Μετάνιωσα που παντρεύτηκα Β΄ Ελληνική μεταγραφή Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την ομιλία της πρωτότυπης ηχογράφησης. Τυχόν μουσική, ψαλμωδία ή δυσδιάκριτα σημεία διακρίνονται από την ομιλία. Η πλήρης ελληνική ηχογράφηση διατηρείται. Μια ώρα, αγαπητέ μου φίλε και αγαπητοί μου φίλοι, στα Αθέατα Περάσματα, άλλη μια ώρα της ζωής σου την οποία θα την περάσουμε μαζί. Και είναι τιμή μου που μου επιτρέπεις να σου κάνω και πάλι παρέα και να περάσουμε μαζί άλλη μια ώρα. Και σκέφτομαι την ευθύνη και σκέφτομαι τη σοβαρότητα αυτής της στιγμής, διότι αυτά που σου λέω διαπιστώνω ότι τα παίρνεις στα σοβαρά, ότι τα υπολογίζεις, ότι καθρεφτίζεσαι σε αυτά, ότι τα χρησιμοποιείς στη ζωή σου και τα επεξεργάζεσαι και κινείσαι βάσει πολλών σκέψεων που λέμε και προβληματίζεσαι. Γι' αυτό και παρακαλώ τον Θεό να ανοίξει το δικό μου νου, να φωτίσει την καρδιά μου, τα χείλη μου να τα πληρώσει πνεύματος. Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται πνεύματος. Ανοίγω το στόμα μου και γεμίζει, αυτό θα πει πληρώνεται, πληρούται, γεμίζει πνεύματος, Άγιο Πνεύμα, πνοή, δύναμη, χάρη, όρεξη, φώτιση, για να σου πει κάποιος τα κατάλληλα λόγια που πρέπει να ακούσεις εσύ αυτή τη στιγμή, για να προβληματιστείς, για να ωφεληθείς, για να βρεις ένα μικρό φως στο σκοτάδι που περνάς και που ζεις, από το τούνελ. Αυτός που σου μιλά έχει και αυτός το δικό του σκοτάδι. Γονατίζουμε και οι δυο, δηλαδή και εσύ και ο μιλητής, και παρακαλάμε μαζί τον Θεό και λέμε: «Κύριε, φώτισον το σκότος μας, φώτισέ μας το σκοτάδι της καρδιάς και του νου μας και βοήθησέ μας να καταλάβουμε τη δική σου άπλετη και καθαρή και διαυγή αλήθεια». Για τον Θεό δεν υπάρχει πρόβλημα, για μας υπάρχει. Λοιπόν, είναι μαζί μας ο Βασίλης Χατζηνικολάου, ο μουσικός και ηχολήπτης της εκπομπής. Βασίλη, καλώς ήρθες και πάλι μαζί μας, ευχαριστούμε για την παρέα που μας κάνεις και τη βοήθεια που μας δίνεις. Τα email και τα μηνύματα που δέχομαι για σένα, Βασίλη, που και εσύ τα δέχεσαι στο προσωπικό σου email, είναι πολλά, από ανθρώπους που είναι ευχαριστημένοι και χαρούμενοι για την παρέα που κάνουμε μαζί και τη μουσική επένδυση της εκπομπής. Και τα συγχαρητήρια σου ανήκουν και για τα πολλά σου CD. Εεεε... Το email της εκπομπής είναι αθέατα περάσματα παπάκι Yahoo.gr. Λαμβάνω τα γραμματά σου, τα μηνύματά σου, τα δώρα σου, τις ευχές σου, τις παρατηρήσεις και διορθώσεις, και όλα αυτά τα επεξεργάζομαι και τα σκέφτομαι. Και από μοναχούς και μοναχές, και από εγγάμους και αγάμους, και από παιδιά μικρά και μεγαλύτερα γράμματα που γράφετε τα διαβάζω, προβληματίζομαι, σκέφτομαι και προσπαθώ να τα χρησιμοποιήσω λίγο σε αυτά που θα πω. Μπας και δώσω και σε σένα μια μικρή νύξη απάντησης, γιατί την απάντηση θα τη βρεις μέσα σου, όχι μέσα σε μια εκπομπή από μένα, αλλά ο Θεός θα φωτίσει εσένα για το δικό σου θέμα τελείως προσωπικά. Δεν υπάρχει ίδια απάντηση σε όλους. Αυτό που όμως έχω να σου πω είναι, θα καταλάβεις πού αναφέρομαι, καλά, δεν έχεις μυαλό, ρε παιδί μου, μερικές φορές; Αυτό θέλω να σου πω. Δηλαδή, δεν βλέπεις μερικά πράγματα μπροστά σου, οφθαλμοφανή, εξόφθαλμα, καθαρά; Και πας και πέφτεις με τα μούτρα πάνω στις παγίδες της ζωής που πλέον δεν είναι παγίδες, αφού τόσο καθαρά βλέπεις τη γκάφα που πας να κάνεις και πας και την κάνεις. Καλά, και αυτό θέλω να σε ρωτήσω, δεν έχεις μυαλό, δεν καταλαβαίνεις; Να σου το εξηγήσω πού αναφέρομαι. Μου λες ότι γνωρίζεις μια κοπέλα, εντάξει; Και εσύ είσαι ευγενέστατος απέναντί της, πρόθυμος, συνεργάσιμος, καλοσύνη γεμάτος, δώρα, ευγένεια, εξυπηρετικότητα. Την πας εδώ, την πας εκεί, την παίρνεις από τη δουλειά, τη γυρίζεις. Και αυτή δεν σου φέρεται ποτέ με καλοσύνη και γλυκύτητα. Αυτή δεν σου λέει έναν καλό λόγο. Αυτή, όταν μιλάτε στο τηλέφωνο, μου λες, το κινητό που μιλάτε, στο κλείνει απότομα. Και δεν ξέρει να σου πει «ξέρεις, τώρα δεν είμαι σε θέση να σου μιλήσω», αλλά εν ψυχρώ, εκεί που μιλάς, σου κλείνει το κινητό. Και εσύ πάλι πας και της κάνεις τα χατίρια. Επειδή έβρεχε, την πήρες να μη βρέξει τα παπούτσια της. Επειδή κρύωνε, την πήρες από τη στάση. Επειδή ζεσταινόταν, την πήγες εκεί να κάνει διακοπές. Ό,τι σου ζητά, δηλαδή, τι θα κάνεις; Και λαμβάνεις ως απάντηση περιφρόνηση, σκληροκαρδία, προσβολές, βρισιές, υποτίμηση. Εγώ στη θέση σου θα έκανα το σταυρό μου και θα ευχαριστούσα τον Θεό που πριν παντρευτώ μου έδειξε τόσο καθαρά σημάδια ότι αυτός ο άνθρωπος δεν είναι για μένα. Μου λες «εγώ είμαι ευαίσθητος», λες, «και θέλω να ακούσω έναν καλό λόγο, και δεν μου έχουν πει καλό λόγο άνθρωποι του περιβάλλοντός μου, και περίμενα και ήλπιζα θα μου πει έναν καλό λόγο η γυναίκα που θα αγαπήσω, με την οποία θα ζήσω μια ζωή μαζί». Πολύ καλά σκέφτεσαι, δεν είναι παράλογο αυτό που σκέφτεσαι. Όλοι οι άνθρωποι το θέλουν. Αλλά το θέμα είναι να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, να βλέπεις. Και εσύ βλέπεις. Σου κλείνει το τηλέφωνο και σε προσβάλλει. Και σου λέει «καλά, τέτοια μυαλά που κουβαλάς, παράτα με». Ή σου λέει «τώρα βαριέμαι» και κλείνει, και άλλα πολλά. Και εσύ πας και πέφτεις στα πόδια και συνεχίζεις και συνεχίζεις και συνεχίζεις. Και καλά κάνεις, θα σου έλεγα, αν το έκανες δύο-τρεις φορές: να δοκιμάσω ξανά, μήπως έκανα λάθος, να ξαναδοκιμάσω, ναι, να ξαναεπιχειρήσω, ναι. Πόσες φορές; Δύο, τρεις. Μα εσύ είσαι μαζί χρόνια με έναν τέτοιο άνθρωπο και ακόμα δεν έχεις ούτε παντρευτεί, χωρίσει, ούτε κάνεις μπρος, ούτε κάνεις πίσω και μάλλον σέρνεσαι σε αυτή την ιστορία και περνάει ο καιρός και περνάνε τα χρόνια και δένεσαι με έναν παράξενο τρόπο με έναν άνθρωπο που δεν ταιριάζεις και πας κάπου που εκ των προτέρων φαίνεται ότι θα έρθει μια καταστροφή κάποια στιγμή. Αυτή η σχέση, ας πούμε, δεν σε ανθίζει, δεν σε πλουτίζει, δεν σε χαροποιεί, δεν σε τονώνει. Τότε τι συνεχίζεις; Θα μου πεις «και τότε εγώ γιατί συγχύζομαι έτσι;» Ναι, συγχύζομαι, γιατί αυτό είναι ο ιερέας, επειδή δέχεται την ευθύνη που σου λένε όλοι «πες μου τι θα κάνω, πες μου εσύ τι να...». Αλλά έχεις δίκιο, γιατί να συγχύζομαι; Τελικά ό,τι θα πάθεις είναι ό,τι σου αξίζει. Και τελικά τη ζωή σου εσύ την κανονίζεις και τη ρυθμίζεις. Μην τα βάζεις ούτε με τον Θεό, ούτε με ιερείς, ούτε με αγίους, ούτε με τίποτα. Εσύ τα φτιάχνεις τα πράγματα καταστροφικά, εκτός κι αν είσαι άτομο τέτοιο, αυτοκαταστροφικό. Δηλαδή βλέπεις ότι αυτό που με πονάει, αλλά και πάω, μ' αρέσει κιόλας που με πονάει, εκεί θα το παλέψω. Α, πείτε μου, αν αυτή είναι η μοίρα σου, αν αυτή είναι η ζωή σου, αν αυτός είναι ο προορισμός σου στη ζωή, εσύ αυτά τα πράγματα να ζήσεις, ζήσε τα. Εγώ όμως που το βλέπω από μακριά, απορώ πώς ακόμα δεν έχεις καταλάβει. Προσκολλάσαι αρρωστημένα σε μια κατάσταση που σου δείχνει ότι σου απομυζά και σου απορροφά κάθε ικμάδα, κάθε δύναμη, κάθε ζωντάνια. Είσαι μαραζωμένος. Το συνδέω αυτό με ένα θέμα που είχαμε κάνει κάποια στιγμή και λέγαμε ότι μήπως μετάνιωσες που παντρεύτηκες, μετάνιωσες για τον δρόμο που πήρες, είτε αυτό είναι γάμος, είτε είναι αφιέρωση στον Θεό, είτε είναι ένα επάγγελμα, είτε είναι μοναχισμός, είτε είναι οτιδήποτε. Και πιάνω αυτό, μία αφορμή μικρή, για να σου πω: πολύ, πολύ, πολύ προσοχή όταν ξεκινάς έναν δρόμο. Γιατί όντως η ζωή είναι ένα μυστήριο, δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει η αυριανή ημέρα, δεν ξέρεις τι θα γίνει μετά από πέντε χρόνια στη ζωή σου, το καταλαβαίνω αυτό. Το να μου πεις ότι ξεκίνησα καλά και στην πορεία βγήκαν προβλήματα, το σέβομαι, το καταλαβαίνω. Σε όλους μπορεί να συμβεί, αλλά το να μου λες «απ' την αρχή εγώ έχω προβλήματα και παρ' όλα αυτά επιμένω να μαστιγώνομαι και να υποφέρω και να πονάω», τότε θα σου πω «είσαι άξιος για αυτά που σου συμβαίνουν». Τα ζητάς, τα προκαλείς. Μήπως τα θέλεις κατά βάθος εσύ; Μήπως θες να εξιλεωθείς από κάτι; Μήπως θεωρείς ότι σου ταιριάζει μια τιμωρία και θες να την παίρνεις αυτή την τιμωρία συνέχεια; Τότε προχώρα. Τώρα, βεβαίως, να είναι ευλογημένος ο γάμος σου, να είναι ευλογημένη η σχέση σου. Μη με βάζεις όμως σε αυτό το παιχνίδι να βρω την αιτία για κάτι που εσύ δημιουργείς, το καταλαβαίνεις, βλέπεις ότι κάτι δεν πάει καλά. Δεν είναι, φίλε, ίδιες όλες οι γυναίκες. Δεν είναι ίδιες, μη τις κατηγορείς. Ψάξε σε ώριμες, σε νέες, σε μπεμπέκες, καρδιές μεγάλες με αισθήματα θα βρεις. Βρε φίλε, μια γυναίκα σ' έχει κάψει και τον καημό σου να σβήσω δεν μπορώ. Μήπως κι εγώ, βρε φίλε μου, δεν έχω κλάψει για μια γυναίκα που τώρα συγχωρώ; Που πικρά για άντρες κλάψαν, είδα γυναίκες που 'χαν τόσο ερωτευτεί, είδα γυναίκες που κατάμαυρα τα βάψαν, κι άλλες γυναίκες που 'χαν καλογερευτεί. Παράξενο πλάσμα, φίλε, είναι η γυναίκα, κανείς δεν ξέρει τι κρύβει στην καρδιά. Άλλες ποθούνε με έναν άντρα να γεράσουν και άλλες απλώς πώς θα περάσει μια βραδιά. Το ίδιο συμβαίνει σε κάθε δρόμο. Και για πολλά ζευγάρια το ρωτάνε μερικοί που βλέπουν το αταίριαστο του πράγματος, το αταίριαστο του ζεύγους, που κάνει μπαμ αυτό. Λένε μερικοί «πώς παντρευτήκατε εσείς οι δύο, δεν βλέπατε;» «Ξέρω ότι βλέπαμε, αλλά λέγαμε να συνεχίζουμε, μπας και κάτι αλλάξει». Θέλει πολύ προσοχή και οι γονείς έχουν τεράστια ευθύνη στον βαθμό που δεν ακούνε την καρδιά του παιδιού τους και την αληθινή επιθυμία του παιδιού τους. Το παιδί σου τι θέλει; Αυτό που θες εσύ; Θέλει να πάρει αυτή που θες εσύ; Σε ενδιαφέρει να το ξέρεις αυτό; Σε ενδιαφέρει να ξέρεις αν το παιδί σου είναι ευτυχισμένο, όχι στη φαντασία σου, λέει «εγώ τους ταίριαξα. Εγώ τους έχω ταιριάξει», λέει. «Πολύ καλό ζευγάρι». Και πριν παντρευτούν πάει και βλέπει τη... μάνα του αγοριού ή του κοριτσιού και λέει «τι κάνεις, συμπεθερούλα;» «Τι συμπεθέρα; Τα παιδιά δεν έχουν γνωριστεί και εσύ τι λες συμπεθέρα;» «Ναι, εγώ», λέει, «τα έχω σχεδιάσει ωραία». Στο μυαλό σου τα έχεις κάνει πολύ ωραία, έχεις δει και τα εγγόνια εσύ. Αλλά τα παιδιά τα ίδια αγαπιούνται; Ταιριάζουν; Θέλουν; Πιέζουμε καταστάσεις, σπρώχνουμε καταστάσεις, δημιουργούμε. Φέρνουμε τον άλλον προ τετελεσμένων γεγονότων: θα γίνει αυτό, τελειώσαμε. Πώς μου έλεγε κάποια μητέρα «μα βρήκαμε γιατρό, γιατρό δεν βρίσκεις εύκολα». Μάλιστα, εννοείτε γιατρό του ΙΚΑ, θέλετε έναν γιατρό να πάτε να εξεταστείτε; «Όχι, για την κόρη μου», λέει, «θα πάρει γιατρό, μεγάλη υπόθεση». Ναι, αλλά αυτό μας αρκεί, να βρούμε έναν γιατρό; Δεν ψάχνει τον γιατρό της, ψάχνει τον άνθρωπό της με τον οποίο θα πρέπει να ταιριάξει, να μπορέσει να ζήσει μαζί, τον οποίο θα ξυπνάει το πρωί και θα τον βλέπει και θα χαίρεται που είναι μαζί. Τι θα πει ταιριάζω; Ταιριάζω θα πει κάνω παρέα με κάποιον άνθρωπο και νιώθω ότι μπορούν να περνάνε οι ώρες μαζί του και να μην καταλαβαίνω πώς κυλάνε τα λεπτάκια, οι ώρες στο ρολόι μου. Είναι η ώρα 5 το απόγευμα και σε λίγο κοιτάω το ρολόι και είναι 10 και μισή και λέω «πώς πέρασαν 5,5 ώρες; Σαν ένα λεπτό μου φάνηκε». Και αυτές τις πεντέμισι ώρες και μιλήσαμε ωραία και παρεξηγηθήκαμε και τσακωθήκαμε, αλλά ταιριάζαμε. Δηλαδή, ταιριάζω δεν θα πει δεν έχω αντίθετη γνώμη από τη δική σου, δεν θα πει ότι δεν θα τσακωθώ ποτέ μαζί σου, θα πει όμως ότι στο βάθος όλων αυτών των πραγμάτων υπάρχει κάτι που με κάνει να θέλω να είμαι μαζί σου και να τσακώνομαι μαζί σου και να γλυκαίνομαι μαζί σου, έστω και μέσα από τον καβγά ο οποίος μας φέρνει πιο κοντά. Μεγάλη υπόθεση! Ταίριασμα, η χημεία, η ομόνοια δύο ανθρώπων, που δεν σημαίνει ότι υπάρχει ομοφροσύνη και ταυτότητα απόψεων. Δεν πιστεύουμε τα ίδια, δεν φρονούμε ομού τα ίδια, αλλά η χημεία μας και το κλίμα μας, η ατμόσφαιρά μας, μας δένει. Περνάμε καλά οι δυο. Θέλω να τσακώνομαι μαζί σου. Αυτό θα πει με ποιον άνθρωπο ταιριάζεις. Θα βρω τον άνθρωπο με τον οποίο μπορώ να μονιάζω και να τσακώνομαι ταυτόχρονα και να νιώθω ωραία. Και να τα βρίσκουμε μετά. Και ο καβγάς να μη μας φέρνει σε αυτή τη φράση που λένε μερικοί «ραγίζει το γυαλί σιγά σιγά», αλλά να μας φέρνει στο ότι έχουμε περάσει πολλά εμείς οι δύο. Και τσακωθήκαμε και ξανά τα βρήκαμε και αγαπηθήκαμε, και όλα μας έφεραν πιο κοντά, πιο κοντά, πιο αγαπημένοι και πιο δεμένοι. Ενώ άλλα ζευγάρια τσακώνονται και νιώθουν ψυχρότητα μετά, που κρατά μέρες. Τσακώνονται και νιώθουν απόσταση, αποξένωση. Το έλαβα το μήνυμα στο σπίτι, στον τηλεφωνητή. Μια κυρία: «Σας παρακαλώ», μου λέει, «κάντε προσευχή, διότι με τον άντρα μου ζούμε μαζί και είμαστε δύο ξένοι». Αυτό εννοώ όταν λέω δεν ταιριάζεις. Είσαι ξένος και ξένη με έναν άνθρωπο με τον οποίο έχεις ζήσει τόσα πράγματα μαζί, έχεις κάνει παιδιά μαζί, έχεις φάει, έχεις κοιμηθεί, έχεις αγκαλιαστεί, έχεις δουλέψει, έχεις ταξιδέψει, τα έχεις ζήσει όλα και όμως νιώθεις ξένος και ξένη. Όπως ξεκινάς, άνοιξε τα μάτια σου. Και κλείσ' τα και τα μάτια σου κάποια στιγμή, προσευχήσου, αυτό εννοώ. Κλείσ' τα μάτια σου και σκέψου: τι θέλω, τι ζητάω; Ποιον θέλω; Και τι μου αρέσει σε έναν άνθρωπο; Και γιατί μου αρέσει αυτό; Και για να φανταστώ τον εαυτό μου μετά από καιρό: θα είμαι μαζί του καλά, θα είμαι μαζί της καλά; Όχι αύριο. Μετά από τρία χρόνια, από πέντε, από δέκα, από είκοσι, πώς θα είμαστε μαζί; Θα μονιάζουμε ή θα σφαζόμαστε και θα μαχαιρωνόμαστε και θα ματώνουμε; Επαναλαμβάνω, αν παντρευτείς, όλα καλά και ωραία, και στην πορεία σου βγουν αυτά, τα αντέχεις. Αν όμως ξεκινάς εκ των προτέρων, το ίδιο συμβαίνει και για κάποια κοπέλα ή κάποιο αγόρι που ξεκινάει να αφιερωθεί στον Θεό, διαλέγει μοναχικούς δρόμους... Μοναχισμό, μοναστήρι, Άγιο Όρος, στο εξωτερικό, στην Ελλάδα, παντού. Να δεις γιατί το λέω: γιατί έχω μια στοίβα από γράμματα, τα οποία είναι επώνυμα, αλλά εγώ δεν θα τα πω ποτέ επωνύμως. Ανώνυμα τα λέω, τα οποία γράφουν πράγματα που, όταν κανείς τα διαβάζει, τρίβει τα μάτια του και τραβάει τα μαλλιά του και λέει: «Γιατί όλα αυτά; Πώς ήρθαν όλα αυτά;» Αλλά απ' την άλλη θέλω και να ρωτήσω και να πω: «Καλά, ρε παιδάκι μου, ρε πάτερ μου, ρε αδερφή μου, μοναχή μου, μοναχέ μου, δεν τα έβλεπες αυτά όταν ξεκίναγες; Δεν φαίνονταν αυτά; Γιατί πήγες; Για ανθρώπους πήγες εκεί;» Μιλάς για αδικίες, για προσβολές, για υποτιμήσεις, για εγωισμούς, για μεροληψίες, για προσωπολατρίες, για διάφορα πράγματα. Όμως δεν φύτρωσαν μια μέρα ξαφνικά. Αυτά τα έβλεπες. Τα έβλεπες, αλλά δεν σκεφτόσουν και με τη λογική. Θέλει και τα δύο: Λογική και καρδιά. Όχι μόνο λογική, γιατί με τη λογική δεν πας ποτέ ένα βήμα μπροστά, σε πιάνει πανικός και απελπισία, αλλά ούτε μόνο με την καρδιά, που στα παρουσιάζει όλα ιδανικά και ωραία. Θα σκεφτείς και λογικά. Πήγες για έναν άνθρωπο και, όταν αυτός ο άνθρωπος έφυγε από εκεί που ήσουν, είτε γιατί πέθανε είτε επειδή μετακόμισε είτε επειδή έπρεπε να φύγει για κάποιους λόγους, εσύ αρρώστησες. Πώς ξεκινάς λοιπόν να δώσεις τη ζωή σου κάπου; Τι είναι η ζωή σου; Ποια είναι η αξία σου; Τι είσαι; Ένα τίποτα είσαι; Γιατί θυσιάζεσαι για ανθρώπους; Για ανθρώπους ζεις; Πήγες για τον τάδε ή για την τάδε; Εκεί πας για το Θεό. Και οφείλεις να σεβαστείς αυτό που ο Θεός έπλασε με τόση φροντίδα και το προστατεύει και το αγαπά με τόση εξατομίκευση, πολύ προσωπικά. Ποιο δηλαδή; Τον εαυτό σου. Να σεβαστείς τον εαυτό σου. Μην τον παραδώσεις τον εαυτό σου όπου να είναι και όπως να είναι από έναν ενθουσιασμό. Και τώρα μαζεύεις τα σπασμένα, και τώρα μαζεύεις τα συντρίμια, και τώρα κάνεις υπομονή, και η ζωή τραβάει την ανηφόρα, και κάνεις υπομονή, υπομονή, και κλαις και αρρωσταίνεις, και τα χάπια, διάφορων ειδών χάπια, είτε είναι έλκος από τον πόνο και από τη στεναχώρια που χτυπάει στο έλκος, είτε είναι άλλες σοβαρές παθήσεις, είτε είναι ψυχοφάρμακα, που και αυτά από εκεί ξεκίνησαν, λάθη τα οποία τα πληρώνουμε. Και τουλάχιστον να βάλουμε μυαλό από τα λάθη αυτά, τουλάχιστον να ωριμάσουμε, να πάρουμε το μάθημά μας. Και αν το πάρεις το μάθημά σου, ταπεινώσου. Συμφιλιώσου! Συμφιλιώσου, αποδέξου το. Άμα δεν αλλάζει κάτι, αποδέξου το. Τι να κάνεις άμα είσαι τώρα 75 χρονών; Τι θα κάνεις τώρα; Θα ξεκινήσεις από το μηδέν της ζωής σου από εδώ και πέρα; Αποδέχεσαι και πας να κάνεις αυτό το δύσκολο που περνάς, να το κάνεις όμορφο, να φυτέψεις λίγα λουλούδια στη ζωή σου, να βάλεις λίγα γλαστράκια, να δώσεις ποικιλία, χρώμα και ομορφιά και ευωδία. Ε, δεν μπορείς όμως να αλλάξεις και ριζικά τη ζωή σου στα 75 σου, αλλά αν είσαι 25 και 30 και 40, αλλάζει η ζωή σου. Αλλάζει η ζωή σου και είναι στο χέρι σου να την αλλάξεις. Και να πεις: «Δοκίμασα, έκανα λάθη, έβαλα μυαλό, τώρα έστω αργά θα κάνω ό,τι μπορώ να αλλάξω». Κάποια αλλάζουν, κάποια δεν αλλάζουν. Και τι ζητάμε από το Θεό; Φώτιση, να καταλάβουμε τι από τα δύο πρέπει να κάνουμε. Να συνεχίσω όπως είμαι, με υπομονή, ή να αλλάξω αυτά που αλλάζουν και να ζήσω μια πιο καλή ζωή όσο ζήσω; Μπορεί να πεθάνω και αύριο, αλλά το θέμα είναι ως αύριο να μη λιώνω από στεναχώρια και να μην αρρωσταίνω. Τι πάει να πει αυτό; Θα πεθάνω αύριο δηλαδή, ως αύριο πρέπει να λιώσω από τη στεναχώρια; Η χαρά είναι κάτι που αξίζει να την επιδιώκουμε και να την θέλουμε. Να χαιρόμαστε με αυτό που κάνουμε στη ζωή και όχι να υποφέρουμε. Και επίσης από μάντρες σπιτιών και μάντρες μοναστηριών και μάντρες εργοστασίων και γραφείων, και οποιοδήποτε χώρο μιλάω, εννοώ, οτιδήποτε, μιλάω γενικώς τώρα. Πολύς πόνος κρυφός, που το ξέρουν πολύ λίγοι, που το ξέρει μόνο ο Θεός, που καμιά φορά δεν το ξέρουν ούτε κάποιοι άνθρωποι που θα έπρεπε να τα ακούνε και να δέχονται τον πόνο. Αλλά πώς να πω, λέει, και σε αυτούς που πρέπει να μιλήσω; Πώς να μιλήσω αφού δεν με αφήνουν να πω την αλήθεια που νιώθω, αφού όταν πω αυτό που νιώθω απορρίπτομαι, αφού όταν πω αυτό που αισθάνομαι, προσβολές και πάλι τα βέλη σε εμένα έρχονται να τρυπήσουν τη δική μου την ψυχή. Και ποτέ δεν δικαιώνομαι, ποτέ δεν βρίσκω ότι έχω δίκιο, ποτέ κανείς δεν μου λέει, ενώ καταλαβαίνω ότι έχω δίκιο. Είναι αυτό που λένε οι νέοι άνθρωποι, ότι «Μα δεν μπορεί να με πείσεις ότι είμαι ελέφαντας, δεν είμαι ελέφαντας». Και έχεις τον άλλον να σου πει: «Όχι, είσαι ελέφαντας». Και όταν βρεις κάποιον, έστω έναν άνθρωπο, να σου πει: «Έχεις δίκιο, ρε παιδί μου, δεν είσαι εσύ ο τρελός. Υπάρχει μια τρέλα, αλλά δεν είναι δική σου, αλλού υπάρχει η τρέλα. Απέναντί σου είναι το φταίξιμο». Αυτό πρέπει να το δεχτεί κανείς. Ταπείνωση δεν είναι να πεις «είμαι ο τρελός». Ταπείνωση είναι να πεις «όντως δεν είμαι εγώ τρελός, αλλά από αγάπη θα το υπομείνω». Αυτό είναι άλλο. Αυτό είναι υγεία και αυτό είναι δύναμη και αντοχή και όποιος το κάνει αντέχει στη ζωή. Να πεις δηλαδή «δεν είμαι εγώ ο ελέφαντας που πάνε να με πείσουν όλοι ότι δεν πάω καλά, αλλά χάριν της υπομονής θα συνεχίσω». Χάριν της αγάπης θα σιωπήσω. Ναι, αλλά όχι να με τρελάνεις κιόλας, να λες ότι φταίω και να το δεχτώ ότι εγώ φταίω για όλα και δεν πάω καλά στα μυαλά μου, αφού βλέπω, είδα, είδα μια αδικία, είδα εξόφθαλμα πράγματα, καθαρά. Χρησιμοποιούμε λέξεις τόσο ευλογημένες και αγιασμένες από την πείρα των Αγίων μας, οι οποίοι τίμησαν όμως αυτές τις λέξεις, τίμησαν τις λέξεις. Λέξεις όπως η υπακοή, η κοπή θελήματος, λέξεις όπως η θυσία για τον άλλον. Οι Άγιοι τα είπαν αυτά βγαλμένα από την αγιασμένη εμπειρία τους, που πρώτα πάνω τους τα δοκίμασαν. Πάνω τους τα εξάσκησαν αυτά. Και μάτωσαν και πόνεσαν και γλύκανε η ψυχή τους και η ζωή τους και μετά μας τα είπαν. Εμείς κρατάμε λέξεις και τις χρησιμοποιούμε για ρόπαλα και για μαχαίρια και για πριόνια για τους άλλους και λέμε «κάνε υπακοή», ή λέει ο άντρας «κάνε αυτό που σου λέω, κάνε αυτό που σου λέω και κάνε υπακοή». Να το πει ένας ο οποίος έχει δοκιμαστεί ο ίδιος αυτά και έχει πονέσει και μπορεί να καταλάβει τον άλλον. Θα πει να του λες στον άλλον: «Κάνε ό,τι σου λέω και κόψε το θέλημά σου». Είναι δύσκολα πράγματα αυτά. Πολύ λεπτά, πολύ σοβαρά, μαρτύρια και δράματα ζουν πολλές ψυχές. Σου ξαναθυμίζω, σου ξαναλέω ότι, Βασίλη, με κοιτάς έκπληκτος. Όχι και πολύ βέβαια, γιατί και εσύ ξέρεις πολλά, αλλά σου λέω, ο πάκος με τα γράμματα που έχω κοντά μου, τα οποία σιγά σιγά τα καίω και τα πετώ για να μην μείνουν ποτέ και διαβαστούν από κανένα, αν και αυτά θα μπορούσαν κάποτε να γίνουν ένα ανώνυμο βιβλίο με δράματα πονεμένων ανθρώπων, για να δει κανείς πώς μπορεί να πονέσει από περιβάλλοντα στα οποία κανονικά θα έπρεπε όχι να πονέσει, αλλά να ανθίσει, να πλουτίσει, να χαρεί, να ευτυχήσει, να σκιρτήσει, να χοροπηδήσει, δηλαδή. Γι' αυτό παντρεύεσαι, γι' αυτό μονάζεις, γι' αυτό δίνεις τη ζωή σου κάπου, για να χαρείς όλα αυτά τα πράγματα που είπα τώρα στο τέλος. Κι όμως αυτοί οι δρόμοι για μερικούς γίνονται καταστροφικοί δρόμοι. Γι' αυτό παρακαλώ το Θεό βασικά, δεν παρακαλώ κανέναν, δεν έχω την ευθύνη και ούτε μπορώ να βοηθήσω κανέναν. Ούτε κανείς μ' έχει ανάγκη, ούτε κανείς μου ζητάει από μένα να σώσω τη ζωή του. Το Θεό παρακαλώ και λέω: «Κύριε, φώτιζέ μας όλους να παίρνουμε σωστές αποφάσεις, για τις οποίες να μη μετανιώνουμε και λέμε πήραμε τη ζωή μας λάθος». Και αλλάξαμε ζωή όπου μπορούμε, ναι, αλλά όπου δεν μπορείς, τι να αλλάξεις ζωή; Πώς να αλλάξεις ζωή; Τι να αφήσεις; Τη γυναίκα σου, τον άντρα σου, τα παιδιά σου, το μοναστήρι σου, τη δουλειά σου, που δόθηκες μια ζωή, τις σπουδές σου, μια ζωή; Πώς θα αφήσεις όλα αυτά; Γι' αυτό ρώτα, μάθε, μην βιάζεσαι, βασάνησέ το πριν το κάνεις, δοκίμασέ το πριν το κάνεις. Γνωρίστηκαν αύριο, μετά από δυο μήνες να αρραβωνιαστούν, επειδή το λέει ο πατέρας και η μάνα. Και άμα ταιριάζετε, να αρραβωνιαστείτε και σε δύο μέρες, άμα ταιριάξατε και το νιώθατε αυτό. Αλλά λες «δεν το νιώθουμε». Ή ένας από τους δύο λέει «εγώ δεν νιώθω καλά». Όχι, όχι, δεν θα μπορείτε έτσι σε δύο μήνες να αρραβωνιαστείτε και σε μισό χρόνο να παντρευτείτε. Ωραία, και σε δύο χρόνια να χωρίσετε. Όχι, να μην χωρίζετε, να μην μιλάτε, να κάνεις υπομονή. Είναι, αλλά η κοπέλα αρρώστησε ή το αγόρι τρελάθηκε, όσο έχει πάθει το μυαλό του. Δεν μπορεί να πάει να δουλέψει, δεν έχει ηρεμία, έχει πίεση ενώ δεν είχε τίποτα. Ανέβασε πίεση στη ζωή του. Το στομάχι του πονάει, πονοκεφάλους και ημικρανίες έχει. Γι' αυτό σου λέω, βασάνησέ το, μην βιάζεσαι σε οτιδήποτε πας να κάνεις στη ζωή σου. Γράφει η άλλη κοπέλα email από το εξωτερικό κάπου και μου λέει «πώς θα καταλάβω ότι ταιριάζω;». Εμένα ρωτάς πώς θα καταλάβεις ότι ταιριάζεις; Τι θα σου πω εγώ; Θα το καταλάβεις αυτό, εσύ θα νιώσεις. Το σεβασμό που σου δίνει. Ότι δεν φοβάσαι να μιλήσεις σ' αυτόν τον άνθρωπο μπροστά. Ότι κοντά του η ψυχή σου χαίρεται. Όχι χαίρεται με την έννοια ότι θες να τον ακουμπήσεις και να τον φιλήσεις. Αυτό το θες με τους πιο πολλούς ανθρώπους εύκολα. Αυτό ξυπνάει. Το θέμα είναι να θέλεις Την ποιότητα του χαρακτήρα του, το ήθος του, το στυλ του ανθρώπου, όλο το σύνολο. Αυτό, ψάξε αυτό να το βρεις. Εγώ θα σου το πω, δεν ξέρω πώς νιώθεις, εσύ θα το δεις. Μπορεί για μένα να είστε αταίριαστοι και εσείς οι δυο να πλέετε σε πελάγη ευτυχίας. Να είστε ευλογημένοι και να ζήσετε. Μπορεί σε μένα να είστε ταιριαστοί, στα μάτια μου, και εσείς να μην μπορείτε να ταιριάζετε. Να λες: «Εγώ δεν μπορώ, πάτερ. Μας βλέπεις εσύ ότι είμαστε πολύ ταιριαστοί;» Το καταλαβαίνεις; Δεν υπάρχει ένας κανόνας που θα πρέπει να καθρεφτιστούμε όλοι για να βρούμε το δρόμο μας. Είναι το θαύμα και η μοναδικότητα του κάθε προσώπου, του κάθε ανθρώπου. Ο καθένας έχει το δρόμο του, την πορεία του, και εκεί ανθίζει. Μια φορά ένας σε μια ομιλία: «Τώρα, μ' αρέσει λοιπόν που μιλάς, αλλά εσύ είσαι κανονικά; Είναι κανονικό αυτό που κάνεις, που είσαι στον κόσμο ιερέας, ενώ θα έπρεπε να είσαι σε ένα μοναστήρι;» Του λέω: «Έχεις δίκιο, αλλά δεν είναι το μόνο αντικανονικό που κάνω. Είναι πάρα πολλά τα αντικανονικά στη ζωή μου, και αυτό», του λέω. «Αλλά και ο Άγιος Νεκτάριος ήταν στον κόσμο και δεν είχε πάει σε μοναστήρι να μείνει από μικρό παιδάκι μονίμως μέσα, ήταν στην Αθήνα τόσα χρόνια και ήταν μόνος του κι αυτός και άλλοι πολλοί ήταν και απέτυχαν και άλλοι πολλοί είναι και πετυχαίνουν. Και στο κάτω κάτω δεν του το είπα αυτό για να μην τον στεναχωρήσω, αλλά τι θες εσύ το τι κάνω εγώ και τι θέλω εγώ για το τι κάνεις εσύ; Το θέμα είναι να μην πάρω τον έπαινο από μένα κι εγώ από σένα. Το θέμα είναι να πάρω τον έπαινο από την ψυχή μου και από το Θεό μου, δηλαδή μέσα μου να ακούσω αυτόν τον έπαινο. Τι θα πει έπαινος; Ύμνος, τραγούδι, ένα τραγούδι σε τονώνει και σου λέει τη μελωδία της ευτυχίας. Αυτό θα πει έπαινος. Να ακούσω μέσα μου μια ευτυχισμένη μελωδία που να μου λέει: «Η ζωή που ζω είναι όμορφη». Και τραγουδάω και σφυράω και χαίρομαι και είμαι ευτυχισμένος. Και εσύ μπορεί να με βλέπεις και να μου λες: «Μα δεν είσαι στη μάντρα της Μονής; Μα δεν είσαι αρχιμανδρίτης εκτός Μονής;» Δεν πειράζει, φίλε μου, τι θέλεις τώρα εσύ; Τι θέλεις εσύ με μένα και τι θέλω εγώ με σένα; Όπως έλεγε μια φορά ένα ζευγάρι, ήταν ένας σπουδασμένος με 7 πτυχία που είχε πάρει ο άντρας και είχε πάρει μια κοπέλα του δημοτικού. Και όλοι τον κοιτάγανε και σχολιάζανε: «Μα κανονικά θα έπρεπε να πάρει μια του επιπέδου του». Αυτοί οι δυο ήταν πανευτυχείς. Αυτός με τα ντοκτορά και τα πτυχία και αυτή ήξερε να μαγειρεύει, να νοικοκυρεύει, να μεγαλώνει τα παιδάκια της και να αγαπά τον άντρα της και να του δίνει τιμή, σεβασμό, καλοσύνη, χαρά. Και το κατάλαβαν κάποιοι όταν μετά το γάμο τους κάνανε γιορτή τον πρώτο χρόνο και καλέσαν στο σπίτι κόσμο. Και τους βλέπαν όλοι ότι πετάγανε από ευτυχία. Και πάει ένας και του λέει, του πτυχιούχου: «Τώρα κατάλαβα γιατί την πήρες αυτή την κοπέλα. Είστε πολύ ευτυχισμένοι τελικά εσείς οι δυο». «Τι νομίζεις», λέει, «χαζός είμαι; Δηλαδή την πήρα, δεν ήξερα τι έκανα; Εσείς λέτε ότι δεν ταιριάζουμε, αλλά το θέμα είναι εμείς πώς νιώθουμε. Εγώ άκουσα την καρδιά μου όταν τη διάλεγα, όχι τι μου λέγανε οι άλλοι. Οι άλλοι πέσαν πάνω μου και μου λέγανε σου άξιζε μία του επιπέδου σου, μορφωμένη, να πάρει τουλάχιστον πτυχίο, ένα, εσύ έχεις τόσα, αυτή το δημοτικό». Η ευτυχία δεν έχει να κάνει με τέτοια. Η ευτυχία βαθμολογείται μέσα μας. Να το θυμάσαι αυτό. Η μελωδία της ευτυχίας θα ακουστεί μέσα στην καρδιά σου. Να σε χειροκροτήσουν οι άλλοι: «Συγχαρητήρια, κάνατε πάρα πολύ ωραίο γάμο». Και απαντά η κοπέλα μέσα της: «Η καρδούλα μου το ξέρει. Τι να κάνουμε; Αναγκαστικά έγιναν όλα αυτά. Πιέστηκα για λόγους διάφορους, οικονομικούς, ψυχολογικούς, συναισθηματικούς, εγκυμοσύνης, βιασύνης, διάφορα πράγματα. Αλλά δεν ήταν αυτό που ήθελα». Ε, πώς θα ευτυχήσει αυτός ο γάμος; Πώς θα ευτυχήσει; Σε κουράζω, Βασίλη; Ευχαριστώ πάρα πολύ. Καλά που έχεις τη μουσική σου και δίνω το φάρμακο απαλά, σαν σιρόπι σήμερα ακούγεται αυτό που βγάζουμε, ενώ είναι φάρμακο σοβαρό για παθήσεις δύσκολες. Εσύ το γλυκαίνεις. Ευχαριστώ πολύ, Βασίλη Χατζηνικολάου. Ευχαριστώ πάρα πολύ και για τα μηνύματα και τα email που στέλνετε. Ξέρω ότι έχεις πολλά να πεις και να ομολογήσεις για τη ζωή σου. Εντάξει, κοίτα τώρα μπροστά, από εδώ και πέρα τι θα κάνεις. Δεν έχει νόημα πολύ μόνο να λες τι σου συνέβη και να κλαις και να θες κι άλλους να σου πουν ότι έχεις δίκιο. Θα σου το πω, ευχαρίστως, δηλαδή σου αξίζει να ακούσεις ότι έχεις δίκιο, αλλά ωραία, έχεις δίκιο. Τώρα τι θα κάνουμε; Έχεις δίκιο, ας πούμε, ότι η γυναίκα σου είναι δύσκολη, εντάξει. Ωραία, τώρα τι θα κάνουμε; Πάμε να την αποκεφαλίσουμε και οι δυο μαζί να χαρείς; Δίκιο σου το δίνω. Με το δίκιο σου όμως μπορείς να σταθείς στη ζωή; Φτάνει αυτό, να σου πω «έχεις δίκιο»; Πρέπει να δεις ότι η ζωή θα συνεχιστεί τώρα. Έχεις δίκιο, αλλά πρέπει να σταθεί ο γάμος σου, οι σχέσεις σου, και να πας στη γυναίκα σου και να της πεις: «Πρέπει να ζήσουμε μαζί». Να, το βρήκα το δίκιο μου από κάποιον, αλλά εγώ πρέπει μαζί σου να συνεχίσω και να σ' αγαπήσω. Και στη ζωή δεν πας με το δίκιο στο χέρι έτσι μπροστά και να λες «έχω το δίκιο, έχω με το μέρος μου, άρα κάντε στην άκρη». Θα το θυσιάσεις το δίκιο σου κι ας έχεις δίκιο. Βέβαια είναι μεγάλη κουβέντα, μεγάλη υπόθεση μάλλον, να ακούσεις και από κάποιον ότι έχεις δίκιο. Είναι μεγάλη παρηγοριά, γιατί λες «εντάξει, υπομένω, παλεύω, αλλά κάποιος...» Να, βρήκα ένα γέροντα στο Άγιο Όρος και έκλαψε μαζί μου και μου είπε, έλεγε ένας άντρας, «Πώς άντεξες, ρε παιδί μου, τόσα χρόνια με αυτή τη δύσκολη οικογένεια; Μπράβο σου, είσαι ήρωας». Και γύρισα σπίτι μου και είχα πολύ κουράγιο να αγωνιστώ, γιατί έστω ένας άνθρωπος μου έδωσε το δίκιο και μου είπε ότι δεν είμαι ελέφαντας. Αυτό που έλεγα πριν. Όλοι πήγαιναν να με βγάλουν τρελό γιατί δεν ήξεραν όλη την αλήθεια, δεν καταλάβαιναν. Δεν θα το χρησιμοποιήσω, λέει, αυτό που μου είπε αυτός ο γέροντας στο Άγιο Όρος. Δεν θα το λέω στη σύζυγό μου για να την πονάω. Γιατί μερικοί κάνουν αυτό. Λες «πες μου, έχω δίκιο, να το παραδεχθείς κι εσύ» και μετά πάνε και λένε «μου είπαν ότι έχω δίκιο. Ορίστε, κι ένας γέροντας στο Άγιο Όρος μου είπε ότι έχω δίκιο. Μόλις του είπα τι τράβαγα μαζί σου, μου είπε: Τέτοια γυναίκα έχεις; Δεν είναι στα καλά της αυτή». Αυτό είναι το ζητούμενο; Να σου δώσω το δίκιο για να πας να μαχαιρώσεις τη γυναίκα σου; Ή στη γυναίκα να δώσω το δίκιο, σε σένα, αγαπητή μου κυρία, φίλη μου, και να πας να πεις στον άντρα σου «ορίστε, πάρε μία τώρα»; Και τι κατάλαβες; Να σου πω κι ένα μυστικό; Το έχασες το δίκιο σου. Μόλις του μαχαιρώσεις την καρδιά με το δίκιο σου, έχασες το δίκιο σου. Το έχασες. Όποιος έχει δίκιο και το λέει ως σημαία και ως επιχείρημα και ως ξίφος, τέλος, σου λέει ο Χριστός μας, πήρες το δίκιο σου μόνος, το διεκδίκησες. Τι θα σου δώσω τώρα εγώ; Πώς θα σε δικαιώσει η ζωή, αφού μόνος πας και ζητάς τα ρέστα; Άσ' τα πράγματα. Αρκεί που το νιώθεις μέσα σου ότι είσαι εντάξει, ωραίος άνθρωπος, δεν φταις εσύ. Κάνε υπομονή. Και τι να κάνουμε; Αυτόν τον άνθρωπο που τώρα έχεις δίπλα σου, πάλεψέ το. Δεν το έλεγε, ας πούμε, η κοινωνία... Η κοινωνία ήταν πολύ σκληρή με τα σχόλια που έκανε. Οι συγγενείς ήταν πολύ καθοριστικοί, η παρέμβαση των συγγενών, ό,τι έλεγαν οι συγγενείς, ένα τείχος μπροστά σου, και προτιμούσαν πολλές γυναίκες το σιωπηλό μαρτύριο. Σιωπή, εκεί, σιωπή. Και πολλές τι έπαθαν; Αγίασαν. Άλλες τρελάθηκαν, άλλες αυτοκτόνησαν, άλλες αρρώστησαν. Αλλά εμένα μου άρεσε αυτό το πρώτο που είπα, ότι πολλές αγίασαν. Ε, αυτή την αγιότητα να επιδιώξεις να χρησιμοποιήσεις. Γιατί μια βόμβα που σκάει κάπου δεν σημαίνει ότι όλοι γύρω που είναι από τη βόμβα θα πάθουν το ίδιο. Ένας σκοτώνεται, ο άλλος λίγο πληγώνεται, το άλλο το σπίτι που είναι πιο πέρα απλώς θα ταρακουνιέται λίγο, κι άλλος δεν καταλαβαίνει τίποτα. Είναι πώς βλέπεις τη βόμβα που σκάει. Είναι σε τι σπίτι πέφτει το πρόβλημα. Εσύ μπορεί να αγιάσεις, εσύ μπορεί να ξεπαγιάσεις, εσύ μπορεί να αρρωστήσεις. Μπορεί να ευδοκιμήσεις και να προοδεύσεις. Μυστήριο πράγμα, ε! Ίδια προβλήματα, διαφορετικές αντιδράσεις. Κάθε άνθρωπος βλέπει τη ζωή μέσα από τα δικά του γυαλιά, μέσα από τη δική του ψυχή, μέσα από τα δικά του φίλτρα στην καρδιά του και τα διαβάζει αλλιώς, τα ίδια φαινόμενα. Πάντως είναι μεγάλη υπόθεση που σήμερα μπορούμε και μιλάμε και συζητάμε και τα βάζουμε αυτά μπροστά μας και τα διατυπώνουμε. Είναι πλεονεκτική αυτή η θέση που έχουμε. Λέμε τους λογισμούς μας, λέμε τους πειρασμούς μας, λέμε τα προβλήματά μας. Μεγάλη υπόθεση αυτή. Λοιπόν, και μην εκδικείσαι, σε παρακαλώ, αν έτσι θες να ακούσεις μια φτωχή συμβουλή που σου δίνω, μην εκδικείσαι τον άλλον. Έλεγε μια γυναίκα: «Θα τον τρελάνω, λέει, θα του φερθώ έτσι που θα τον κάνω να σηκωθεί να φύγει μόνος του. Αφού δεν φεύγει, θα τον κάνω εγώ να φύγει, θα τον αναγκάσω και να δεις πώς θα μου δώσει το διαζύγιο, λέει, και θα φύγει από τη μέση, από τη ζωή μου». Αυτό όμως δεν είναι ήθος αλήθειας, δεν είναι καθαρή ψυχή. Πώς κοιμάσαι; Χάνεις την αγάπη έτσι. Μίλα, συζήτησε, προσευχήσου με το καλό. Και ξέρεις, η γυναίκα, κυρίως η γυναίκα, μπορεί να κάνει το σύζυγό της ό,τι θέλει με το καλό της φέρσιμο και τον σωστό της τρόπο. Έχει δηλαδή τα κουμπιά του χαρακτήρα του. Ξέρει ποια κουμπιά θα πατήσει να τον καλμάρει, να τον τιμήσει, να τον παινέψει, να τον απογειώσει, να του δώσει χαρά, και ξέρει ποια είναι τα κουμπιά που ξεκινούν τον καυγά. Έλεγε ένα παιδί στο σχολείο: «Η δικιά μου η μάνα αυτά συνήθως πατάει, λέει, τα δεύτερα που είπες. Εκείνα τα κουμπιά ξέρει, του καυγά. Ξέρει τι θα του πει και να αρχίσει να γκρινιάζει, να τον πληγώσει, να τον προσβάλει». Τώρα που τα λέω νιώθω τέτοια μεγάλη μέσα μου ανακούφιση που δεν τα ζω αυτά τα θέματα και είμαι εκτός. Ωραία ζευγάρια. «Με κοίμισε, μου λέει, στην αγκαλιά της, εκεί στον καναπέ με έπιασε, λέει, και με κοίμισε στην αγκαλιά της και κοιμήθηκα έτσι, ήμουν χάλια». Με ξεκούρασε. Ήμουν ερείπιο και με ανέστησε. Ήμουν ταραγμένος και με γαλήνεψε και κοιμήθηκα. Αυτός ο άνθρωπος είναι να μην λέει ότι αξίζει που παντρεύτηκα; Και μάλιστα αυτή τη γυναίκα; Αυτός ο άνθρωπος είναι ποτέ δυνατό να πει «μετάνιωσα που παντρεύτηκα, μετάνιωσα που βρήκα αυτή την αγκαλιά που ξέρει να με ξεκουράζει, να με κοιμίζει, να με... σαν ένα παραμύθι και ένα νούρισμα, να είναι τα χεράκια της που με ξεκουράζουν και με γαληνεύουν»; Αυτό γιατί να μην το ζεις κι εσύ; Μπορείς, μπορείς. Αλλά ξέρεις τι παθαίνεις τώρα; Αυτό που παθαίνεις τώρα παθαίνεις. Δηλαδή τι; Παίρνεις αυτά που λέω και ετοιμάζεσαι να πας να ορμήξεις στον άλλον και να του πεις «έλα εδώ να δεις τι γίνεται. Ορίστε, δεν είσαι έτσι όπως λέει». Λέω, ο ένας τον άλλον, αντί να πει ο καθένας τον εαυτό του: «Δεν είμαι εγώ, δεν είμαι...» Εσύ δεν είσαι όπως πρέπει να είναι η ζωή σου, ο άνθρωπός σου, άσ' τον αυτόν, άσ' την αυτή. Κοίτα τον εαυτό σου. Είναι ο μόνος που σου ανήκει. Ο άλλος δεν σου ανήκει. Δεν σου ανήκει η γυναίκα σου για να την κάνεις εσύ ό,τι θέλεις και όπως θέλεις. Όσο καλό κι αν είναι αυτό που θέλεις να γίνει, δεν σου ανήκει να την κάνεις εσύ. Είναι δική της η ελευθερία, η απόφαση, η στιγμή και η προαίρεση αν θέλει να γίνει όπως πρέπει να γίνει. Δεν σου ανήκει ο άντρας σου για να τον κάνεις εσύ όπως θέλεις να τον κάνεις. Με ένα τέτοιο εγωιστικό ύφος δεν κάνεις κανέναν όπως θέλεις. Τον εαυτό σου να κάνεις, το δικό σου το χωράφι να καλλιεργήσεις, τη δική σου ψυχή να εξευγενίσεις, να εξημερώσεις, που είναι μερικές φορές σαν θηρίο της ζούγκλας η ψυχή σου, και μετά ο άλλος θα κάνει τις δικές του επιλογές. Κουράζω. Σε κουράζω, αλλά κι εσύ με κουράζεις, δεν σου κρύβω. Με κουράζεις, όχι ότι το κάνεις επίτηδες, αλλά αυτά που γράφεις με κουράζουν. Πονάω, πληγώνομαι και συμπάσχω. Πώς θα το πω; Άμα διαβάζεις κάθε εβδομάδα δεκάδες γράμματα και email και τηλέφωνα και μηνύματα με ανθρώπους που περνάνε αυτές τις ιστορίες, δεν χαίρεσαι κιόλας. Λυπείς και εγώ σε λυπώ και σαν τον Απόστολο Παύλο λέω κι εγώ, σε πολύ χαμηλότερη βέβαια κλίμακα, ότι «και ποιος είναι, λέει, ο ευφραίνων με ει μη ο λυπούμενος εξ εμού;» Ξέρεις τι χαρά μου δίνουν, λέει, αυτοί που λυπούνται εξαιτίας μου; Χαρά μου δίνεται αν στενοχωριέσαι τώρα που ακούς. Χαίρομαι αν λυπάσαι, γιατί αν λυπάσαι... Ευχαριστώ. Μετανιώνεις και θες να διορθώσεις κάτι. Σε πόνεσα, πέτυχα. Πέτυχα, αν σε πόνεσα. Αν δεν πονάς, αλλά ετοιμάζεσαι να πονέσεις άλλους. Και μερικές φορές και εμένα. Ήταν μια κυρία στην ομιλία που είχα πάει: «Δεν περίμενα ποτέ, λέτε, τέτοια πράγματα, να δώσετε τόσο δίκιο στον άντρα μου. Δεν το περίμενα, λέει, από εσάς». Λέω: «Κυρία μου, τι να κάνω; Να σας υποστηρίξω; Δεν έχω αντίρρηση να υποστηρίζω έτσι, αλλά ζητάτε να πω αλήθειες ή απλώς, επειδή με σέβεστε και με εκτιμάτε, να σας ανταποδώσω από φιλοφρόνηση το δίκιο που δεν έχετε; Θέλετε να είμαι αληθινός; Άλλωστε, λέω, δεν σας πρόσβαλα». Και να φανταστείς, δεν είχα μιλήσει για συγκεκριμένο άτομο. Στην ομιλία μου έλεγα γενικά και αόριστα. Αυτή όμως ό,τι άκουγε το μετέφερε στον εαυτό της και επειδή ταίριαζε: «Να, το λέει για μας, το λέει και δίνει τώρα δίκιο στον άντρα μου, λέει, άκου πράγματα. Καλά, λέει, επιτρέπεται;» Λόγια, αλλά στην ομιλία ήταν 600 άτομα. Εγώ σε εσάς λογοδοτώ; Ναι, αλλά σε εμάς ταιριάζει απόλυτα, σε πολλούς ταιριάζει. Απόλυτα. Αλλά υπάρχουν άλλες γυναίκες που έχουν πραγματικά την ειλικρίνεια και την καλή προαίρεση και λένε: «Έτσι είναι, μωρέ». Όπως έλεγε μια γυναίκα: «Έτσι είναι, για όλα εγώ φταίω κατά βάθος, λέει, αφού δεν είμαι... Εγώ δεν σκέφτομαι σωστά, δεν είμαι στα καλά μου, λέει, όταν με πιάνει αυτό το πράγμα και δεν ξέρω τι κάνω στο σπίτι και πώς μιλάω στα παιδιά μου και πώς... Εγώ, λέει, τα φταίω όλα και τα προσωπικά μου, λέει, που τα ξέρω πολύ καλά εγώ». Απλώς ποτέ δεν λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Άλλα λέμε, άλλα μας φταίνε. Σκέψου λίγο αυτό που λέω τώρα: άλλα λες, άλλα έχεις κι άλλα σου φταίνε. Κι άλλες ιστορίες κρύβονται κάτω από αυτά που λέμε. Υπάρχουν πολλά στρώματα. Τέλος πάντων, ο Θεός να μας φωτίζει όλους. Ο Θεός να σε φωτίζει. Εγώ τώρα πρέπει να κάνω πολλή ώρα προσευχή για αυτά που είπα. Να τα πάρεις μέσα σου, να βρεις τι γίνεται, να παλέψεις. Να σου δίνω το δίκιο που ζητάς, έτσι, όπου έχεις δίκιο δεν θα το αρνηθώ. Δεν νομίζω να είναι κανείς παράλογος. Όταν έχεις κάποιο δίκιο, το έχεις. Από εκεί και πέρα, ο Χριστός μας δεν ζήτησε το δίκιο του, ζήτησε να το χάσει το δίκιο του και λέει «έχω δίκιο, το ξέρω, δεν πρέπει να σταυρωθώ, δεν έχω κανένα άδικο εγώ. Εγώ τι φταίω; Εγώ έφταιξα κάτι;» Αλλά τι είπε; «Θυσιάζω το δίκιο μου. Δικαιώνω εσάς, σας συγχωρώ, σας αγαπώ, θυσιάζομαι, δίνομαι, προσφέρομαι, γίνομαι εγώ το θύμα για να σωθεί ο κόσμος, για να ζήσει ο κόσμος». Πέθανε η ζωή, αυτός που είναι η ζωή. Δέξου να το κάνεις κι εσύ αυτό και πάρε και το δίκιο σου, να χαίρεσαι. Άνθρωπος είσαι, κι εγώ το ζητώ το δίκιο μου. Αλλά από εκεί και πέρα κοιτάμε τι να κάνουμε από εδώ και πέρα μπροστά μας. Κι άλλα χρόνια να ζήσεις, ε! Λίγο σε ζόρισα σήμερα. Αν δεν έχεις κλείσει το ράδιο τώρα, μεγάλη επιτυχία. Για σένα, όχι για μένα. Για σένα που μπόρεσες και άντεξες. Εγώ μπορεί να το είχα κλείσει το ράδιο στη θέση σου, να έλεγα «δεν μπορώ να τα ακούω αυτά άλλο πια. Με πονάνε αρκετά και πολύ με ενοχλούν αυτά τα λόγια». Εσύ ακούς και ήδη λάβαμε πολλά μηνύματα ευχαριστίας και με προβληματισμούς και με ανθρώπους που συμφωνούν και επαυξάνουν και έτσι τα έχουν περάσει και αυτά τα πράγματα λένε κι αυτοί. Να είσαι ευλογημένος, να είσαι ευλογημένη. Θα κάνω πολλή προσευχή, όπως και όλοι οι άλλοι πατέρες κάνουν, που σας αγαπούν, ο πνευματικός σου, οι άνθρωποι κοντά σου, φίλοι σου και όσοι ακούν και είναι άνθρωποι της προσευχής, να προσευχόμαστε και να προσεύχονται κι αυτοί κυρίως για αυτές τις πονεμένες και μπερδεμένες οικογένειες που ταλαιπωρούνται. Και καλή συνέχεια στον αγώνα. Και όλα θα περάσουν, και όλα θα πάνε καλά. Θα τα ξαναπούμε. Όχι ίσως την άλλη φορά το ίδιο θέμα. Θα το πούμε και αυτό κάποια άλλη φορά. Η εκπομπή αναμεταδίδεται. Μπορείς μετά από λίγο καιρό να την ακούσεις και στο διαδίκτυο. Θα την ψάξεις στο τίτλο της εκπομπής, την αναζήτηση στο διαδίκτυο. Υπάρχουν όλες οι εκπομπές αποθηκευμένες. Ευχαριστώ πάρα πολύ για την αγάπη σου. Κάποιες από τις εκπομπές αυτές, ακόμα και για την οικογένεια, είναι γραμμένες μαζί με το CD στα δύο βιβλία που έχουμε βγάλει, από τα θέα τα περάσματα στο «Δυνάμωσε την ψυχή σου» και το «Αγάπη για πάντα», που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις του Σωματείου Παναγία Γάλαξα ή Θαλασσοκρατούσα. Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Ευχαριστώ για την παρέα που κάναμε. που κάναμε, να χαίρεσαι την οικογένειά σου. Σε ζηλεύω όταν είσαι σε μια όμορφη ατμόσφαιρα στο σπίτι και εύχομαι να κυλήσουν όμορφα και οι μέρες της εβδομάδας αυτής. Ο Θεός μαζί μας. Χαμογέλα, γεια χαρά. Εντάξει, όλα δικά μου κι όλα σ' άλλους τα χρωστώ και τα πληρώνω. μου κάθε μέρα, μεγαλώνω. Τα ίδια είχε πάθει κι ο μπαμπάς μου σ' άλλο χρόνο. Τα παιδιά με λένε κύριο Αλκίνο, με ένα χουλίμα τελευταίο στο καταπίνω. Θα έρθει σε λίγο η καρδιά και τα νεφτά για να μην πίνω. Θα λέω πως χάθηκαν όλα στο κάθε μέρα. Κανείς δεν ζει να τον θαυμάζω. Ξένος στον αδυσώπητο χαβά της ανθρωπότητας. Ο Χατζιδάκις μοιάζει στην προϊστορία. Κι αντικατάσταση δεν έγινε καμία. Χρόνια μετά τις κηδείες των παλιών, όταν δεν θα μπορώ να γράψω ούτε το όνομά μου, τα τραγουδάκια που άφησα για αργότερα θα με κοιτούν να φεύγω και θα γκρινιάζουν σαν γέροι που δεν έζησαν. Τότε θα ξέρω πως ήταν ανάγκη. Σε έναν τοίχο, χρόνος ο πανδαμάτωρ, και έκλαψε σαν παιδί και ήταν παιδί.