάνει αυτή η διαδικασία, δηλαδή δουλεύει, λειτουργεί. Είναι μια πορεία που αν την ακολουθήσει κανείς σωστά, απελευθερώνεται, βλέπει καρπούς κάποιος στη ζωή του. Μυστήρια, αντιλαμβάνεσαι; Δηλαδή καταλάβεις και προχωρήσεις και πας στον ιερέα και πεις, όπως είπε ο Χριστός μας, ότι ό,τι συγχωρέσουν οι ιερείς, οι Απόστολοι, οι διάδοχοί τους, το συγχωρώ κι εγώ και ό,τι δεν συγχωρέσουν δεν το συγχωρώ ούτε εγώ. Οι ιερείς όλους συγχωρούν, συνέχεια συγχωρούν. Αλλά απ' την άλλη θα πει κανείς: γιατί βλέπουμε έτσι όλους δυστυχισμένους χριστιανούς και ταλαιπωρημένους, που μονίμως κοινωνάνε και μονίμως είναι μίζεροι και μες στη θλίψη και την ταλαιπωρία; Και ένα πράγμα που δεν το ζηλεύεις, αλλά λες: «Παναγία μου, αυτός ο καημενούλης γιατί να είναι έτσι όλη την ώρα με αυτήν την κατήφια;» Τον βλέπεις και δεν χαίρεται, ας πούμε, δεν πετάει από ευτυχία. Και μετά λέει τον συγχώρεσε ο Χριστός. Καλά, έτσι είναι οι συγχωρεμένοι; Άμα συγχωρέσεις κάποιον έτσι, σαν... Δηλαδή αν πας στη φυλακή και κάποιου του πεις: «Απελευθερώθηκες. Γιατί να κάτσεις 10 χρόνια; Η ποινή σου έχει γίνει 1 και βγες, ήρθε η ώρα και βγαίνεις», τη μέρα δεν θα βγει έξω να αρχίσει να πηδάει και να χορεύει και να χαίρεται και να τραγουδάει και να αγκαλιάζει όλο τον κόσμο; Ευτυχία, θα βγάζει ευτυχία. Εμείς δεν βγάζουμε ευτυχία. Εμείς βγάζουμε κάτι άλλο. Γι' αυτό δεν ξέρω τι γίνεται. Και λέει και ο Αββάς Ποιμήν. Το θυμάσαι στην εκπομπή που είχαμε κάνει για τον Αββά Ποιμένα; Που έλεγε ότι ο Θεός δεν θέλει πολύ χρόνο να σου αλλάξει τη ζωή και να σε κάνει δεκτό. Πήγε ένας και τον ρώτησε: «Πόσο καιρό, πάτερ; Έκανα ένα αμάρτημα. Τρία χρόνια, αν παλέψω, θα με συγχωρέσει ο Θεός, θα με δεχτεί;» «Τρία χρόνια, ρε παιδί μου;» «Ε, πόσο, πάτερ; Τρεις μήνες;» «Τόσο πολύ;» λέει ο Αββάς Ποιμήν. «Ε, πόσο; Τρεις βδομάδες;» «Άκου, παιδάκι μου, εγώ νομίζω, αν κάτσεις και μετανιώσεις αληθινά και καταλάβεις τι έκανες και συναισθανθείς το λάθος σου και κλάψεις και τρεις μέρες σε δέχεται ο Θεός. Αγαπάει ο Θεός και σε παίρνει στην αγκαλιά του πάλι. Σε τρεις μέρες θα γαληνέψει η ψυχή σου, θα ηρεμήσεις. Τη μία μέρα θα νιώθεις μέσα στον πόνο, εντάξει, τη δεύτερη θα το σκέφτεσαι κάπως πάλι, αλλά το απόγευμα της δεύτερης θα χαλαρώσεις, την τρίτη θα πεις: «Α, πέρασαν τρεις μέρες και αρχίζει η ψυχή μου και γαληνεύει». Σε τρεις μέρες λες εντάξει. Και υπάρχουν χριστιανοί που όχι τρεις μέρες, τρεις δεκαετίες ζουν με αναμνήσεις. Τι έκανα, πώς φέρθηκα, ζημιά... Εντάξει, άμα θες έτσι. Λοιπόν, τα βήματα. Πρώτον, κάτσε σκέψου τι συνέβη στη ζωή σου, δες τις ευθύνες σου, συνειδητοποίησε τι έκανες. Ευχαριστώ που παρακολουθήσατε. Έχω κάνει φοβερά πράγματα. Έχουμε όμως και κάποιους άλλους που δεν καταλαβαίνουν τίποτα, δεν αισθάνονται τίποτα. Τι έχουν κάνει; «Δεν έχουν κάνει και τίποτα», λέει. Έχουν πληγώσει ανθρώπους, έχουν προσβάλει, έχουν περιφρονήσει, έχουν συκοφαντήσει, έχουν κλέψει, έχουν αδικήσει, έχουν τα μύρια όσα έχουν κάνει και δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Κάτσε να συνειδητοποιήσεις, να συναισθανθείς: τι έχω κάνει στη ζωή μου, πώς έχω φερθεί, τι άνθρωπος είμαι εγώ, τι ζητάω, τι θέλω από τον κόσμο αυτό, πώς φέρομαι στους άλλους; Έχω μια γυναίκα, να πει ο άντρας, πώς της έχω φερθεί αυτής, της γυναίκας μου; Την έχω σεβαστεί, την έχω υπολογίσει, την ξέρω, την καταλαβαίνω, την αγαπάω, την πονάω, την πληγώνω; Το έχει να πει και η γυναίκα. Ε, κλαίνε οι κυρίες όταν ακούνε αυτά, λένε: «Πες τα, πάτερ, πες τα». «Μου έχει κάνει», λέει, «ο σύζυγος». Ναι, έρχομαι και σε εσένα τώρα, αγαπητή μου. Άσε τώρα, μην κλαις. Να κλαις όταν είναι τα δικά σου. Λοιπόν, εσύ τι έχεις κάνει; Τίποτα, ε; Πάντα οι κυρίες είναι συνήθως οι αδικημένες. Δεν είναι έτσι. Είσαι και αδικημένη, αλλά και εσύ έχεις κάνει στη ζωή σου διάφορα λάθη, όπως όλοι μας. Δεν βγαίνει τίποτα με το να κλαίγεις συνέχεια ότι είσαι το θύμα, που όλοι σε έχουν ταλαιπωρήσει και σε έχουν καταστρέψει. Εσύ δεν έχεις κάνει λάθη; Σκέψου τα δικά σου λάθη και εσύ, τα δικά σου να πεις: πώς έχω φερθεί κι εγώ στους συγγενείς μου, στους συνεργάτες μου στη δουλειά, στον άντρα μου στο σπίτι; Τι του έχω δώσει αυτού του ανθρώπου εγώ, τι του έχω δώσει; Πώς του έχω φερθεί; Του έχω δώσει αξία, του έχω δώσει σημασία, του έχω δώσει στοργή, του έχω δώσει να νιώσει ότι εγώ του προσφέρω κάτι, ότι για μένα είναι πολλά πράγματα στη ζωή; Πώς έχεις φερθεί στα παιδιά σου, στην κόρη σου; Πώς της έχεις φερθεί αυτής της κόρης; Είπες μια καλή κουβέντα, την τόνωσες, την παρηγόρησες; Να κάτσουμε να σκεφτούμε. Και εσύ, το παιδί, ο νέος, να σκεφτείς τη ζωή σου, το χρόνο που χάνεις, την τεμπελιά την ατελείωτη, τις καταχρήσεις που κάνεις, τα λεφτά που σκορπάς. Διάφορα, ό,τι έχει κάνει ο καθένας, ό,τι μας χαρακτηρίζει, ό,τι είναι η ζωή μας. Κατάλαβες; Για να είσαι αληθινός, να ξέρεις ποιον έχεις, ποιος είναι ο εαυτός σου. Να μην ζεις στα σύννεφα, να μην ζεις σε ένα ψέμα, σε μια φαντασία και σε ένα παραμύθι. Τα καταλαβαίνουμε, τα παραδεχόμαστε, τα λέμε στον εαυτό μας πρωτίστως. Και κλαίμε, αν θέλουμε. Αν έρθουν δάκρυα μετάνοιας, συναίσθησης. Είτε έρθουν είτε δεν έρθουν, η ψυχή μας νιώθει ότι κάτι δεν πάει καλά. Δεν είμαι εντάξει άνθρωπος. Έχω πολύ εγωισμό, πολλές παραξενιές, έχω πολύ φιλοδοξία, μεγάλη εικόνα για τον εαυτό μου, είμαι νάρκισσος απίστευτος, θέλω να με παινεύουν, ζηλεύω την ευτυχία των άλλων, εύχομαι κακά για αυτούς, αντιπαθώ, έχω απληστία, έχω λαιμαργία, έχω ό,τι νιώσεις ότι βγαίνει στην επιφάνεια για τον χαρακτήρα σου. Συνειδητοποιείς, ζητάς συγγνώμη από το Θεό στην προσευχή σου, κοιτάς τον Χριστό στην προσευχή σου και ζητάς, λες το «Ήμαρτον, Κύριε, ήμαρτον» και πας στον πνευματικό σου και λες αυτή την ιστορία της ζωής σου, μιλάς και του λες: «Αυτό και αυτό συμβαίνει, αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ», χωρίς να ρίχνεις ευθύνη στους άλλους. Εγώ φταίω γι' αυτά, πάτερ. Αν δεν το καταλάβεις αυτό, δεν κάνεις τίποτα. Εσύ δηλαδή, ωραία, σε δυσκόλεψαν και άλλοι, σε μπέρδεψαν και άλλοι, σε ταλαιπώρησαν. Εσύ σε όλη αυτή την ταλαιπωρία που πέρασες δεν έχεις καμία συμμετοχή, καμία προσωπική ευθύνη; Πες ότι 90% αυτή είναι η άλλη. Το 10% το υπόλοιπο εσύ δεν θα το αναλάβεις ποτέ στη ζωή; Δηλαδή είσαι το θύμα της ανθρωπότητος. Τι είσαι εσύ, ο αμνός του Θεού; Αυτό το πράγμα μερικοί άνθρωποι το έχουν. Έλεγε μια κοπέλα: «Εγώ δεν βρήκα δουλειά, δεν μπόρεσα να παντρευτώ, δεν πήγε καλά η ζωή μου, αρρώστησα κιόλας, και για όλα φταίει η μάνα μου». Δεν είναι δυνατόν να είναι αυτή η αλήθεια, γιατί και η μάνα σου να φταίει, φταίει σε ένα βαθμό, δεν φταίει σε όλα αυτά. Και η μάνα σου να σε δυσκόλεψε, ξέρω άλλη κοπέλα η οποία είχε την ίδια μάνα σαν τη δική σου και πιο δύσκολη, και όμως δεν δέχτηκε Να συμβιβαστεί με αυτήν την κατάσταση η κοπέλα η άλλη. Και έκανε την επανάστασή της. Πάτησε πόδι στη ζωή της, πάτησε στα πόδια της και έκανε τον αγώνα της. Και βρήκε και δουλειά, και παντρεύτηκε και ευτυχισμένη έκανε. Και τη μάνα της σταμάτησε να την κατηγοράει, γιατί λέει: «Δεν βγαίνει τίποτα με το να κατηγοράω τη μάνα μου. Ό,τι και να έχει κάνει η μάνα μου, αυτό που έκανε νόμιζε η μάνα μου ότι είναι το καλύτερο». Και ήταν το χειρότερο, αλλά αυτοί δεν το ήξεραν. Δεν υπάρχει άνθρωπος που κάνει κάτι κακό και να αισθάνεται ότι είναι κακό. Όλοι νιώθουν ότι κάνουν το καλό. Ωραία. Και οι γονείς λοιπόν που κάνουν λάθη στη ζωή σου, έτσι νιώθαν οι άνθρωποι ότι είναι το σωστό. Δεν σου έκαναν επίτηδες ζημίες. Δεν το καταλάβαιναν την ώρα που το έκαναν, ότι σου κάνουν ζημιά, σε καταστρέφουν. Αισθάνονταν ότι αυτή είναι η σωστή αντίδραση. Έτσι ένιωθαν, έτσι έκαναν. Και εν πάση περιπτώσει, δικό τους θέμα είναι αυτό, το τι έκαναν αυτοί. Εσύ. Μπορείς να πετάς συνέχεια το μπαλάκι της ενοχής και της ευθύνης στους άλλους; Πάρε την ευθύνη της ζωής σου πάνω σου και πες εσύ τι λάθος έχεις κάνει. Πας στον ιερέα λοιπόν, το παραδέχεσαι, το ομολογείς, δεν σχολιάζεις τους άλλους για φταίχτες αλλά για ερεθίσματα και για αφορμές της ζωής. Έπαιξαν ρόλο στη ζωή σου, αλλά εσύ ήσουν που έκανες τις επιλογές σου και μετά διορθώνεις ό,τι μπορείς. Όταν δηλαδή πεις ότι το λάθος μου είναι ότι πληγώνω ανθρώπους, ταλαιπωρώ, πονάω τους άλλους, τους αδικώ, δεν τους δίνω χρόνο να μιλήσουν, δεν τους αφήνω να έχουν ελευθερία, ε, δεν μπορεί να μην το διορθώσεις όλο αυτό και να το αφήνεις συνέχεια ίδιο και να λες ότι εγώ εξομολογήθηκα, μετάνιωσα. Η μετάνοια θέλει και αλλαγή. Θα πας στο σπίτι σου την άλλη φορά και όταν μιλάει ο άντρας σου θα κάτσεις να τον ακούσεις, δεν θα τον κόβεις. Εσύ θα ακούς τη γυναίκα σου να λέει τη σκέψη της, να νιώθει ελευθερία, να πει τη γνώμη της. Διορθώνεις το λάθος που έκανες τόσο καιρό. Έκλεψα από κάποιον, διορθώνω θα πει επιστρέφω αυτό που έκλεψα. Όχι απλώς: «Πάτερ, ξέρετε, έχω κάνει αυτή την κλοπή, τελειώσαμε». Παιδί μου, να επανορθώσεις. «Εντάξει, θα κάνω, πάτερ, μια προσευχή». Όχι, δεν θα κάνεις μια προσευχή, θα πας τα χρήματα, θα τα δώσεις πίσω. Λέω ένα παράδειγμα, δηλαδή θα κάνεις την αντίστοιχη διορθωτική κίνηση. «Πάτερ, δεν αγαπώ τη συνυφάδα μου, τον πεθερό μου, την πεθερά μου, την ανιψιά μου, ό,τι θες πες, και δεν του μιλάω». Παιδί μου, καλά κάνεις και το λες, να επανορθώσεις. Τι θα πει αυτό; Θα πάω σπίτι και θα πάρω τηλέφωνο με την πρώτη ευκαιρία να κάνω, να απλώσω γέφυρες, να το διορθώσω αυτό το λάθος. Εκεί που μισούσα θα προσπαθήσω να αγαπώ. Που έβγαζα εκδίκηση θα βγάζω καλοσύνη και υπομονή και συμπάθεια. Και να ψάχνεις και την αιτία για αυτά που έκανες, ώστε την άλλη φορά να μην τα ξανακάνεις. Γιατί δεν αρκεί να λες «έκανα το τάδε αμάρτημα», αλλά να βρεις και γιατί το έκανες, ώστε οι ενοχές μετά να μην σε πνίγουν χωρίς λόγο. Όταν καταλάβεις το λόγο που κάνεις το κάθε αμάρτημα, τι ζητούσες εκείνη την ώρα πίσω από αυτό που έκανες; δεις... Δεν ζητούσες αυτή καθ' αυτή τη συγκεκριμένη αμαρτία, αλλά κάτι άλλο. Δηλαδή, ένα παράδειγμα: τσακώνεται μια γυναίκα με τον άντρα της, ένα νέο ζευγάρι ας πούμε, σηκώνεται αυτός και φεύγει από το σπίτι και αυτή μετά την πιάνει μια ακατάσχετη στεναχώρια, συναισθηματικό κενό, μοναξιά, απελπισία και πάει στο ντουλάπι και αδειάζει όλες τις σοκολάτες, τα μπισκότα, τις καραμέλες, ό,τι βρήκε γλυκό, και τρώει όλα τα σοκολατάκια, το άδειασε το κουτί και το έφαγε. Νιώθει τύψεις, λέει: «Πω πω, τι έκανα; Τσακώθηκα με τον άντρα μου, μετά είμαι και λαίμαργη, και έχω γίνει όπως έχω γίνει και δεν διορθώνομαι». Και μετά από λίγες μέρες, στην ίδια στεναχώρια πάει να ξαναφάει όλα τα σοκολατάκια. Αυτή η λαιμαργία, αυτός ο τσακωμός, να ψάξεις να δεις πού οφείλεται. Τι ζητάς; Γιατί τρως τώρα; Θα φας, δεν σε εμποδίζει κανείς, άνοιξε το ψυγείο και φάε όλες τις πάστες που έχει μέσα. Αλλά πριν τη φας την πάστα, και κάθε αμαρτία που είναι σαν πάστα γλυκιά, ψάξε γιατί την κάνεις αυτήν την αμαρτία, τι ζητάς. Και μια κοπέλα που έψαξε είπε: «Στην ουσία δεν ήθελα να φάω, ήθελα μια γλύκα στη ζωή μου. Και επειδή δεν μου την έδινε ο άνθρωπός μου, ο σύντροφός μου, ο άντρας μου, και είχαμε τσακωθεί, ζητούσα να βρω τη γλύκα όπου μπορούσα να τη φάω. Και τη βρήκα», λέει, «στα γλυκά. Και το άδειασα το κουτί. Δεν ζητούσα να φάω το σοκολατάκι». Να καλύψω τη συναισθηματική μου πείνα. Ήθελα να καλύψω τη μοναξιά της καρδιάς μου και την κάλυπτα έτσι. Δεν γέμιζα την ψυχή μου με αγάπη, αλλά τουλάχιστον γέμιζα το στομάχι μου με γλυκά σοκολατάκια και πάστες. Και ευχαριστήθηκα έτσι. Την άλλη φορά που θα πας να φας, θυμήσου και να λες: «Τώρα, τώρα, δεν πάω να φάω επειδή πεινάω. Πεινάω, αλλά πεινάω για αγάπη. Πεινάω για γλυκύτητα και για στοργή. Και αφού δεν έχω το δικό του το φιλί, θα τρώω μόνη μου και θα ευχαριστιέμαι». Την ώρα που το λες, θα βρεις ότι θα ατονήσει η έντονη επιθυμία να φας όλα τα σοκολατάκια. Θα φας κάποια από συνήθεια, αλλά όταν καταλάβεις γιατί κάνεις αυτό που κάνεις —λίγοι το κάνουν αυτό— να σκεφτούν: «Γιατί κάνω αυτό που κάνω; Τι ζητάω; Ζητάω, μήπως ζητάω να καλύψω τη μοναξιά μου, την ανασφάλειά μου; Θέλω γύρω μου να δημιουργήσω ένα τείχος». Εεε... Μια ζεστασιά, μια αίσθηση ότι αξίζω. Έχει μεγάλη σημασία πίσω από κάθε αμαρτία να βρεις την αιτία που την κάνεις. Ο πυρήνας είναι πολύ αγαθός, να το ξέρεις αυτό. Δεν υπάρχει κακός άνθρωπος που κάνει αμαρτία από κακία, βαθιά βαθιά μέσα του. Και οι πιο μεγάλες αμαρτίες είναι μια αναζήτηση στο βάθος ενός καλού πράγματος. Καλό ζητάς όταν αμαρτάνεις, αλλά χάνεις το δρόμο σου και κάνεις λάθη αντί να το βρεις εκεί που το ζητάς. Δηλαδή, αντί αυτή η γυναίκα να βρει τον άντρα της και να τον αγκαλιάσει και να πει «Εσένα θέλω, εσύ να μου γεμίσεις την καρδιά, να κουβεντιάσουμε μαζί, να τα βρούμε και να γλυκαθούμε», αντί να καταφύγει εκεί, μετά το τσακωμό καταφεύγει σε καταστροφικές κινήσεις για τον εαυτό της και κάνει ζημιά και στην υγεία της και στο σώμα της και στο βάρος της και στην ψυχολογία της, και μετά φαύλος κύκλος όλη αυτή η ιστορία. Αφού τα κάνεις όλα αυτά, μάθε να σκέφτεσαι σιγά σιγά αλλιώς τα πράγματα και να θυμάσαι τις αλήθειες του Θεού, ότι ο Θεός με αγαπάει. Να το θυμάσαι αυτό, ξεχνάς. Ο Θεός μου έστειλε αυτό τον άντρα, αυτή τη γυναίκα για να γίνουμε άγιοι μαζί και όχι για να σφαζόμαστε. Ωραία, και πάρε και τα μαθήματά σου και συγχώρεσε και τον εαυτό σου. Συγχώρεσε τον εαυτό σου και εσύ, σε συγχώρεσε ο Θεός, σε συγχώρεσε ο ιερέας, ο Θεός διά του ιερέα. Συγχώρεσε και εσύ τον εαυτό σου και πες: «Εντάξει, θα μάθω πράγματα μέσα από αυτό που έγινε, θα προοδεύσω μέσα από τα λάθη μου». Όπως όταν κάποιος μας κάνει μια ζημιά λέμε «Εντάξει, ο Θεός το επέτρεψε για κάτι καλό», έτσι και εσύ όταν κάνεις λάθη, για κάτι καλό θα είναι και αυτό. Σιγά σιγά θα βγει κάτι γλυκό μέσα από το πικρό της ζωής σου, και έτσι και μέσα από αυτές τις ενοχές, μέσα από αυτές τις τύψεις. Χτυπιέται η ψυχή μας, ωριμάζουμε, ταπεινωνόμαστε, γινόμαστε πιο αληθινοί, πιο ώριμοι, πιο γνήσιοι, πιο σοφοί. Εεε... Καταλαβαίνουμε τι θα πει να είσαι άνθρωπος, ρε παιδί μου, αυτό θα πει άνθρωπος. Ένα πλάσμα που χτυπιέται, ένα πλάσμα που πάει να πετάξει αλλά δεν μπορεί εύκολα. Και κοιτάει τον Θεό και ζητάει βοήθεια. Και εγώ κοιτάω τώρα και την ώρα και λέω: «Βοήθεια, πέρασε η ώρα! Βασίλη, δεν μου φωνάζεις τόση ώρα;» Σας καθυστέρησα, συγγνώμη, θα τα πούμε και άλλη φορά. Την άλλη φορά θα πούμε κάποια από τις φορές για τις τύψεις που νιώθουμε εξαιτίας των άλλων που φεύγουν από κοντά μας, συγγενείς που αρρωσταίνουν και πεθαίνουν κάποιοι, και λέμε: «Εγώ φταίω που τον πέθανα, εγώ φταίω που πέθανε ο συγγενής μου γιατί του είπα μια μέρα μια κουβέντα και μάλλον αυτό φταίει και πέθανε», και τον συναισθηματικό εκβιασμό ότι «αν δεν παντρευτείς αυτή που θέλω εγώ, παιδί μου, θα πεθάνω».​ Πάλι μερικά πράγματα σχετιζόμενα έτσι με τις ενοχές, τις τύψεις και τα παιχνίδια που παίζονται με αυτές τις έννοιες στη ζωή μας και την κάνουν λίγο δύσκολη, ενώ μπορεί να είναι όμορφη η ζωή μας. Λοιπόν, εύχομαι να χαίρεσαι τη ζωή σου, να σε συγχωρεί ο Θεός, καλή δύναμη και καλή συνέχεια το υπόλοιπο της ζωής σου. Ο Θεός μαζί μας.