Προσευχή και πάλι προσευχή Ελληνική μεταγραφή Το κείμενο καλύπτει την ομιλία έως 51:11.66. Η δυσδιάκριτη παράθεση ευχής σημειώνεται μέσα σε αγκύλες. Το μουσικό κλείσιμο δεν μεταγράφεται· η πλήρης ελληνική ηχογράφηση διατηρείται. Φαντάσου, φαντάσου, αγαπητέ μου φίλε, μια μεγάλη δεξαμενή μπροστά στον Θεό. Μια δεξαμενή που γεμίζει από τα καθημερινά παράπονα των ανθρώπων. Πόσο μεγάλη θα είναι αυτή, ε, να είναι γεμάτη από πικρίες, από έτσι παράπονα, θλίψεις, γκρίνιες. Έχω κάτι να πω στον Θεό, έχω κάτι να ζητήσω, δεν είμαι ευχαριστημένος από κάτι. Μετά μια άλλη δεξαμενή γεμάτη από δάκρυα, δάκρυα από περιπέτειες και δοκιμασίες της ζωής. Έχει πολλές δυνατότητες τελικά ο άνθρωπος. Μπορεί να εκπέμψει πολλά πράγματα μέσα από την ψυχή του και να γεμίσει αυτή τη δεξαμενή που σου λέω. Δηλαδή μπορεί να βγάζεις πράγματα από μέσα σου και να τα εκπέμπεις. Στον Θεό, στον κόσμο, στην οικογένειά σου. Εεε... Θέλω να αρχίσουμε σήμερα κάπως έτσι την εκπομπή μας, «Τα αθέατα περάσματα». Εύχομαι να είσαι καλά, σε χαιρετώ. Χαιρετώ τον Βασίλη Χατζηνικολάου. Τον ευχαριστώ που και σήμερα είναι συντροφιά, παρέα και με βοηθάει πολύ με την όμορφη μουσική του και την ηχητική επεξεργασία της εκπομπής αυτής. Βασίλη, τι θα έκανα χωρίς εσένα; Σε ευχαριστώ πολύ. Το τηλέφωνο της εκπομπής αυτής είναι 4118602 και 4118640. Υπάρχει και ένα email, είναι το atheata.perasmata.gr. Η εκπομπή αυτή πότε μεταδίδεται, θα σας το πουν στον σταθμό. Και οι εκπομπές αυτές γενικά υπάρχουν και στο διαδίκτυο, το λέω επειδή κάποιοι ρωτούν πού μπορούν να τις βρουν, ζητούν. Λοιπόν, όσοι ξέρετε από αναζήτηση στο ίντερνετ, στο διαδίκτυο, μπορείτε να βρείτε αυτή την εκπομπή και όλες τις άλλες. Λέω, πολλές δυνατότητες, ο άνθρωπος μπορεί να κάνει πολλά πράγματα, μπορεί να βγάζει από μέσα του παράπονο, γκρίνια, θλίψη, χαρά. Μια φοβερή και καταπληκτική δυνατότητα που μπορεί να βγάζει η ψυχή του ανθρώπου είναι η προσευχή. Είναι τα λόγια της προσευχής, είναι η επαφή με τον δημιουργό του κόσμου, είναι η επαφή με την αγάπη του Θεού. Και φαντάσου, ας πούμε, να είσαι εσύ ένας άνθρωπος, γιατί να μην είσαι; Θα το ευχόμουν αυτό και να εύχεσαι και εσύ να είμαι κι εγώ έτσι, ένας τέτοιος άνθρωπος που δεν θα γεμίζω αυτή τη δεξαμενή των παραπόνων, της γκρίνιας, της αγανάκτησης, των δακρύων του πείσματος και του εγωισμού, αλλά θα γεμίζω τη δεξαμενή αυτής της... της ευγνωμοσύνης και της προσευχής, να βγαίνει δηλαδή από την ψυχή μου και να ανεβαίνει στον θρόνο του Θεού και να πηγαίνει και να τοποθετείται σε αυτή τη δεξαμενή της προσευχής και να γεμίζει αυτόν τον χώρο. Τι ωραίο είναι να ζεις στη ζωή σου και να περάσουν τα χρόνια και να σε θυμούνται όλοι ως έναν άνθρωπο, κι όσο ζεις αλλά και όταν φύγεις, αλλά κι όσο ζεις, να σε θυμούνται ότι αυτός ο άνθρωπος από μέσα του έβγαζε καλοσύνη, από μέσα του δεν έβγαζε παράπονα, δεν έβγαζε γκρίνιες, αλλά έβγαζε προσευχή. Δηλαδή έπιανε επαφή με την πηγή της δημιουργίας του και του κόσμου, με την πηγή της ύπαρξής του, με αυτόν που με έπλασε, με αυτόν που με έφτιαξε. Ε, ωραίο πράγμα αυτό να έχεις έχεις τέτοιες επιλογές, δηλαδή το στόμα σου ποτέ να μην έχει... Νευριάσει, γκρινιάξει. Φυσικά άνθρωπος είσαι, θα το κάνεις και αυτό κάποια στιγμή. Αλλά εν πάση περιπτώσει ο μέσος όρος της ζωής σου να μην είναι τα παράπονα, αλλά να είναι τέτοιου είδους κυματισμοί. Και είπα τη λέξη κυματισμοί διότι μια πέτρα, αν τη ρίξεις σε μια λίμνη, κάνει κύματα. Και αυτά τα κύματα δεν σταματούν ώσπου να φτάσουν στην παραλία, στην άκρη, στις όχθες. Εσύ την πετάς την πέτρα μια στιγμή και μετά κοιτάς αλλού, αλλά η λίμνη συνεχίζει και αναταράζεται. Και το κύμα φτάνει, φτάνει, φτάνει, φτάνει, και είναι κάτι που κάνεις και το εκπέμπεις. Και δεν είναι κάτι που το έκανες και πέρασε και τελειώσαμε και έσβησε σε ένα δευτερόλεπτο. Είναι κάτι που επηρεάζει όλη την επιφάνεια της λίμνης. Είναι κάτι που επηρεάζει τον κόσμο αυτό που κάνεις. Δηλαδή η αγιότητά σου, η καλοσύνη σου, η αγάπη σου, η ευαισθησία σου, το δάκρυ σου η ευχή που θα κάνεις από μέσα σου για τους άλλους δεν είναι κάτι που έσβησε και πετάχτηκε και χάθηκε. Είναι αυτή η πέτρα, είναι αυτό το χαλικάκι που πετάς μέσα στον κυματισμό του κόσμου, μέσα στη θάλασσα της ζωής. Και απλώνεται παντού και ενώ είσαι εσύ εδώ, αυτό το μήνυμα της αγάπης φτάνει σε όλο τον κόσμο, σε όλη τη γη. Δεν θα ήταν λοιπόν ωραίο να κάνεις καταθέσεις σε αυτή την τράπεζα; Όχι στην τράπεζα του παραπόνου και της αγανάκτησης και της γκρίνιας, αλλά στην τράπεζα αυτή της προσευχής. Και να πλουτίζει αυτή η τράπεζα και να μπορούν μετά όλοι οι φτωχοί του κόσμου να πηγαίνουν και να λένε: «Ξέρεις, θέλω λίγη χάρη, θέλω λίγη βοήθεια, θέλω λίγο έλεος». Και να βλέπει ο Θεός ότι, α, ναι, ναι, αυτή η τράπεζα είναι γεμάτη, δεν έχει χρεοκοπήσει. Έχουν προσευχηθεί πολλοί στον κόσμο για σένα, παιδί μου, έλα να πάρεις. Έχει για σένα αγάπη. Πάει ο Αφρικανός, ο πεινασμένος, ο φτωχός, ο βασανισμένος, και να δει ο Θεός ότι αυτή η τράπεζα της προσευχής έχει και το δικό σου όνομα και θα δει ότι εσύ, εσύ τώρα έτσι που με ακούς, έχεις προσευχηθεί για αυτούς τους ανθρώπους. Και φυσικά για την Αφρική που είπα τώρα και για τους πεινασμένους δεν αρκούν οι προσευχές και τα λόγια, χρειάζεται και να τους δώσουν να φάνε και να πιούνε, και καθαρό νερό και φαγητό. Αυτό, αλλά όταν είμαστε εδώ και δεν είμαστε εκεί κοντά τους και δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά πράγματα, ό,τι μπορούμε θα το κάνουμε, αλλά και αυτή η αγάπη που βγαίνει από την καρδιά σου δεν είναι μικρό πράγμα και ούτε πάει χαμένο. Σου είχα πει την άλλη φορά, αν θυμάσαι, και θέλω λίγο να το συνεχίσω σήμερα γιατί άφησα πολλά μηνύματα που μετά τα κοίταζα και ήταν πολύ όμορφα και λέω, γιατί να μην τα πω και αυτά, να ωφεληθούμε και να προβληματιστούμε και οι υπόλοιποι εγώ που τα ξαναθυμάμαι και εσύ που τα ακούς, γιατί μου είπες μετά ότι σου αρέσανε και πήρα δύναμη, λες, και παραδειγματίστηκα, ας πούμε, από τον αγώνα των αδερφών μου, των άλλων ανθρώπων, γιατί νόμιζα ότι είμαι μόνος στη ζωή. Δεν είσαι μόνος, είναι πολλοί που μαζί σου συντονίζονται στον ίδιο αγώνα και στην ίδια προσπάθεια. Θυμάσαι που σου είπα ότι γύριζα στο καράβι από το Άγιο Όρος και πήγαινα στο λιμάνι της Ουρανούπολης και στη διαδρομή έκανα λίγη προσευχή, μετά κουράστηκα και μετά έγραψα ένα μήνυμα, ερώτηση στο κινητό σε πολλούς γνωστούς και φίλους που εξομολογώ, νέους, μεγάλους, παππούδες, γιαγιάδες, κυρίους, κυρίες, παντρεμένους και ανύπαντρους, και τους ρώτησα: «Τι προσευχή κάνεις στη ζωή σου; Τι διαβάζεις; Τι λες; Δικά σου, εκκλησιαστικά λόγια, κομποσκοίνι, τι κάνεις; Πόση ώρα περίπου κάνεις προσευχή την ημέρα;» Και στο τέλος, για να μην τους αγχώσω, είπα ότι απλά ρωτάω έτσι ενημερωτικά, δεν σημαίνει τίποτα, μια ερώτηση κάνω. Είπα, παιδί μου, δεν νομίζω να παρεξηγήσεις που σε ρωτάω, απλά να μάθω, να ξέρω τι γίνεται. Και διάβασα πολλά μηνύματα, αν θυμάσαι την εκπομπή που κάναμε, και ξέχασα, δεν πρόλαβα μάλλον να πω τα υπόλοιπα. Κάποιος μου είχε γράψει τότε: «Κάποια φορά, λέει, μέσα στο αυτοκίνητο ψέλνω και τίποτα, αλλά αν με ακούσει, λέει, κανείς, κινδυνεύει να τρακάρει, τόσο ωραία είναι η φωνή μου». Του λέω, δεν πειράζει, δεν σε ακούνε άλλοι, οπότε ψάλλε όπως θέλεις. Και εγώ στο αυτοκίνητο όταν είμαι ψέλνω. Λέω λέω ό,τι θέλω, δεν με ακούει κανείς και πραγματικά σε ακούει ο Θεός, ο οποίος δεν έχει πρόβλημα, γιατί ο Θεός πιάνει τη μελωδία της καρδιάς. Αν το στόμα δεν μπορεί να είναι μελωδικό, γιατί άλλωστε δεν είσαι στη Θεία Λειτουργία που πρέπει να προσέχουμε την ψαλμωδία να είναι σωστή, οι ψάλτες. Στο αυτοκίνητο όμως και στο δωμάτιό σου και όταν είσαι μόνος σου μπορείς να πεις και τελείως φάλτσα να ψάλλεις και τελείως παράφωνος να είσαι. και να εκμεταλλεύεσαι αυτήν την ώρα να νιώθεις. Αλλά σου είπα, το βασικότερο είναι να πάρεις, ας πούμε, αυτήν την αίσθηση της ασφάλειας που δίνει ο Θεός, να νιώσεις, ας πούμε, την αποδοχή του Θεού, να νιώθεις ότι είσαι αγαπημένος άνθρωπος. Να σου πω ένα παράδειγμα: φαντάσου, ας πούμε, μια μάνα που πιάνει το παιδάκι της αγκαλιά και βάζει το κεφαλάκι του στο στήθος της, το κλείνει μέσα στα χέρια της, μέσα στην αγκαλιά της και το γεμίζει φιλιά. Όταν το παιδάκι, ας πούμε, μετά αυτό το αφήσει η μάνα του, έτσι, το το αφήσει και το δεις, θα πρέπει να περιμένεις το προσωπάκι του να είναι γεμάτο, ας πούμε, από ευτυχία. Δεν μπορεί το παιδάκι αυτό μετά να πει, ας πούμε, «νιώθω ότι είμαι μόνο, ότι δεν με αγαπάει κανείς, ότι δεν έχω αξία, ότι είμαι ασήμαντο, ότι είμαι ένα τίποτα, ότι είμαι ένα σκουπίδι». Δεν μπορεί να το πει αυτό, γιατί εφόσον η μητέρα του πριν λίγο το είχε γεμίσει φιλιά, το είχε γεμίσει με την αγκαλιά της, του είχε δώσει ασφάλεια, του είπε: «Παιδί μου, εγώ είμαι κοντά σου, θα σε βοηθήσω ό,τι θέλεις». Αυτό είναι που λείπει μερικές φορές από τη ζωή μας. Δεν λείπει καμιά φορά η τυπική προσευχή, λείπει όμως αυτή η ατμόσφαιρα της εμπιστοσύνης και της ασφάλειας, της ψυχικής δύναμης που έχει η προσευχή να σου προσφέρει και δεν το νιώθεις αυτό μερικές φορές. Δεν ηρεμείς ενώ προσεύχεσαι γιατί δεν έχεις καταλάβει, ας πούμε, ότι αγγίζεις τον Χριστό που είναι το Φως, που είναι η Ειρήνη, που είναι η Δύναμη, που είναι η Σοφία, που είναι η Αγάπη Απέραντη, που είναι Αυτός που δεν κρίνει κανέναν, που είναι το Παν, που είναι ο Δημιουργός σου, που είναι Αυτός που σε αποδέχεται, που ποτέ δεν θα σε προσβάλλει. Προσβάλλει, ποτέ δεν θα σε ειρωνευτεί, που μου πεις, ας πούμε, ότι περπατάς και άμα δεν έχεις ντυθεί ωραία ή δεν είσαι χτενισμένη ωραία ή δεν σε κοιτάνε στο γραφείο, νιώθεις μειονεξία και απογοήτευση και πληγώνεσαι και πικραίνεσαι. Με αυτό το βλέμμα ποτέ δεν θα το δεις στα μάτια του Χριστού, ποτέ. Γιατί πάντα ο Χριστός σου δίνει απέραντη αποδοχή. Ένα ναι βγαίνει συνέχεια από τα χείλη του Χριστού. «Ναι, παιδί μου, ναι, μην φοβάσαι, εγώ σε αγαπάω». «Εγώ είμαι αμαρτωλός, είμαι αμαρτωλή, έχω κάνει...» «Ναι, αλλά εγώ σε αγαπάω παρ' όλα αυτά». Αυτό είναι το ζητούμενο της προσευχής. Εγώ έτσι αυτό το πράγμα έχω καταλάβει. Αλλιώς μπορεί να κάθεσαι και να κάνεις ώρες και να λες ωραία πράγματα Δεν έχει αλλάξει ούτε ο σφυγμός σου, ούτε η πίεσή σου έχει πέσει, ούτε το ζάχαρό σου έχει ηρεμήσει, ούτε ο ύπνος έχει έρθει, ούτε η ανασφάλεια έχει φύγει, ούτε τα νεύρα έχουν καλμάρει. Ίδιος είσαι, άρα δεν ένιωσες κάτι πολύ δυνατό που έχει να σου δώσει η προσευχή. Άλλο παιδί μου έγραψε στο μήνυμα ως απάντηση: «Κάθε μέρα, λέει, δεν κάνω προσευχή, κάνω όποτε το θυμάμαι και τότε αυτοσχέδια. Δεν κάνω κάθε μέρα προσευχή, λέει, κάνω όταν το θυμάμαι». Πολύ τίμιο μήνυμα, πολύ τίμια απάντηση και ειλικρινής. Θα μου πει κανείς: «Και τώρα εντάξει, θα αρχίσεις να δέχεσαι να κάνει ο άλλος όποτε το θυμάται;» Εντάξει, εγώ εύχομαι να το θυμάται πιο συχνά. Και αυτό λέω, να λες στον Θεό να στο θυμίζει. Όταν το θυμάσαι, να λες: «Κύριέ μου, τώρα θα κάνω λίγη προσευχή, αλλά σε παρακαλώ, επειδή εγώ ξεχνώ, θύμιζέ μου το εσύ». Τι άλλο μπορώ να του πω; Ναι, να κάνεις πιο συχνά. Εννοείται, να κάνουμε πιο συχνά. Αλλά θα θυμάσαι και από τα άλλα που έχουμε πει ότι δεν είναι η λέξη «πρέπει» εδώ πέρα και «καθήκον» και «υποχρέωση» και «οφείλεις», γιατί αυτό είναι με το ζόρι. Μετά είναι σε κάτι έργα που δείχνει η η μάνα θέλει να παντρέψει τον γιο της με κάποια από αυτές που θέλει να τη δει και η μάνα λέει ότι όχι, πρέπει να την πάρει αυτή. Με το ζόρι παντρειά. Ε, το ίδιο είναι εδώ πέρα, γιατί και την ώρα πάει η ψυχή να ζήσει αυτό το «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται», αν δεν νιώθει ότι είναι ο Νυμφίος, άμα δεν έχει έρθει η ώρα να γλυκαθεί η ψυχή, δεν γίνεται με το ζόρι. Φυσικά, η όρεξη τρώγοντας έρχεται, ε, ναι, αυτό θα πω, δεν το αρνούμαι, ξεκίνα, λέει, και κάτι, να γλυκαθεί η ψυχή σου και θα έρθουν και πιο πολλά. Και είναι και μικρός μας αυτός που το λέει, τώρα είναι μικρό παιδί. Τα μικρά παιδιά δεν μπορούν να κάνουν και πάρα πολύ την προσευχή του μεγάλου, γιατί η προσευχή έρχεται μέσα στα βάσανα, τα πολλά, εκεί είναι η ώρα της καλής προσευχής. Όταν έρθουν τα δάκρυα, ο πόνος, οι αναστεναγμοί, οι αποτυχίες, οι καημοί, οι αγωνίες, τα ξενύχτια από το παιδί που λείπει, από τον άλλον που αρρώστησε, από τον άντρα που παραστράτησε, από τη γυναίκα που έμπλεξε, όλα αυτά, αρχίζουν οι προσευχές. Μετά αρχίζουν οι προσευχές εύκολα. Τότε το θυμάσαι. Ένα παιδί δεν μπορεί να ζητάς. Ό,τι μπορεί, ό,τι μπορεί, ας γλυκαθεί. Άλλωστε και εσύ που κάνεις πιο πολλή προσευχή, η προσευχή ποτέ δεν είναι, ας πούμε, όπως πρέπει να είναι, γιατί πάντα έχουμε περιθώριο για κάτι καλύτερο όλοι μας. Και εσύ που μου είπες ότι κάνεις πρωί, μεσημέρι, βράδυ, θέλω να σε ρωτήσω: και το ενδιάμεσο; Είναι κάτι φάρμακα που λέει κάθε 8 ώρες και ρωτάει κανείς: «Και τις ενδιάμεσες 7 ώρες και 50 τόσα λεπτά τι κάνεις;» Καθησύχασες εσύ, «εγώ κάνω τρεις φορές τη μέρα, είμαι εντάξει». Ναι, αλλά αδιαλείπτως προσεύχεσαι, δηλαδή νιώθεις συνέχεια την παρουσία του Θεού, χωρίς λόγια. Χρειάζεται να λες λόγια; Δηλαδή όταν περπατάς με έναν που αγαπάς, όταν έχεις μια ωραία φιλία. Θυμάμαι πολλές φορές γυρίζω από ταξίδια με ανθρώπους που είμαστε παρέα και σε κάποια διαδρομή, ας πούμε δύο ώρες, μπορεί να μην έχουμε πει ούτε μια λέξη. Στην κυριολεξία ούτε μια λέξη. Αλλά την ώρα αυτή που δεν έχουμε πει ούτε μια λέξη δεν νιώθουμε ότι είμαστε ξένοι δεμένοι, αγαπημένοι, νιώθουμε οικειότητα, νιώθουμε αγάπη, νιώθουμε ζεστασιά, νιώθουμε ότι μιλάμε ενώ σιωπούμε. Και μπορεί και το αντίθετο, μπορεί να μιλάς πολύ και να μην επικοινωνείς, να λες, να λες, να λες και η καρδιά σου να έχει μείνει αδιάβροχη, τίποτα. Είναι πολλά τα πράγματα, δεν είναι έτσι οπωσδήποτε απόλυτα μονοκόμματα, καλουπωμένα. Είναι ρευστή η κατάσταση και μέσα στη ρευστότητά της υπάρχει ένα άλλο είδος σταθερότητας θεϊκής τάξης, ας πούμε. Λοιπόν, άλλος μου λέει: «Αυτοσχέδια, πάτερ, ό,τι μπορώ και όσο μπορώ». Με θαυμαστικό, «ό,τι μπορώ και όσο μπορώ». Εντάξει, σε μαλώσαμε, ό,τι μπορείς και όσο μπορείς. Αλλά να ξέρεις ότι μπορείς κι άλλο. Και μπορείς και πιο πολλά. Να λες και πιο πολλή ώρα να κάνεις, μπορείς! Μπορείς. Καμιά φορά και η γνωριμία βοηθιέται από τον χρόνο. Λέει: «Να, είδα μια κοπέλα και δεν μου άρεσε, την είδα δύο λεπτά και έφυγα με το που την είδα». Ναι, ρε παιδί μου, αλλά αν της μίλαγες πιο πολύ και αν κάνατε πιο πολλή παρέα, θα έβλεπες και άλλα χαρακτηριστικά, που δεν γνωρίζεσαι και εσύ ένα λεπτό με έναν άνθρωπο. Το λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης ότι η ποσότητα φέρνει και την ποιότητα της σχέσης με τον Θεό, στην προσευχή το λέει αυτό, λόγος περί προσευχής. Δηλαδή λένε μερικοί: «Δεν έχει σημασία ο χρόνος, το θέμα είναι τι προσευχή κάνεις, μπορεί να κάνεις πολλές ώρες και να είναι εντάξει», αλλά άλλο να πεις δύο λεπτά μια προσευχή και άλλο να κάτσεις, ας πούμε, δέκα λεπτά, είκοσι λεπτά, μισή ώρα. Αρχίζει η ψυχή και νιώθει κάτι περισσότερο και φρενάρεις λίγο το μυαλό από σκέψεις, από μέριμνες, από σκοτούρες. Καλά, αν πας να κάνεις προσευχή, θα δεις πόσο δύσκολο είναι φυσικά να βάλεις το μυαλό να σταματήσει, να μην σκέφτεται πάρα πολλά. Βοΐζει το μυαλό μας, όλο βοΐζει, όλο βοΐζει, όλο βοΐζει. Δεν ξέρω, ο δικός μου υπολογιστής, ο δικός μου όταν είναι αναμμένος έχει ένα βουητό, το οποίο δεν είναι με φασαρία, ας πούμε, να ξεσηκωθεί όλο το σπίτι, αλλά όταν το κλείνεις, τελείως μετά το κλείνεις, τότε νιώθεις τη διαφορά. Είναι σαν κάτι καλοριφέρ στην πολυκατοικία που βοΐζουν και επειδή είναι συνέχεια δεν το καταλαβαίνεις. Αλλά αν σταματήσουν μετά, λες: «Κοίτα βρε παιδί μου ησυχία, τώρα ησυχάσαμε, τώρα έγινε ησυχία». Έτσι είναι και το μυαλό. Το θέμα είναι να ησυχάσει το μυαλό σου, να ηρεμήσει, να νιώσεις ότι ο Θεός δεν είχε ανάγκη οπωσδήποτε τα λόγια σου, αλλά τη στάση της καρδιάς σου και την προσφορά, έτσι να του προσφερθείς, να του αφεθείς. Εμείς μεταξύ μας οι άνθρωποι έχουμε αμηχανία όταν δεν μιλάμε, θέλουμε κάτι να λέμε, αλλά για τον Θεό οι πιο ωραίες προσευχές είναι αυτές οι σιωπηλές, που είναι κυρίως το βλέμμα, είναι η διάθεση της καρδιάς, είναι το άγγιγμα της ψυχής, έτσι μια ρωγμή μέσα σου, ένα δάκρυ. Αυτό το πράγμα είναι προσευχή, μεγάλη υπόθεση. Άλλος μου απαντάει, τα λέω γρήγορα γιατί πάλι δεν θα προλάβω να διαβάσω τα μηνύματα περί προσευχής που μου απάντησαν πολλοί. «Δέκα λεπτά, μου λέει, χαιρετισμούς, ψαλτήρι και λίγο την ευχή παρακαλώντας για κάποια ονόματα». Λέει ονόματα. Όταν λες όνομα κάποιου, με αυτό θυμάσαι έναν ζωντανό, έναν συγγενή σου που έφυγε, τον σκέφτεσαι μέσα στην αγάπη του Χριστού, αυτό που λέει η Γερόντισσα Γαβριηλία, τον βάζεις μέσα στα πόδια του Χριστού, τον αφήνεις και νιώθεις, ας πούμε, τον Κύριο να τον αναλαμβάνει. Λένε, αυτά τώρα τα φανταζόμαστε ή δεν τα φανταζόμαστε; Η προσευχή προσπαθούμε να είναι χωρίς φαντασία, αλλά υπάρχει και μια φαντασία εισαγωγική η οποία δεν είναι εγκληματική ούτε δαιμονική ούτε παράνομη, τέλος πάντων δεν απαγορεύεται παντελώς σε κάποια εισαγωγικά στάδια. Δεν μιλάμε για τη στιγμή που το μυαλό του ανθρώπου θα φύγει από τη γη αυτή και θα μεταφερθεί στον Θεό. Τότε δεν φαντάζεσαι τίποτα, ζεις το άπειρο, ζεις τον Θεό, ζεις το αιώνιο παρόν του Θεού, είναι άλλα πράγματα αυτά. Αλλά για κάποια αρχικά στάδια νιώθεις ότι παίρνεις τον συγγενή σου, το παιδί σου και τον βάζεις νοερά μπροστά στον Χριστό. Και τον αφήνεις και ο Χριστός τον αναλαμβάνει. Και τι είναι ο Χριστός; Είναι η απόλυτη ασφάλειά σου, η απόλυτη βεβαιότητα, ο απόλυτος γιατρός των ψυχών και των σωμάτων. Οπότε λέω: «Το παιδί μου, το πήρα τώρα, το έβαλα στον Χριστό, ο οποίος εκπέμπει φως, άρα το παιδί μου τώρα δέχεται φως από τον Χριστό αφού εγώ προσεύχομαι και το εμπιστεύομαι στον Χριστό». Ο Χριστός είναι ο γιατρός, άρα αυτή την ώρα που εγώ προσεύχομαι από τον Χριστό βγαίνουν οι ιαματικές δυνάμεις, η ίαση. Διήλθεν, λέει, ευεργετών και ιώμενος τους πάντας ο Κύριος. Δηλαδή και την ώρα που προσεύχεσαι για κάποιον, ο Κύριος, σκέφτεσαι νοερά ότι τον γεμίζει από τη δική του θεραπευτική χάρη, από την υγεία, από τη βοήθεια που του δίνει, από την προστασία της προσευχής. Και μετά μέσα σου ηρεμείς και λες, κάτσε τώρα που τον άφησα τον συγγενή μου μπροστά στον Χριστό, που είναι φως, που είναι ειρήνη, που είναι προστασία. Άρα το παιδί μας μένει στην καφετέρια, ξενυχτάει, λείπει, οδηγάει, δεν προσέχει τη μηχανή του, είναι ναρκωμανής, είναι στις φυλακές, είναι εδώ, οτιδήποτε. Στέλνω την ώρα εκείνη τον Χριστό που είναι όλα αυτά. Αυτά αν τα σκεφτείς, δεν είναι αμαρτία να σκεφτείς ότι ο Κύριος, η ασφάλειά μου, η εμπιστοσύνη μου, η αγάπη μου, το παν, είναι τώρα κοντά στο παιδί μου. Αυτές οι σκέψεις μετά για τους συγγενείς σου, ζωντανούς και κεκοιμημένους. Τους κεκοιμημένους νιώθουμε ότι ο Κύριος τους αναλαμβάνει. Και αν λες, εγώ αγαπάω ας πούμε δέκα φορές και εκατό φορές τον συγγενή μου που έφυγε από τον κόσμο αυτό και πέθανε, τώρα τον εμπιστεύομαι στον Δημιουργό που τον αγαπάει άπειρες φορές, και νιώθεις, προσπαθείς να νιώσεις αυτή την αγάπη του Χριστού. Ο Χριστός αυτόν τον συγγενή μου, τον άνθρωπό μου, τώρα τον αγαπάει πάρα πολύ και τον πλημμυρίζει με την αγάπη του. Και ηρεμείς. Γιατί μπορεί να δεις και το φαινόμενο να πάει όλος σε ένα μνημόσυνο και να φύγει πάλι με καταπικραμένη την καρδιά, απελπισμένος, αυτό που λέει «ως οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα». Δηλαδή ενώ έκανες προσευχή, δεν έχεις ελπίδα. Ε, τότε τι έκανες; Τι έλεγες του Χριστού; Λες «Μετά των πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων, την ψυχήν του δούλου σου, Σώτερ, ανάπαυσον». Ανάπαυσον. Το πιστεύεις ότι τον αναπαύει ο Χριστός, ότι είναι η ανάπαυση; Ε, αυτά σκέψου τα. Αυτό εννοώ όταν λέω φαντάσου. Δηλαδή σκέψου τα νοερά όλα αυτά. Ότι ο Κύριος είναι η ανάπαυση. Κοντά Του τα προβατάκια όλα, όλες οι ψυχές, τα παίρνει στην αγκαλιά Του. Εγώ είμαι ο Ποιμήν ο Καλός. Γνωρίζω τα πρόβατά μου με το όνομά τους. Τα φροντίζω, τα αναλαμβάνω, και όσο ζουν και όταν φύγουν. Και έτσι ηρεμείς και μετά σηκώνεσαι από την προσευχή και έχεις το πρόσωπό σου γαλήνιο και λες, χόρτασα, ωραία, ηρέμησα, γαλήνεψα. Η ζωή η ίδια είναι η ζωή, εσύ όμως τη βλέπεις αλλιώς. Κίνηση έξω, εσύ δεν έχεις ταραχή. Πολέμους ακούς, σεισμοί γίνονται, καταστροφές ακούς, κρύο, ζέστη, όλες οι εποχές, όλες οι καιρικές συνθήκες, όλα τα γεγονότα. Εσύ λες όμως, τώρα εγώ πριν λίγο ήρθα σε επαφή με τον δημιουργό του κόσμου που ξέρει τι κάνει. Και στάθηκα, τι θα πει ότι είναι πανσόφος; Ή ξέρει ή δεν ξέρει ο Θεός. Αν ξέρει, τότε εσύ γιατί διαμαρτύρεσαι για ό,τι κάνει; Κατάλαβες τι εννοώ; Δεν είναι τυπικό γεγονός η προσευχή. Έχει μεγάλη φιλοσοφία όλη αυτή η υπόθεση. Να την καταλάβεις καλά για να δρέψεις τους καρπούς, που είναι η ειρήνη, η ανάπαυση, η ασφάλειά σου, η ηρεμία σου. Λοιπόν, άλλος μου λέει, διάβαζα ψαλτήρια από πέρσι τη Σαρακοστή που είχα αρχίσει ένα κάθισμα, λέει, τη μέρα. Σταμάτησα όμως πριν δυο μήνες αυτό και κάποιες μέρες κάνω και εσπερινό τ' απόγευμα. Εντάξει, το ψαλτήρι του Δαβίδ είναι πάρα πολύ ωραίο. Το έχουμε πει, να διαβάζουμε τους ψαλμούς. Έχουν πολύ ωραία νοήματα, πολύ ωραία μηνύματα και κυρίως αυτά τα μηνύματα τα υπαρξιακά, τα πνευματικά, τα προσωπικού χαρακτήρα. Ας πούμε λέει, Κύριε, γίνε βράχος μου, το καταφύγιό μου, το στήριγμά μου. Εσύ που μπορείς να κάνεις, λέει, τη θάλασσα στεριά. Δηλαδή μια τρικυμιώδη ιστορία της ζωής, μια περιπέτεια που είναι σαν θάλασσα, σαν κινούμενη άμμος, μπορείς να την κάνεις βράχο, να με κάνεις να σταθώ εκεί πέρα. Και μπορείς να κάνεις και τον βράχο θάλασσα, δηλαδή όλα αλλάζουν μαζί σου αν θέλεις. Οπότε αυτό σου δίνει ελπίδα, αλλάζει η διάθεσή σου, η ψυχολογία σου. Ωραίο δεν είναι; Άλλος μου λέει, κάνω τους χαιρετισμούς, αυτοσχέδια με το παιδάκι μου, το μωρό μου πριν κοιμηθεί, αφιερώνω λέει γύρω στα 20 λεπτά. Ξέρω, λέει, ότι δεν είναι αρκετό. Κομποσκοίνι δεν έχω κάνει, λέει, ποτέ. Δεν έχει κάνει ποτέ κομποσκοίνι. Εντάξει, είδες τι σου έλεγα; Μπορεί να εξομολογούνται πολλοί σε έναν πνευματικό, αλλά ο καθένας έχει την πορεία του, τις επιλογές του, τον χαρακτήρα του, τα γούστα του. Αλλά δεν μου αρέσει εμένα, δεν με εκφράζει αυτό, δεν με αγγίζει αυτό το είδος η προσευχή. Ο άλλος ενθουσιάζεται από αυτό. Δεν υπάρχει απόλυτο στην αγάπη, δεν υπάρχει απόλυτος δρόμος και απόλυτος τρόπος να πεις ότι κάντε όλοι αυτό. Όπως νιώθετε, όπως θέλεις. Άλλος μου λέει, στη διαδρομή του λεωφορείου προσπαθώ να λέω την ευχή, αλλά χάνομαι συχνά, χάνομαι συχνά, και το βράδυ μισούς χαιρετισμούς και κοιμισμένα. Και τελειώνει, ότι η αποκάλυψη της αλήθειας σε απογοητεύει. Όχι, η αποκάλυψη της αλήθειας εμένα με... με γοητεύει μέσα στην απογοήτευσή της, γιατί... Δεν είναι λίγα αυτά τα πράγματα, να αξιοποιείς τα λεωφορεία, την κίνηση, να λες κάτι μισοκοιμισμένα αλλά φιλότιμα και να λες, Χριστέ μου, αυτή την ώρα που πάω να κοιμηθώ, εσένα όμως σκέφτομαι και ας νυστάζω. Θα μου πεις άλλα πράγματα πώς θα προλαβαίνει, άλλα πώς θα κάνει, και εγώ θα σου πω, γιατί να κρίνω εγώ τι κάνει ο ένας και ο άλλος; Εσύ προσεύχεσαι; Τώρα προσεύχεσαι; Τώρα νιώθεις τον Χριστό και την παρουσία Του και την αίσθησή Του δίπλα σου; Νιώθεις ότι κινείσαι μέσα στην πνοή του Θεού; Νιώθεις ότι έχεις κάτι κοινό με τον Θεό, ότι μας ενώνουν κάποια πράγματα με τον Θεό; Νιώθεις μια ομοιότητα με τον Θεό; Έπλασε με κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν. Υπάρχει μια ομοιότητα, όχι ομοουσιότητα, αλλά ομοιότητα. Έχουμε οικειότητα με τον Θεό. Νιώθεις οικείος του Θεού, ότι δεν είσαι ένας ξένος Του. Νιώθεις έναν σύνδεσμο, ενότητα, νιώθεις την ενότητα με τον Θεό, ότι κάτι σε ενώνει μαζί Του, ότι υπάρχει μια συγγένεια. Μεγάλα πράγματα αυτά για την αίσθηση της προσευχής, δηλαδή ο άνθρωπος εκτινάσσεται, ας πούμε, ο νους του, η καρδιά του, η ψυχή του σε ύψη μεγάλα διά της προσευχής. Και ο ίδιος αυτός ο άνθρωπος μετά θα φάει και θα πιει και θα έχει τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τις σχέσεις του, τα ψώνια του, τα ρούχα του, τα αυτοκίνητά του, όλα. Ναι, είναι όλα ενωμένα. Μα όλα έχουν σχέση με αυτή την υπόθεση. Και το λάθος είναι ότι το κομματιάσαμε και κάναμε τον Θεό ένα κομμάτι της ζωής μας, ενώ είναι το όλον ο Θεός, δηλαδή είναι μέσα σε όλα αυτά. Δεν είναι εκτός. Δηλαδή μ' αρέσει πάρα πολύ αυτό που λέει ο πατήρ Αλέξανδρος Σμέμαν στο ημερολόγιό του, ότι νιώθω πάρα πολύ ωραία, λέει ο ιερέας, τρώω ένα σάντουιτς με τη γυναίκα μου και πίνουμε έναν καφέ και κοιτάμε το ηλιοβασίλεμα και νιώθουμε πάρα πολύ αγαπημένοι και πολύ ζεστή ατμόσφαιρα. Απ' το να λέω λόγια που δεν νιώθω και να κάνω τυπικές συμπεριφορές και να κάνω τον πνευματικό και τον άγιο και να θεωρώ ότι η αγιότητα είναι κάτι άλλο και ότι το να φάω το σάντουιτς και να πιω έναν καφέ είναι το... Πω πω, τι είναι αυτά τα κοσμικά και τα... Άντε, θα το κάνουμε και αυτό αναγκαστικά, αφού πρέπει να γίνει. Όχι, δεν νομίζω. Όταν ο ίδιος ο Κύριος, εν ώρα φαγητού, εν ώρα δείπνου, μας είπε «λάβετε φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου, πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το αίμα μου». Τι ώρα ήταν αυτή; Ώρα φαγητού. Ώρα φαγητού που ήταν μπροστά τους πιάτα, θα λέγαμε πιρούνια, μαχαίρια, κουτάλια, να ακούς θορύβους, ποτήρια, ό,τι είχαν και την εποχή, και μια τέτοια πολύ πεζή, θα λέγαμε, και καθημερινή στιγμή ο Κύριος δεν τη διέκρινε να πει ιερό, μη ιερό, καλό, κακό. Δηλαδή, τη σχέση της αγάπης μαζί του, το κρασί που γίνεται αίμα του, σε μια τέτοια στιγμή. Αυτό να κάνεις κι εσύ. Προσευχή μέσα σε όλα. Προσευχή ό,τι και να κάνεις. Ναι, δεν είναι αμαρτία. Ό,τι και να κάνεις. Όπου και να είσαι. Και όσο πιο αμαρτωλό θεωρείς αυτό που κάνεις και το θεωρείς ότι δεν ταιριάζει με την προσευχή, τόσο πιο ωραία είναι εκείνη τη στιγμή να νιώθεις το Θεό παρόντα. Ότι είναι παρόν. Ότι είναι ευλογών, είναι ο ευλογών, ευλογεί την αγάπη σου, τα έργα σου, το φαγητό σου, τα ψώνια σου, τον ύπνο σου, το πλύσιμό σου, ό,τι κάνεις σε αυτόν τον κόσμο. Δεν υπάρχει κάτι που δεν κολλάει ο Θεός με αυτό που έτσι. Διαβάζω, λέει, και λίγο τον 22ο ψαλμό, αυτό που λέει «Κύριος ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει», ε, για να παρηγοριέται και να παίρνει δύναμη. Ωραίος ψαλμός, 22ος. «Κύριος ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει. Εις τόπον χλόης εκεί με κατεσκήνωσε, επί ύδατος αναπαύσεως εξέθρεψέ με. Την ψυχήν μου επέστρεψε, οδήγησέ με επί τρίβους δικαιοσύνης.» «Εάν γαρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ μετ' εμού ει.» Λοιπόν, πώς η προσευχή μπορεί να σε αναστήσει, αλλάζει όλη η διάθεσή σου, αλλάζει το μυαλό σου. Και ξέρεις κάτι; Αν αλλάξεις το μυαλό σου, θα δεις αλλιώς τα πράγματα, που τελικά τα πράγματα δεν θα αλλάξουν, τα μάτια μας θα αλλάξουν. Τα πράγματα δεν αλλάζουν, αλλάζει το βλέμμα σου. Αλλάζουν τα γυαλιά που φοράς και βλέπεις τα πράγματα. Αν βάλεις ας πούμε τα γυαλιά της κατάθλιψης, της μελαγχολίας, της απογοήτευσης, ό,τι και να γίνει το βλέπεις μελαγχολικό. Βρέχει, λες, βρέχει. Έχει ήλιο, πω πω τι φως είναι αυτό, ποιος το αντέχει; Δηλαδή έχεις τα γυαλιά της γκρίνιας, ας πούμε. Η προσευχή σού φοράει τα μάτια του Χριστού. Σε βάζει να βλέπεις τον κόσμο όπως έβλεπε ο Χριστός τα πράγματα. Βλέπετε, έβλεπε ας πούμε τα πουλάκια ο Χριστός και φιλοσοφούσε για την εμπιστοσύνη στον Θεό και την πρόνοια του Θεού. Κατάλαβες; Έβλεπε τον ορμητικό χείμαρρο και έλεγε ας πούμε ότι αν πιστεύεις θα είσαι σαν τον βράχο και σαν το σπίτι που χτίστηκε στον βράχο και δεν γκρεμίζεται από τον χείμαρρο. Δηλαδή τι έβλεπε... Ανέβαινε από αυτό που έβλεπε και το έκανε αφορμή και ευκαιρία να πλησιάσει τον Θεό και να φιλοσοφήσει και να μας δώσει το νόημα, την αληθινή φιλοσοφία που λέει ο Άγιος Χρυσόστομος, ότι αυτή είναι η αληθινή φιλοσοφία. Να βλέπεις τη ζωή έτσι όπως την έβλεπε ο Χριστός. Αυτό κάνει η προσευχή. Ένας άλλος μου λέει, λέω τους χαιρετισμούς και κάτι μικρές προσευχές από ένα βιβλιαράκι που έχουμε παλιά και κάνω και τρία μικρά κομποσκοίνια, τα τριάρια δηλαδή, λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησέ με». Και τελειώνει και λέει, λέω και κάτι δικά μου. Ωραία, είναι πολύ ωραία αυτά τα δικά σου. Δεν ξέρω τι λες, αλλά νομίζω ο Χριστός είναι... Έχω την αίσθηση ότι ο Χριστός περιμένει να τελειώσουμε τις προσευχές που λέμε και να του μιλήσουμε και τα δικά μας του αρέσουν πάρα πολύ. Σαν αυτό που έρχεται κάποιος να χαιρετήσει και αρχίζει τις τυπικότητες και λέει, χαίρετε, τι κάνετε, πώς είστε, εσείς, η οικογένεια, καλά; Είναι τα τυπικά που λέμε, έτσι δεν είναι; Αυτά τα τυπικά, οι καθώς πρέπει τρόποι, που δεν απαγορεύονται ούτε καταργούνται, μια χαρά είναι, χρειάζονται, ωραία είναι. Αλλά μετά, όταν κοιτάς τον άλλον στα μάτια και του λες, πω πω, είμαι πολύ λυπημένος σήμερα, ή πω πω, σήμερα είμαι πολύ ευτυχισμένος, μόλις γνώρισα μια κοπέλα και θα παντρευτούμε, μόλις μου είπε ότι με θέλει και προχωράμε πολύ καλά. Αυτό είναι το δικό σου. Αυτή είναι η προσωπική σχέση στην προσευχή. Να ανοίξεις την καρδιά σου και να βγάλεις τον εαυτό σου. Αυτό που έλεγε κάποιος, Χριστέ μου, σ' αγαπώ πολύ αλλά βαριέμαι τώρα, νυστάζω αλλά σ' αγαπάω και θέλω να σου μιλήσω αλλά δεν μπορώ. Αυτό είναι, αυτή είναι η προσευχή η αυτοσχέδια, αλλά νομίζω είναι πολύ αγαπητά αυτά τα λόγια στον Χριστό. Τα αυθόρμητα, τα καρδιακά, τα προσωπικά. δική σου την καρδιά. Γιατί εδώ που τα λέμε ο προφήτης Δαβίδ και ο κάθε προφήτης, Δαβίδ και Άγιος, την ώρα που έγραφε τους ψαλμούς αυτοσχέδια προσευχή έκανε κι αυτός. Γιατί έκανε ας πούμε; Δηλαδή όλη η Παλαιά Διαθήκη θα έπρεπε τότε να έχει μόνο μια προσευχή του τάδε ας πούμε προφήτη; Γιατί γράψαν κι άλλοι άλλα και δεν επαναλάμβαναν μόνο τους παλιούς; Γιατί η ζωή συνεχίζεται και ο καθένας έχει την προσωπική του ιστορία και την προσωπική του σχέση με τον Θεό. Δεν μπορώ να επαναλαμβάνω μόνο τη ζωή των άλλων, ακόμα κι αν αυτοί οι άλλοι είναι Άγιοι. Δεν θα τους επαναλάβω τυπικά. Θα κάνω κι εγώ τη δική μου σχέση με τον Θεό. Θα στηριχτώ στο πνεύμα τους, στο κλίμα τους, θα πάρω από αυτούς. Αλλά θα σου πει ο Θεός, ναι βρε παιδί μου, ο Δαβίδ έτσι είπε τότε, πες μου κι εσύ κάτι δικό σου. Εσύ τι θα μου πεις; Εσύ; «Εσείς τι λέτε για μένα;» είπε ο Χριστός. «Υμείς δε τίνα με λέγετε είναι;» Τι λέτε για μένα; Οι άλλοι λένε διάφορα για μένα, έχουν μια άποψη για μένα. Εσείς μιλήστε μου κι εσείς. Το θέλει αυτό, νομίζω, ο Χριστός. Μου λέει, ωραία αυτό, λέω συνέχεια την ευχή. Κάνω τους χαιρετισμούς τουλάχιστον μια φορά τη μέρα. Λέω μια μικρή προσευχή όταν ξυπνάω, πριν κοιμηθώ, πριν φάω, πριν ξεκινήσω και τη δουλειά. Και τις τελευταίες μέρες λέω και κανένα δυο φορές τον 22ο ψαλμό, αυτόν το «Κύριος ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει». Καμιά φορά λέω και τίποτα από το μυαλό μου. Σπάνια. Δεν μπορώ να υπολογίσω λοιπόν πόση ώρα. Και τελειώνει, πραγματική προσευχή όμως δεν έχω καταφέρει ακόμα. Ε, ε βέβαια, όταν κανείς καταλάβει την ομορφιά της προσευχής δεν νιώθει ότι την έχει πετύχει, γιατί νιώθει ας πούμε ότι είναι τόσο το μεγαλείο της που πάντα υπάρχει ένα περιθώριο για το καλύτερο. Αλλά όταν το πεις αυτό, τότε έχεις αρχίσει να κάνεις καλή προσευχή. Όταν καταλάβεις ότι δεν κάνεις καλή προσευχή σημαίνει ότι άρχισες και κάνεις κάτι καλό και γνήσιο. Άλλωστε τι θα πει καλό και τι θα πει κακό; Ξέρω κι εγώ. Ποιος ξέρει, μήπως αυτά που εμείς θεωρούμε ότι κάνουμε κακές προσευχές ο Θεός τις παίρνει και πολύ καλές, και αυτές που νομίζουμε ότι είναι πολύ καλές, όπως νόμιζαν ας πούμε οι Φαρισαίοι, τις πάρει ο Χριστός ότι δεν είναι και πολύ καλές, γιατί έχουν μέσα πολλή αυτοδικαίωση, αυτοπεποίθηση, φαρισαϊσμό, σιγουριά, σκληροκαρδία στους άλλους. Ας πούμε άμα κάνεις προσευχή και καλή, μετά άμα δεις τον αδερφό σου πρέπει να νιώθεις ενότητα μαζί του, ότι δεν σε χωρίζει τίποτα από αυτόν, ότι πριν λίγο μίλαγα στον κοινό μας πατέρα και τώρα εσύ που σε βλέπω εδώ είσαι αδερφός μου, και πριν λίγο αισθάνθηκα ότι μπροστά στον Θεό όλοι είμαστε με κοινά προβλήματα, κοινές αγωνίες και σε αγαπάω, δεν μπορώ να σε βλέπω σαν εχθρό μου. Αν λοιπόν μετά την προσευχή βλέπεις τον αδερφό σου σαν εχθρό σου και σαν αντίζηλο και αντίπαλο και εχθρικό και απειλή για τη ζωή σου, δεν κατάλαβες ότι είσαι με τον κοινό πατέρα που αγκαλιάζει και τους δυο σας, από τον οποίο προέρχεστε και οι δύο και στον οποίο θα καταλήξετε και οι δύο, και ότι τελικά συμπορεύεστε να πλησιάσετε τον Θεό. Δεν έχετε να χωρίσετε τίποτα. Απ' τον άνθρωπο που τώρα δεν αγαπάς δεν έχεις τίποτα να χωρίσεις, αν το καλώς σκεφτείς. Γιατί και οι δύο, αν δείτε στη ζωή σας, είστε δύο γραμμές που πηγαίνετε προς τον Θεό. Διά του θανάτου θα περάσουμε στην αίσθηση της παρουσίας του Θεού, στην αιώνια ζωή, και μικροπροβλήματα περνάμε στη ζωή αυτή, εσύ αυτά, ο άλλος τα άλλα. Αυτά όλα η προσευχή σε βοηθάει να τα νιώσεις. Άλλος μου λέει, με την τεμπελιά που έχω το πιο συνηθισμένο είναι να πω δυο λόγια δικά μου, και αυτό όχι πάντα και όχι πάνω από ένα πεντάλεπτο. Εεε... Αμελώ και δεν κάνω αυτά που μπορώ. Άλλος μου λέει, τα βράδια για μία με μιάμιση ώρα μέχρι να κουραστώ κάνω κομποσκοίνι. Ακούω ψαλμούς. Κατά τη διάρκεια της μέρας λέω «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησέ με», όταν το μυαλό μου δεν είναι απασχολημένο με κάτι άλλο. Ωραία. Άλλος μου λέει, κάνω τους χαιρετισμούς και μετά αυτοσχέδια, 15-20 λεπτά σύνολο αυτά, και λέω και την ευχή. Τα λέω λίγο γρήγορα να προλάβω πάλι και μετά θα σας πω κανένα σχόλιο αν θέλετε, αλλά να προλάβω τα μηνύματα. Συνήθως, άλλος μου είπε, κάνω τους χαιρετισμούς και λίγο κομποσκοίνι. Όταν είμαι πολύ κουρασμένη κάνω απλώς λίγο κομποσκοίνι και λέω αυτοσχέδια πράγματα μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Άλλος μου λέει, προσεύχομαι κάθε μέρα, συνήθως αυτοσχέδια, και πίνω κάθε πρωί αγιασμό. Κάνει και προσευχή, η ψυχή του ας πούμε νιώθει τον Θεό και το σώμα του νιώθει αυτή την αίσθηση του αγιασμένου νερού που κατεβαίνει μέσα στο κορμί σου και ικανοποιεί και τη σωματική σου ανάγκη να νιώσεις ας πούμε κάτι υλικό. Δεν είναι κακό, πολλοί το συνηθίζουν να πίνουν αγιασμό, τρώνε λίγο αντίδωρο πρωί που είναι ευλογημένο από την προσευχή που κάναμε στην εκκλησία. Καλά είναι. Δεν είναι αναγκαίο και υποχρεωτικό για όλους, έτσι; Μην αρχίσεις τώρα και αγχώνεσαι, και πού θα βρω αγιασμό, και τρέχετε και ζητάτε αντίδωρα. Ο καθένας έχει την πορεία του, εντάξει; Θα κάνεις αυτό ή άλλοι κάνουν για ένα διάστημα της ζωής τους κάποια πράγματα, μετά αλλάζουν, αλλάζουν κάτι άλλο. Ποικιλία. Μου λέει: το πρωί κάνω την προσευχή την πρωινή. Μετά στον δρόμο κάνω τους χαιρετισμούς. Το απόγευμα κάνω 100 κόμπους στο κομποσκοίνι. Κάνω, λέει, 20 εδαφιαίες μετάνοιες και λέω πολλά τροπάρια των Αγίων. Μ' αρέσουν, λέει, του Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκη, του Αγίου Νεκταρίου, Εφραίμ, Νικολάου Πλανά, Μαρίνας, Λουκά του Ιατρού. Όλοι αυτοί οι Άγιοι, έτσι εννοείται, Αγίου Ραφαήλ, Νικολάου, Ειρήνης, Σάββα του Νέου, Αγίας Ματρώνης Ρωσίδος, Ιωάννου του Ρώσου. Βράδυ, λέει, κάνω το απόδειπνο και μετά προσευχή δικιά μου στον Κύριο, στην Παναγία, στον Άγιο Γεράσιμο, στην Αγία Αναστασία τη Φαρμακολύτρια. Θεονά, Νικόλαο, Παρασκευή, Κυριακή, Σπυρίδωνα, Όσιο Δαβίδ. Ουχ, έχει εδώ πέρα ένα σωρό Αγίους που επικαλείται. Μπράβο. Κακό δεν είναι να πιάνεις επαφή με πολλούς Αγίους, να έχεις πολλούς προσευχητές να προσεύχονται για σένα. Ένας μου λέει: σε τακτική βάση προσπαθώ να κάνω τους χαιρετισμούς και ένα μέρος από το απόδειπνο και δικά μου. Λέω και τον ψαλμό το «Κύριος ποιμαίνει με». Δηλαδή όλα αυτά, λέει, γύρω στο μισάωρο νομίζω. Αλλά υπάρχουν και μέρες που την αμελώ την προσευχή γιατί πέφτω αργά, και κάποιες μέρες όταν είμαι στον δρόμο κάνω και λίγο κομποσκοίνι. Αυτά τα ολίγα. Καλά είναι και τα ολίγα, αρκετά για να ζήσεις και να σωθείς. Άλλος μου λέει: κάνω μια μισή περίπου ώρα. Επίσης, όση ώρα κάνω να επιστρέψω στο σπίτι λέω την ευχή, περίπου μια ώρα είναι αυτό. Και επίσης λέω κάποια απολυτίκια που ξέρω απ' έξω. Είναι αυτό, να αρχίσεις τα απολυτίκιά σου να λες. Περνάει ωραία η ώρα γιατί επικαλείσαι τον κάθε Άγιο εκεί πέρα και λες διάφορα λογάκια. Άλλος λέει: κάθε πρωί τρεις φορές το Πάτερ ημών. Μετά λέει πάλι άλλος: Εις το όνομα του Πατρός, Βασιλεύ Ουράνιε, Παναγία Τριάς, Πάτερ ημών. Λοιπόν, τρεις φορές το απολυτίκιο του Αγίου Φανουρίου, γιατί ξέρω γιατί το λέει αυτό: γιατί θέλει να βρει θέση στο αυτοκίνητο, που μένει σε περιοχή που δεν έχει θέση πάρκινγκ. Μαρτύριο να βρεις θέση. Κάνε προσευχή, παρακαλάς τον Θεό που είναι ο προνοητής της ζωής σου και ζητάς μια βοήθεια. Ναι, με πήρε τηλέφωνο μια κυρία μια φορά επειδή το είχα πει και εντυπωσιάστηκε που το έλεγε. Και την ώρα που το έλεγε σε μια πολύ δύσκολη περιοχή στην Αθήνα, σε μια εφορία πήγαινε. Οδό Μεσογείων. Την ώρα που το έλεγε τρίτη φορά, λέει, βγήκε από το πουθενά ένα αυτοκίνητο που είχε παρκάρει, φεύγει και της αδειάζει ακριβώς μπροστά της μια θέση. Εντάξει, θα μου πεις εσύ, είναι σύμπτωση. Πάντως ήταν η τρίτη φορά που είχε πει το απολυτίκιο του Αγίου Φανουρίου και βρήκε θέση. Το χάρηκε και χάρηκα κι εγώ. Λοιπόν, το «Θεοτόκε Παρθένε», λέει, 15 λεπτά λέει την ευχή πηγαίνοντας στη δουλειά μέσα από το κράνος. Πάει με μηχανάκι και μέσα από το κράνος λέει την ευχή. Αλλά αυτό βοηθάει το μυαλό να βγει έξω από το κράνος και να φτάσει στον Θεό, ε! Φοράς το κράνος, αλλά το μυαλό μπαίνει μέσα στο κρανίο σου, δηλαδή δεν γυρίζει εκεί, αλλά μετά εκτοξεύεται και πλησιάζει τον Θεό. Και την καρδιά παρασύρει και πάει στον Θεό. Και 15 λεπτά, λέει, όταν επιστρέφω το βράδυ για διάφορα άτομα, ζωντανούς και πεθαμένους, μου λέει. Και για μένα. Μου λέει: και κάνω και πολλές αμαρτίες. Δηλαδή, μου λέει, κάνω προσευχή, κάνω και αμαρτίες. Ε, αυτός είναι ο ορισμός του ανθρώπου. Είναι το ον, το πλάσμα που προσεύχεται και αμαρτάνει. Αυτά τα δύο κάνουμε και ελπίζουμε στην αγάπη του Θεού. Κάποιος άλλος μου λέει: κάνω χαιρετισμούς, το απόδειπνο, ένα απόστολο από την Καινή Διαθήκη, το ψαλτήρι. Μου αρέσουν διάφοροι ψαλμοί, 22, 6, 118. Αυτά, αλλά δεν ξέρω πόση ώρα μου παίρνουν. Εντάξει, δεν πειράζει. Άλλος: τελειώνω χαιρετισμούς, κάθε μέρα αυτοσχέδια. Κάνω κομποσκοίνι όποτε μου έρθει, λέει, στη μέρα. Δεν έχω πρόγραμμα. Ευχή και νοερά. Οποτεδήποτε κι αν ξυπνήσω αργά το βράδυ, κάνω και το μεσονυκτικό. Ωραίο και αυτό. Όταν ξυπνάς το βράδυ, πες δύο λόγια: Θεέ μου, Χριστέ μου, Ιησού μου, σε ευχαριστώ. Υπάρχω και κοιμάμαι, σε ευχαριστώ που με αγαπάς, σε ευχαριστώ που θα ξανακοιμηθώ. Καλή νύχτα. Δεν σου είπα να πεις κανένα... να γράψεις έκθεση. Άλλος μου λέει: κάνω τους χαιρετισμούς, διαβάζω Αγία Γραφή, κάποιο χριστιανικό βιβλίο, κάνω κομποσκοίνι, απόδειπνο, αυτοσχέδια λόγια. Παλιότερα έκανα παράκληση και τώρα, μου λέει, και αμαρτίες κι αυτός. Σύνολο, λέει, μπορεί και τέσσερις ώρες. Δεν είναι ούτε νεωκόρος ούτε γιος ιερέα ή κόρη ιερέα, τέλος πάντων, ούτε καν ιερέας. Ένας άνθρωπος που δουλεύει σε μια δημόσια υπηρεσία και σε ένα γραφείο είναι και μπορεί και προσεύχεται για τέσσερις ώρες τη μέρα. Όχι συνεχόμενες, τα μαζεύουμε έτσι. Ο Μου πες να τους λέει πόσες θερμίδες πήρες σήμερα και λες, ας πούμε, πήρα 1700 θερμίδες, ενώ κάθισες και τις έφαγες με τη μία, το πρωινό, το μεσημεριανό, αλλά οι θερμίδες μπήκαν όλες μέσα. Καλό είναι αυτό; Ένας μου λέει: «Κάνω απόδειπνο 3-4 φορές τη βδομάδα». Όχι κάθε μέρα, αλλά κάνει 3-4 φορές. Μερικοί δεν κάνουν καθόλου επειδή δεν μπορούν να κάνουν πολύ. Όχι, μην κάνεις πολύ, αλλά μην τα αφήνεις κιόλας επειδή δεν μπορείς πολύ. «Αφού», λέει, «δεν μπορώ κάθε μέρα να κάνω το απόδειπνο, δεν το κάνω ποτέ». Όχι, παιδάκι μου, κάν' το μια φορά τη βδομάδα. Το θεωρείς λίγο; Κάν' το δύο. Θες να κάνεις και λίγο ακόμα; Δεν θέλεις; Μην κάνεις. Όσο μπορείς, όσο αντέχεις, αν θες να αγωνιστείς πιο πολύ. Αλλά όχι να προσεύχεσαι και μετά να κλωτσάς μέσα σου και να λες «δεν θέλω, με το ζόρι». Δεν θέλει καταπίεση. Το τόνιζε πολύ αυτό και ο πατήρ Πορφύριος. Δεν θέλει ο Θεός αγγαρεία. Άλλος μου λέει: «Κάνω αυτοσχέδια κυρίως». Και αυτό έχει καθημερινά. Τίποτα από όλα τα άλλα, με δικά του λόγια. Μάλιστα. Άλλος μου λέει: «Αυτοσχέδια, λίγο το βράδυ, ούτε πέντε λεπτά, κι αν». Εντάξει, αγαπητέ μου, εσύ θες λίγο πιο πολύ να πάρεις μπρος, γιατί... Αυτά, τελείωσαν τα μηνύματα. Ήταν και άλλα που ήρθαν, δεν μπορούσα να τα διαβάσω κιόλας. Ήρθαν και διάφορα άλλα email που μου λέγανε για αυτό το θέμα. Εντάξει, κάνουμε ό,τι μπορούμε. Όλα αυτά γιατί τα είπαμε τώρα; Να παρηγορηθούμε, να δούμε ότι δεν είμαστε μόνοι, να δεις ότι αυτή την ουράνια τράπεζα της προσευχής, στην οποία όλοι καταθέτουν κάτι, υπάρχει υλικό και για σένα. Μπορεί να πάρεις και από τις καταθέσεις των άλλων να σου δώσει ο Θεός. Έχουν προσευχηθεί πολύ και για σένα και για μένα και για τον κόσμο τον υπόλοιπο. Άρα μπορούμε να ελπίζουμε ότι ο κόσμος μας πάει καλά. Δεν το λέω έτσι μίζερα και συμβιβαστικά και έτσι, δεν το λέω πολύ πολύ ενθουσιασμένα. Δεν ξέρω το συμπέρασμα και το αποτέλεσμα της πορείας του καθενός, αλλά δεν μπορώ να απογοητευτώ. Γιατί όταν εγώ έστειλα αυτό το ερώτημα στους γνωστούς και φίλους μου, μου Βασίλη Χατζηνικολάου, που και σήμερα σε ευχαριστώ που παρακολουθείς και βοηθάς με τη μουσική σου αλλά και με την προσευχή σου, επηρεασμένος κι εσύ από το όλο κλίμα, σε ευχαριστώ. Όταν έστειλα λοιπόν αυτό το μήνυμα, ερώτηση σε φίλους και γνωστούς και πνευματικά παιδιά βασικά, ρωτώντας τους πόση ώρα κάνεις προσευχή και τι λες περίπου στην προσευχή σου, απλώς για να ξέρω και όχι για να βάλω σε καλούπι τίποτα, έτσι, ούτε για σχολαστικισμό, έτσι, να τα δω σχολαστικά τι και πώς, τίποτα, δεν κρίνω, απλώς σας ρωτάω. Δεν περίμενα, σου λέω αλήθεια, ότι δεν περίμενα άνθρωποι που δουλεύουν σε διάφορες καθημερινές εργασίες, που έχουν μέριμνες, κόπο, παιδιά, τρεχάματα, δεν μπορώ να σου πω τώρα λεπτομέρειες γιατί θα φωτογραφίζω τα πρόσωπα, ότι κάνουν τόση πολλή προσευχή. Πίστεψέ με, ούτε εγώ πολλές φορές κάνω προσευχή που θα περίμενε κανείς επειδή είναι κάποιος ιερέας ότι θα κάνει πιο πολύ από όλους. Στο λέω, όχι με καύχηση, αλλά στο λέω τουλάχιστον ειλικρινά, ότι με δυνάμωσες με αυτά που μου είπες. Με έκανες να θαυμάσω, να ζηλέψω, να χαρώ για την επιτυχία σου, να νιώσω παρηγοριά, διότι λόγω της ενότητας που έχουμε μεταξύ μας, επειδή είμαστε όλοι αδέρφια, η δική σου προσευχή θα βοηθήσει τη δική μου φτωχή ψυχή και θα με βοηθήσεις και εμένα να ανέβω και θα με κρατήσεις και εσύ στα δικά σου φτερά να μ' ανεβάζεις και εμένα κοντά στον Θεό. Και λέω, δόξα τω Θεώ, υπάρχουν άνθρωποι που εκπέμπουν κύματα αγάπης, κύματα συμπαράστασης, που υψώνουν ένα τείχος ασφάλειας. Αυτό που λέει «[παράθεση ευχής για την προστασία από τους αγγέλους· η ακριβής διατύπωση είναι δυσδιάκριτη]». Αυτό κάνουν μερικοί άνθρωποι, γίνονται σαν άγγελοι που γίνονται ένα τείχος, προστατεύουν, παρηγορούν τον πονεμένο κόσμο με την αγάπη τους, με τα δάκρυά τους που ταξιδεύουν και βρίσκουν τον κάθε πονεμένο. Ωραίο πράγμα αυτό. Λοιπόν, πώς ξεκινήσαμε; Τέλος η γκρίνια, τέλος τα παράπονα, τέλος οι καταθέσεις σε αυτή την τράπεζα της αγανάκτησης, της βαρυγκόμιας κλπ., και θα επενδύουμε στην προσευχή. Η ενέργεια της ψυχής μας, η δύναμη της ψυχής μας να γίνεται προσευχή, να μη γίνεται νευρικότητα, θυμός κλπ. Γιατί όλα τα άλλα χάνονται. Όλα τα άλλα γίνονται εις βάρος μας, μας καταστρέφουν. Ενώ η προσευχή ωφελεί πάρα πολύ και εμένα και σένα και τους υπόλοιπους. Βοήθα με την προσευχή σου το παιδί σου, τους δικούς σου, τη γυναίκα σου, τον άντρα σου, τους ζωντανούς και αυτούς που έφυγαν. Είναι πολύ ωραίο. Και για να δεις ότι δεν είμαι θεωρητικός, σου διάβασα τι μου είπαν άνθρωποι πρακτικά από ένα κινητό, από μηνύματα που τώρα τα έσβησα, γιατί είχε γεμίσει το κινητό με αυτές τις απαντήσεις. Αλλά δεν τα έσβησε ο Θεός, γιατί αυτοί προσεύχονται. Και γράφονται όλα αυτά τα λόγια, όλη αυτή η αναστεναγμή του πόνου, της θλίψης, αλλά και της αγάπης και του έρωτα και της ευγνωμοσύνης και της δοξολογίας. Όλα γράφονται. Καλή συνέχεια, καλή δύναμη. Σκούπισε τα δάκρυα της καρδιάς σου αν πονάς και κάνε τα δάκρυά σου προσευχή, και όλα καλά θα πάνε. Είμαι σίγουρος, μου το είπε ο Θεός στην προσευχή. Κι εσύ, και θα σου το πει. Άντε, θα τα πούμε, καλή δύναμη. Γεια.