Η κατάκριση και η πονεμένη μας καρδιά Ελληνική μεταγραφή Το ελληνικό κείμενο καλύπτει μόνο την κύρια ομιλία έως 49:49.20. Η συνέχεια με ερωτήσεις, συζήτηση και κλείσιμο έως 1:18:57.91 παραμένει στην ελληνική ηχογράφηση, αλλά δεν περιλαμβάνεται στη μεταγραφή, επειδή δεν υπάρχει αξιόπιστο κείμενο των ερωτήσεων και ορισμένων απαντήσεων. Ο πατήρ Ανδρέας είναι γνωστός ήδη σε εμάς και, χωρίς να μακρηγορώ, ήθελα μόνο να τον ευχαριστήσω θερμά. Διότι... Διότι δείχνει με την παρουσία του εδώ και με την εισήγηση την οποία θα ακούσουμε τη συμπαράστασή του στην προσπάθειά μας και στο έργο μας. Ευχόμαστε ο Κύριος να τον ενδυναμώνει, να τον φωτίζει και να τον στηρίζει στο δικό του ποιμαντικό έργο, το οποίο είναι και αυτό, όπως και το δικό μας και όλα τα έργα τα ποιμαντικά της Εκκλησίας μας, μια πτυχή μέσα στο γενικότερο ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας για τη σωτηρία των ανθρώπων. Όπως θα είδατε και στο πρόγραμμα και θα ακούσατε και στο ραδιοφωνικό σταθμό, το θέμα του είναι η κατάκριση και η ταραγμένη μας καρδιά. Πολύ βασικό θέμα, το οποίο αγγίζει, νομίζω, εμάς τους χριστιανούς που είμαστε μέσα στην Εκκλησία περισσότερο, και νομίζω ότι θα είναι πολύ οικοδομητικό για όλους μας. Ήθελα με την ευκαιρία να σας πω ότι οι εκπομπές πλέον στο ραδιοφωνικό σταθμό της Εκκλησίας έχουν επανέλθει και οι τρεις και είναι σε άλλες ώρες. Το σεμινάριο τούτο μεταδίδεται κάθε Σάββατο 3 με 4 το απόγευμα. Άρα οι ομιλίες τις οποίες ακούμε εδώ θα τις ακούμε και εκείνη την ώρα ή όσοι δεν μπορούν να έρθουν θα τις ακούνε από εκεί. Οι άλλες δύο εκπομπές, δηλαδή η εκπομπή «Εκκλησία, Αιρέσεις και Παραθρησκεία», είναι κάθε Δευτέρα στις 3.30 με 4, και η άλλη εκπομπή που κάνω εγώ, «Ορθόδοξη Μαρτυρία και Ζωή», είναι στις 5.30 κάθε Τρίτη. Επίσης, είναι και η εκπομπή του πατρός Δανιήλ, του Γούβαλη, την Την Παρασκευή, νομίζω 8 η ώρα πως είναι εκείνη. Το έχουμε γράψει στο διάλογο, πάντως, και θα το διαβάσετε. Δεν θυμάμαι την ώρα ακριβώς. Πάτερ Ανδρέα, σας ευχαριστούμε και παρακαλούμε να λάβετε τον λόγο. Καλημέρα σας. Σήμερα νιώθω μια χαρά μέσα μου, αλλά και μια λύπη μέσα στη χαρά. Η χαρά είναι ότι λένε οι Άγιοι της Εκκλησίας μας: όταν μιλάς, λέει, για ένα θέμα, αυτό το θέμα να μην το λες αν και εσύ πρώτος δεν το ζεις. Να μην λες πράγματα που δεν βιώνεις, να μην κάνεις το δάσκαλο για πράγματα που και εσύ δεν έχεις εξασκηθεί, δεν έχεις ιδέα. Το θέμα, δηλαδή, της κατακρίσεως, δυστυχώς, και εμένα με αγγίζει και εμένα με καίει. Και στη ζωή μου και εγώ δυστυχώς έχω κατακρίνει και ακόμα πολλές φορές υποκύπτω και υποχωρώ. Αυτή είναι η χαρά μου, δηλαδή σήμερα θα σας πω και κάτι που το ζω. Θα σας πω για πράγματα που δεν έχω ζήσει, αλλά και λίγο μένω και λέω: θέλω την ανάγκη να το ήξερα για να το πω; Ας μην το ήξερα κι ας μην το έλεγα, ας έλειπε το πάθος από τη ζωή μου κι ας έλεγα ένα άλλο θέμα πιο πνευματικό, θετικό πλέον και όχι αρνητικό όπως είναι αυτό. Ευχαριστώ. Έχω καταλάβει τον τελευταίο καιρό ότι όποιο θέμα και αν θέλει κανείς να κάνει στη ζωή του και ό,τι και να θέλει να μιλήσει, θα βοηθήσει πολύ να ανατρέξει στις πρώτες μέρες του παραδείσου, τότε που ξεκίνησε η ζωή του ανθρώπινου γένους κοντά στο Θεό. Εκεί ξεκίνησαν όλα τα καλά στη ζωή μας και όλα τα άσχημα από εκεί μπήκαν μέσα. Δηλαδή θέλει κανείς να μιλήσει για τη νηστεία, θα πάει στον παράδεισο. Η πρώτη εντολή ήταν η εντολή του Θεού για τη νηστεία, να μην φάτε έναν καρπό. Θέλει να μιλήσει κανείς για την οικογένεια, θα ανατρέξει στον Παράδεισο. Πώς ήταν ο Αδάμ και η Εύα, πώς ζούσαν. Θέλει να μιλήσει κανείς για την προσευχή, πάλι στον Παράδεισο θα ανατρέξει. Και για την κατάκριση, πάλι από εκεί θα αντλήσουμε τις πρώτες πληροφορίες. Εκεί μπήκε μέσα αυτό το δηλητήριο στην ανθρώπινη ψυχή, στην ανθρώπινη ζωή, και δηλητηρίασε τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, με τον εαυτό του, με τον άνθρωπό του, με τον κόσμο ολόκληρο. Ο πρώτος όμως που κατέκρινε στον κόσμο δεν είναι ο άνθρωπος, αλλά ήταν ο διάβολος. Αυτός ήταν ο πρώτος που κατέκρινε. Ποιον κατέκρινε; Τον ίδιο τον Θεό. Όταν πήγε ο διάβολος στους πρωτοπλάστους και τους είπε, είπε στην Εύα: «Τι σας είπε, λέει, ο Θεός; Να μην φάτε από τους καρπούς του παραδείσου;» Και είπε η Εύα: «Όχι, δεν μας είπε αυτό. Μας είπε από όλα να αγγίζουμε ό,τι θέλουμε να φάμε, μόνο έναν καρπό να μην πλησιάσουμε». Εκείνη τη στιγμή ο διάβολος κατέκρινε τον Θεό για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπινου γένους και είπε ότι ο Θεός ξέρει γιατί το είπε αυτό, διότι δεν ήθελε να τον φτάσετε, δεν ήθελε να δοξαστείτε, ήθελε να κρατήσει την κατάσταση και ατόθωρα μακριά του, και γι’ αυτό το έγραμμα. Μπήκε λοιπόν η κατάκριση στη ζωή των ανθρώπων. Ο εγωισμός, όλα τα πάθη που ακολούθησαν, η ψυχή του ανθρώπου αμαυρώθηκε και από τότε ο άνθρωπος, αντί να στρέφει την προσοχή του στον εαυτό του, στην ψυχή του μέσα, να δει πώς θα πάει αυτός με το Θεό, έχει τη συνήθεια να ασχολείται με τη ζωή των άλλων. Να κοιτάει εξωτερικά, να κρίνει, να σχολιάζει, να περιεργάζεται, να ασχολείται με το τι κάνει ο ένας και τι κάνει ο άλλος, πώς ζει ο ένας, πώς φέρεται, πώς μιλάει, πώς ντύνεται, πώς κάθεται, τα πάντα. Κάθε πάθος στην αρχή του και στη βάση του κρύβει μια θετική ανάγκη του ανθρώπου, η οποία όμως παίρνει μια λανθασμένη κατεύθυνση. Τι σημαίνει αυτό που λέω; Το ότι κατακρίνουμε, στη βάση κρύβει μια διάθεση του ανθρώπου να υπερασπίσει το δίκιο. Κατακρίνω αυτόν γιατί δεν μου αρέσει αυτό που κάνει, γιατί θέλω να υπερασπίσω την αλήθεια. Πρέπει να πω το σωστό, γι' αυτό κατακρίνω. Δηλαδή αν φτάσουμε στο βάθος κάθε πάθος και στο ξεκίνημά του, δίνει μια αγαθή διάθεση του ανθρώπου, η οποία όμως παίρνει μια λάθος κατεύθυνση. Δεν λύνεται έτσι το πρόβλημα. Αν δεν σου αρέσει κάτι, η θεραπεία δεν είναι η κατάκριση, αλλά να προσέξεις να θεραπεύσεις το κακό στη βάση του και όχι στην εξωτερική του παρουσίαση και εμφάνιση. Κάποτε είπαν στον Άγιο Αντώνιο να πάει να πάρει θέση σε ένα μοναστήρι για έναν μοναχό, ο οποίος είχε φύγει από το μοναστήρι, είχε πάει στην πόλη και εκεί παρασύρθηκε και έπεσε σε μια μεγάλη αμαρτία και Γύρισε πίσω μετανοημένος, αλλά οι πατέρες, λέει, στο μοναστήρι ήταν πολύ σκληροί απέναντί του και του είπανε: «Δεν μπορούμε να σε δεχτούμε και σε καταδικάζουμε για αυτό που έχεις κάνει και πρέπει να φύγεις από κοντά μας. Και για να σε πείσουμε, λέει, θα φέρουμε και τον Άγιο Αντώνιο, τον καθηγητή της Ερήμου, γιατί αν το πει αυτός...» Σίγουρα έτσι θα είναι τα πράγματα. Ο Άγιος Αντώνιος δεν ήθελε να πάει. Τον πίεζαν και πήγε. Και τους είπε: «Πριν σας πω τη θέση μου για τον αδελφό που θέλετε να σχολιάσω και να καταδικάσω, θα σας πω κάτι, μια μικρή παραβολή. Ένα καραβάκι, λέει, ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι στο πέλαγος, πιάσανε τα κύματα και οι φουρτούνες, κινδύνευε να βουλιάξει, παραλίγο να βουλιάξει, έπαθε μερικές ζημιές, αλλά τελικά τα κατάφερε και γύρισε στο λιμάνι. Και εκεί βρέθηκαν, λέει, κάποιοι που βαλθήκαν να το βουλιάξουν το καράβι αυτό μέσα στο λιμάνι. Αυτό, λέει, κάνετε τώρα εσείς. Αυτός ο αδελφός έκανε ό,τι έκανε. Παρασύρθηκε. Άνθρωπος ήταν, αδυναμίες είχε. Μετανόησε και γύρισε. Εσείς τώρα αντί να τον διορθώσετε και να τον δεχτείτε στο λιμάνι που ήρθε, βαλθήκατε να τον αποδοκιμάσετε, να τον προσβάλλετε και να τον απογοητεύσετε. Με αποτέλεσμα το κακό να μην θεραπεύεται. Ή, τους λέει, μοιάζετε με κάποιον που βλέπει τον αδελφό του μέσα στη λάσπη να βουλιάζει και του λέει: κάτσε να έρθω να σε βοηθήσω». Να τον βοηθήσει με τις κινήσεις που κάνει τις άτσαλες και απρόσεκτες, τον βυθίζει πιο βαθιά και του κάνει τη ζωή δυσκολότερη. Έτσι πολλές φορές και εμείς λέμε «σχολιάζω τον άλλον για να βοηθήσω την κατάσταση δήθεν», αλλά στην πραγματικότητα κρύβεται μια εμπάθεια μέσα μας και μια διάθεση κατακρίσεως που δημιουργεί μεγαλύτερα προβλήματα και πιο τεταμένη ατμόσφαιρα στις σχέσεις μας με τους αδελφούς μας. Ο διάβολος το ξέρει αυτό. Χρησιμοποιεί φυσικές δυνάμεις του ανθρώπου και αγαθές διαθέσεις, τις οποίες τις διαστρεβλώνει για να τις κατευθύνει εκεί που αυτός θέλει. Έτσι έκανε και στον ίδιο τον Κύριο. Όταν ο Κύριος στο Σαραντάριο όρος για 40 μέρες νήστεψε, ο διάβολος εκμεταλλεύτηκε μια φυσική ανάγκη του Κυρίου που ήταν η πείνα και του είπε «πες να γίνουν οι πέτρες ψωμί». Αυτό που του είπε δεν ήταν παράξενο και παράλογο με την έννοια ότι ο Κύριος όντως πεινούσε. Ο διάβολος θέλησε να εκμεταλλευτεί τη φυσική αυτή ανάγκη που είναι η πείνα για να την οδηγήσει στη δική του λατρεία και στην ειδική του υπακοή. Αυτό κάνει τώρα και σε εμάς. Μας κάνει να κατακρίνουμε, θέλοντας να δικαιολογήσουμε και μέσα μας το πάθος μας, ονομάζοντάς το κάπως διαφορετικά ο καθένας. Έτσι λοιπόν τώρα διαστρέφεται η αγάπη που έχουμε για το δίκιο, για την αλήθεια, για το Χριστό και γίνεται μεγάλο πάθος που ακριβώς ονομάζεται κατάκριση και εξουθένωση και καταλαλιά, και αυτή τη διάκριση την κάνει ο Άγιος Δωρόθεος όταν μας λέει: «Άλλο, λέει, καταλαλιά, άλλο κατάκριση και άλλο εξουθένωση». Καταλαλιά σημαίνει να πεις για κάποιον αδερφό σου την πράξη που έκανε, μόνο την πράξη, χωρίς να πάρεις θέση για τη ζωή του και τον χαρακτήρα του, δηλαδή να πεις ο Δημήτρης είπε ψέματα, ο Γιάννης έκλεψε κάτι, ο άλλος αδερφός μου έκανε αυτό το λάθος. Τσακώνεται, ας πούμε, ένα ζευγάρι, να πει ο ένας στον άλλον «τώρα λες ψέματα». Αυτό λέγεται, λέει, να το μεταφέρεις αυτό αλλού ότι είπε ψέματα ονομάζεται καταλαλιά. Αλλά αν πάρεις, λέει, το ελάττωμα του αδερφού σου και το ταυτίσεις με τον ίδιο τον αδερφό σου και πεις «ο Γιάννης είναι ψεύτης, ο Γιάννης είναι κλέφτης» και όχι «ο Γιάννης έκλεψε» ή «ο Γιάννης είπε ψέματα», τότε, λέει, προχωράς και κατακρίνεις. Πράγμα που σημαίνει το ελάττωμα του άλλου το ταυτίζεις με την όλη προσωπικότητα του αδερφού σου και έτσι δεν του δίνεις περιθώριο αλλαγής και διόρθωσης αλλά τον στιγματίζεις. Τον θεωρείς ότι είναι τετελεσμένη η κατάστασή του και δεν μπορεί να διορθωθεί. Και μετά από αυτά τα δύο υπάρχει, λέει, και κάτι βαρύτερο που είναι η εξουθένωση. Εξουθένωση θα πει να απορρίψεις τον άλλον τελείως από μέσα σου και να μην θέλεις να έχεις καμία σχέση μαζί του. Αυτό είναι το έσχατο όριο της κατακρίσεως, εκεί πλέον η κατάσταση της ψυχής του ανθρώπου είναι πολύ βεβαρημένη και η σχέση του με τον Θεό και τους αδελφούς του πολύ πιο δύσκολη. Και τα τρία αυτά καταδικάζονται βέβαια. Όταν κάποιος, αδελφοί μου, αγωνιστεί στον εαυτό του και αποκτήσει μια μικρή αυτογνωσία στα πάθη του και κοιτάξει τον εαυτό του, κρίνει με πολλή επιείκεια και τους άλλους. Για παράδειγμα, ένας ο οποίος κάπνιζε κάποτε και προσπάθησε και πάλεψε να το σταματήσει ή να το περιορίσει ή το έκοψε, και βλέπει τώρα κάποιον να καπνίζει, τον βλέπει με επιείκεια και κατανόηση, γιατί ξέρει πόσο δύσκολο είναι να κόψεις αυτό το ελάττωμα. Ενώ αυτός ο οποίος εύκολα βγάζει συμπεράσματα για τους άλλους αποδοκιμαστικά και καταδικαστικά, δηλαδή δεν έχει κάνει αγώνα στον εαυτό του και δεν γνώρισε τις δικές του αδυναμίες. Όταν δεις πόσο δύσκολο είναι να αγωνίζεσαι, έχεις καλοσύνη απέναντι στους άλλους. Καμιά φορά και οι πνευματικοί, οι εξομολόγοι, οι ιερείς έχουν αυτή την καλοσύνη και την επιείκεια επειδή ακριβώς βλέπουν τον αγώνα του ανθρώπου και αυτού που εξομολογείται και πόσο δύσκολο είναι κανείς να ξεπεράσει την κατάστασή του. Γι' αυτό έχουν καλοσύνη και επιείκεια. Γι' αυτό και πολλές φορές να μην κρίνουμε το τι γραμμή και τι κατεύθυνση παίρνει ο κάθε εξομολογούμενος, γιατί ο πνευματικός του τον βλέπει τη στιγμή της μετανοίας του, τη στιγμή πόσο δυσκολεύεται να ξεπεράσει τον εαυτό του και γι' αυτό τον καταλαβαίνει πολλές φορές και τον οικονομεί γιατί ξέρει ότι αυτή είναι η δέουσα στάση που πρέπει να αντιμετωπίσει εκείνη την κατάσταση που αντιμετωπίζει. Λένε οι Άγιοι ότι αν κατακρίνεις σίγουρα είσαι άνθρωπος που πολυλογείς κιόλας. Ένας ο οποίος πολυλογεί, το λέγανε και οι αρχαίοι Έλληνες και στην Αγία Γραφή το λέει, ότι εκ της πολυλογίας ουκ εκφεύξεται αμαρτία. Αν πεις πολλά σίγουρα μετά από λίγο θα αρχίσεις και να κατακρίνεις. Αν η κουβέντα δηλαδή κρατάει πάνω από 5-10 λεπτά που θα πούμε τα απαραίτητα, μετά αρχίζουμε να λέμε διάφορα περί ανέμων και υδάτων, μετά κατεβαίνουμε χαμηλότερα στοιχείο και αρχίζουμε να σχολιάζουμε ο ένας τον άλλον δήθεν από ενδιαφέρον. Τα έμαθες κι αυτά; Και τι κάνει ο τάδε; Έμαθα ότι χώρισε. Και τι έγινε λοιπόν; Και πώς θα γίνει τώρα; Και συνεχίζεται η συζήτηση για πολλή ώρα. Όποιος μιλάει πολύ έχει την παγίδα της κατακρίσεως. Όποιος είναι λιγομίλητος έχει περισσότερες προϋποθέσεις και πιθανότητες να μην κατακρίνει εύκολα. Επίσης η κατάκριση έχει να κάνει με ανθρώπους αργόσχολους. Αν δεν έχεις τι να κάνεις και δεν έχεις να ασχοληθείς με κάτι σοβαρό στη ζωή σου, θα αρχίσεις να περιεργάζεσαι τη ζωή των άλλων. Δέστε Τον εαυτό σας όταν έχετε να κάνετε πολλές δουλειές, όταν έρχονται γιορτές και πρέπει να τρέχετε, όταν τα παιδιά στο σχολείο έχουν ξεκινήσει με εντατικούς ρυθμούς, δεν προλαβαίνετε να ετοιμαστείτε, να σκουπίσετε, να μαγειρέψετε, να δουλέψετε. Δεν έχει κανείς χρόνο, αν κάνει πολλά και μπει σε ένα σύστημα εργασίας, να ασχολείται με τους άλλους. Το καλοκαίρι, τις νύχτες του καλοκαιριού πολλές φορές που ζούμε σε μια κατάσταση έτσι χαλαρή και χωρίς εντατικούς πνευματικούς ρυθμούς, μας πιάνει μια ευφορία. Μια διάθεση έτσι ευχάριστη και να σχολιάζουμε τη ζωή των άλλων και να κατακρίνουμε και να τους αποδοκιμάζουμε. Και επίσης έχει να κάνει με τα καφενεία η κατάκριση. Εκεί τι κανείς θα κάνει; Ή θα ασχοληθεί με κάτι που δεν έχει και πολύ νόημα στη ζωή του ή θα πιάσει την κουβέντα για τους άλλους. Κάποτε πιο πολύ είχε να κάνει με τις γυναίκες, αλλά τώρα όχι μόνο με τις γυναίκες· και οι άνδρες πολλές φορές πέφτουν σε αυτό το αμάρτημα, με τύπους χαλαρούς και ανθρώπους που δεν έχουν συστηματική πνευματική ζωή. Γι' αυτό και η Αγία μας λέει ότι αν θέλεις να βοηθήσεις τον εαυτό σου, να προσέξεις, λέει, τους λογισμούς σου. Όλα ξεκινάνε από το πώς σκέφτεσαι. Αν προσέξεις τους λογισμούς σου και έχεις λογισμούς καλούς, θα γλιτώσεις και την κατάκριση. Τι σημαίνει αυτό; Λέει ο πατήρ Παΐσιος ένα παράδειγμα. Ότι ήταν σε μια πλατεία, θα το έχετε διαβάσει ή ακούσει, ήταν τρεις άνθρωποι και καθόταν σε ένα παγκάκι και πέρασε τρέχοντας ένας νέος. Έτρεχε τρέχοντας στην πλατεία. «Έκλεψε κάτι τώρα και τρέχει να κρυφτεί με τη βιάση». Ο άλλος είπε: «Όχι, όχι, εγώ νομίζω ότι επειδή ο πατέρας του γυρίζει αυτήν την ώρα από τη δουλειά θέλει να τον βρει στο σπίτι». Ο τρίτος είπε: «Εγώ νομίζω επειδή χτύπησε η καμπάνα πριν λίγο, νομίζω πάει να ανάψει ένα κεράκι». Ίσως κανένας από τους τρεις δεν βρήκε το σωστό. Μπορεί αυτός να έτρεχε για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Αλλά αυτός ο οποίος είπε το καλύτερο και έβαλε τον αγαθό λογισμό μέσα του ότι πάει να ανάψει ένα κερί στην εκκλησία, γλιτώνει από αυτά που είπε ο πρώτος, ότι έχει κλέψει και τον καταδίκασε ως κλέφτη χωρίς να ξέρει τι έχει κάνει. Αν βάζεις καλούς λογισμούς στο μυαλό σου και προσπαθείς να ερμηνεύσεις ωραία τη συμπεριφορά του άλλου και δεν πάει το μυαλό σου όλο στο άσχημο και δεν είσαι καχύποπτος και πονηρός, θα αποφύγεις την κατάκριση πολλές φορές. Το παθαίνουμε πολλές στιγμές στη ζωή μας. Θυμάμαι μια φορά στο σούπερ μάρκετ ήταν μια κυρία η οποία ήταν της Εκκλησίας πολύ. Νήστευε αυστηρά και κάποια φορά την είχε δει κάποιος να έχει στο καρότσι της κρέας. Είχε αγοράσει κρέας και σκανδαλίστηκε και την κατέκρινε μέσα του και είπε: «Κάνει και ότι είναι και της Εκκλησίας, αλλά αυτή έχει κρέας μέσα στη Σαρακοστή». Και μετά μαθεύτηκε ότι αυτή η γυναίκα είχε έναν άρρωστο στο σπίτι και έπρεπε αυτός να φάει κρέας και γι' αυτό αγόρασε κρέας. Δηλαδή, να μην βάζουμε το μυαλό μας αμέσως στο κακό. Δεν ξέρουμε γιατί κάνει ο καθένας αυτό που κάνει. Ακόμα και εγώ πολλές φορές όταν ψωνίζω κάτι, θα σας πω ένα παράδειγμα, εγώ προσωπικά δεν πίνω αναψυκτικά. Όταν έρχονται στο σπίτι κάποιοι γνωστοί μου, οι γονείς μου ή κάποιοι συγγενείς μου, θα ψωνίζω. Κάποιος μια φορά με είχε δει και ήμουν στην ουρά του σούπερ μάρκετ και άκουσα λίγο πιο πίσω που έλεγε «Ωραία περνάνε οι κύριοι, καλά περνάνε, αγοράζουνε, ψωνίζουνε, του καλού καιρού». Τι με νοιάζει εμένα, αλλά λέω, κοίταξε να δεις πώς μπορεί να κατακρίνεις κάποιον, είτε ιερέα είτε λαϊκό, χωρίς να ξέρεις το σωστό. Και την ψυχή του βαραίνει και μέσα... Και μέσα στο λάθος οδηγείς. Δεν βοηθάς τα συμπεράσματα. Ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης στην Κλίμακα, το μικρό παιδάκι, λέει, δεν λέει ψέματα ποτέ. Και μπορούμε να συμπληρώσουμε κι εμείς: το μικρό παιδί ούτε κατακρίνει ποτέ. Όταν έχεις απλή σκέψη και απλή ψυχή, το μυαλό σου δεν πάει στο κακό. Και να βλέπεις κάτι κακό, θα το ερμηνεύεις καλά. Αντίθετα, μερικοί από εμάς, και να δούμε κάτι καλό, θα πάει το μυαλό μας στο κακό και θα βγάλουμε άσχημα συμπεράσματα, γιατί δεν έχουμε αυτό που λέμε απλότητα σκέψης, παιδική σκέψη. Αυτό που είπε ο Κύριος: αν δεν γίνετε σαν τα παιδιά στην ψυχή σας, δεν θα πάτε στον παράδεισο. Η κουβέντα του Κυρίου είναι ξεκάθαρη. Και εμείς, αντί να γίνουμε απλοί στη σκέψη, γινόμαστε όλο και πιο πολύπλοκοι και πιο μπερδεμένοι. Δηλαδή θα πει κανείς: δεν πρέπει να μιλάμε για πιθάνο; Δεν πρέπει να ενδιαφερθούμε; Η Εκκλησία μας θέλει απαθείς, αδιάφορους, όπως μιλάνε; Στον βουδισμό και σε άλλες θρησκείες ότι δεν πρέπει να μας απασχολεί τίποτα σε αυτόν τον κόσμο; Να μας απασχολεί η ζωή του αδελφού μας και τα πάντα για τη ζωή του, αλλά όλα αυτά να γίνονται αφορμή προσευχής και πόνου. Ο Άγιος Νεκτάριος όταν ήταν στη σχολή του, τη Ριζάρειο στην Αθήνα, είχε προβλήματα στη σχολή. Υπήρχαν παιδιά με δύσκολο χαρακτήρα, αλλά δεν κατέκρινε, προσευχόταν. Το πρόβλημά τους έπαιρνε πάνω του. Είχε περάσει, λέει, ολόκληρες νύχτες άυπνος, με δάκρυα στο μάτι και προσευχή στην Παναγία μας για το καλό κάποιου που είχε πρόβλημα. Δεν τον διαπόμπευε, δεν τον σχολίαζε. Ο Νεκτάριος μάθαινε, για παράδειγμα, ότι κάποιος θα έπαιρνε διαζύγιο, που τότε αυτά δεν συνηθίζονταν. Δεν θα ρωτούσε να μάθει ούτε λεπτομέρειες, ούτε να ευχαριστηθεί στη συζήτηση, ούτε να περιεργαστεί το θέμα, αλλά θα έκανε προσευχή με πόνο και δάκρυα στα μάτια. Πόσοι από εμάς όταν ασχολούμαστε με τη ζωή των άλλων το κάνουμε από ενδιαφέρον και με πόνο; Πόσοι κάνουμε προσευχή για αυτούς τους οποίους θυμόμαστε; Εύκολα σχολιάζουμε. Κατακρίνουμε, αλλά η διόρθωση δεν θα έρθει με τα λόγια, παρά με την προσευχή, την οποία εμείς αποφεύγουμε γιατί είναι κουραστική. Και ο Θεός τότε, αδελφοί μου, να ξέρετε θα μας σκεπάζει και εμάς. Όταν δεν κατακρίνεις, θα σε σκεπάζει ο Θεός από πολλές δικές σου πτώσεις. Πολλές φορές πέφτουμε σε αμαρτίες είτε ελαφρές είτε βαρύτερες και ψάχνουμε να βρούμε την αιτία εδώ και εκεί και δεν μπορούμε να υποπτευθούμε ότι η αιτία είναι η κατάκριση. Πολλές φορές όταν κάποιος εξομολογείται και λέει διάφορα αμαρτήματα και δεν μπορούμε να βρούμε την άκρη, του λέω: «Κατακρίνεις ποτέ στη ζωή σου;» «Τι εννοείτε;» Εννοώ να σχολιάζεις τους άλλους, να τους αποδοκιμάζεις μέσα σου, να μεταφέρεις το τι κάνουν στους άλλους, να περιεργάζεσαι τη ζωή τους. «Ναι, μερικές φορές, έτσι λέει, το κάνω, έτσι λέει, όλοι στη δουλειά, στο γραφείο αυτό, όλοι μιλάμε για διάφορα άλλα θέματα». Για κόψτε λίγο αυτόν τον καιρό και να δούμε μήπως ο Θεός θα απαλλάξει και από τον άλλο πόλεμο που έχει. Γιατί; Ο εγωισμός της κατακρίσεως δεν φαίνεται εύκολα. Γι' αυτό μας αφήνει ο Θεός να πέσουμε σε κάτι βαρύτερο στη ζωή μας, που θα μας ταρακουνίσει πιο έντονα και πιο δυνατά και να καταλάβουμε ότι κάτι δεν πάει καλά. Όταν σταματήσουμε την κατάκριση, σκεπάζει και ο Θεός πολλές δικές μας πτώσεις. Λέει ένας Άγιος: «Σκέπασε τον αδερφό σου στην αδυναμία του, μην τον σχολιάζεις, για να σε σκεπάσει και εσένα ο Θεός στις δικές σου αδυναμίες». Αν δεν σκεπάζεις τον αδερφό σου, ούτε θέλει να σε σκεπάσει ο Θεός σου. Και επίσης, συνδέοντας με τα προηγούμενα που είπαμε ότι όταν λες πολλά θα κατακρίνεις, να μάθουμε να λέμε λίγα λόγια και να είμαστε κοφτοί στις απαντήσεις. Υπάρχει και τρόπος να κόψεις τη συζήτηση. Έχω ένα γνωστό τέτοιο άνθρωπο, είμαστε φίλοι από Δευτέρα Γυμνασίου, οι πρώτοι, έχουν περάσει περίπου 20 χρόνια. Σας λέω αλήθεια, αυτός ο άνθρωπος ποτέ μέχρι τώρα δεν τον έχω ακούσει να κατακρίνει, να σχολιάζει. Βρεθούμε σε μια παρέα και κάποιοι μιλούνε για άλλον, αυτός δεν θα πάρει θέση και όχι απλώς δεν θα πάρει θέση, θα βρει τρόπο να αλλάξει όμορφα το θέμα, να μην εκθέσει αυτούς που κατηγορούν και να μας πάει κάπου αλλού στη συζήτηση. Ποτέ, μα ποτέ δεν τον έχω ακούσει να κατακρίνει άλλον, γιατί λέει λόγια μετρημένα, ζυγισμένα και κοφτά. Και αν του πει κάποιος «άμα θες για τον τάδε», δεν λέει για τέτοιες λεπτομέρειες, βρίσκει μια λέξη και μια φράση που κόβει το θέμα. Και ξέρουμε πώς να κόβουμε τα θέματα όπως θέλουμε και ξέρουμε πώς να τα αναπτύσσουμε όταν εμείς θέλουμε. Σε ένα τηλέφωνο δηλαδή, αν δεν πεις πολλά λόγια και κλείσεις τελείως το στόμα σου, ο άλλος από αμηχανία θα σταματήσει να μιλάει. Αν όμως θες να πεις «για λέγε», δηλαδή «τι εννοείς τώρα;», «εσύ τι καταλαβαίνεις;», «δεν κατάλαβα τι λες, εξήγησέ μου λίγο καλύτερα», και μόνο αυτή η λέξη που λέμε είναι σαν να δίνουμε στον άλλον το ξεκίνημα, το έναυσμα να πει μια ολόκληρη παράγραφο ακόμα και αυτή την καινούργια ευκαιρία. Να είμαστε λοιπόν λιγοί στα λόγια μας και μονολεκτικοί. Να πούμε και αυτό που λέει ο Άγιος Δωρόθεος: όταν μας κατηγορούν τους άλλους, δεν είναι κακό, θα το πούμε, ούτε αναιδές, ούτε να ντρεπόμαστε. Να πούμε: «Αδερφέ μου, να σου πω κάτι; Μπορεί αυτός να είναι όπως λες, μπορεί να έχεις δίκιο, αλλά εγώ είμαι χειρότερος. Έχω τόσο εγωισμό κι εγώ μέσα μου και τόσο πείσμα, που καλύτερα ας μην μιλήσω για αυτόν. Έχω κι εγώ πολλά δικά μου». Εμένα αυτό. Γιατί να μην το πούμε; Για να σταματήσει η συζήτηση, παρά συνεχίζουμε και δίνουμε λαβή και η φωτιά μεγαλώνει και η ζημιά επεκτείνεται. Ήταν ένας ασκητής που έκανε προσευχή στον Θεό και ζήτησε ένα δώρο. Του λέει: «Κύριε, θέλω να μου κάνεις ένα δώρο. Θέλω όταν κάνω προσευχή, όταν μιλούν για σένα, όταν διαβάζω την Καινή Διαθήκη, όταν πάω εκκλησία, να μην νυστάζω ποτέ. Να είμαι άυπνος, να έχω τα μάτια ορθάνοιχτα, να μην θέλω ποτέ να σταματήσω την προσευχή». «Όταν όμως, Θεέ μου, κάποιοι στην παρέα μου, στη συζήτηση, όπου βρεθώ, κατηγορούν και σχολιάζουν τους άλλους, σε παρακαλώ, Θεέ μου, να μου φέρνεις ύπνο». «Να με κάνεις να νυστάζω». Αυτός το ζήτησε σαν χάρη. Και ο Κύριος τον άκουσε. Πραγματικά, όταν ήταν στην εκκλησία ήταν όρθιος, προσευχόταν και ζωντανή η ψυχή του στον Θεό. Όταν κάποιοι άρχισαν να αργολογούν, να κατηγορούν, να σχολιάζουν, χασμουριόταν αυτός, νύσταζε. Το αντίθετο από αυτό που έχουμε εμείς δηλαδή. Οπότε μια φορά μίλαγε αυτός ο ασκητής σε κάποιους πατέρες και έλεγε πνευματικά λόγια για την προσευχή και κάποια στιγμή άρχισαν να χασμουριούνται, μερικοί άλλοι νύσταξαν, άλλοι πήγαιναν να κοιμηθούν. Λέει, τώρα προσπάθησε να ζωντανέψει την ομιλία του. Μερικούς τους είχε πάρει και ο ύπνος. Λέει: «Πρέπει να τους ξυπνήσω». Και λέει λοιπόν: «Ένα θα σας πω για έναν ασκητή που πήγε να αμαρτήσει μια φορά που πήγε σε κάποιο χωριό». Είπαν όλοι, ανοίξαν όλοι τα μάτια τους. Λέει: «Αδελφοί μου, δεν θέλω να σας πω αυτό, το είπα επίτηδες. Είδατε που όλοι ξυπνήσατε; Είδατε που υπάρχει πάθος και δαιμόνιο που μας βάζει να μην θέλουμε τα ωραία αλλά να μας αρέσει το κακό;» Θέλω να σας πω για τον αδελφό μας, αντί να κοιμηθείτε τελείως, να μην τα ακούσετε αυτά και ξυπνήσατε όλοι. Αυτό εγώ το είχα δει αληθινό, στην πράξη το είχα δει μια φορά, πριν από πέντε χρόνια, στη Μονή Πετράκη. Είχε έρθει ένας αδερφός ενός γνωστού μου από την Αμερική, Έλληνα. Αυτός το είχε αυτό το πράγμα. Οπότε κάποιος μας ξεναγούσε στη μονή, στα άγια λείψανα, και μετά καθίσαμε σε ένα παγκάκι έξω και μας μιλούσε πνευματικά. Και μου λέει ο γείτονάς μου: «Στάσου, κοίτα να δεις τώρα ο αδερφός μου πώς θα κοιμηθεί». Εγώ λέω: «Έλα τώρα, σταμάτα να ακούσουμε», γιατί προκαλεί γέλιο αν σου λέει κανείς «κοίτα πώς θα κοιμηθεί, πώς θα κοιμηθεί». Μετά από δύο λεπτά, στην κυριολεξία, αυτός ο άνθρωπος είχε κλείσει τα μάτια του και γύρισε στο πλάι και κοιμόταν. Όταν μετά από λίγο μας είπε αυτός ο πνευματικός «να σας χαιρετήσω τώρα, για να πάμε μια βόλτα», άνοιξε τα μάτια του κατευθείαν. Ανεξήγητο γεγονός. Και μου λέει: «Όποτε μιλάμε για πνευματικά, νυστάζει. Όποτε είναι να σχολιάσουμε, να πούμε για άλλους υποθέσεις οικογενειακές, κουτσομπολιά κοινώς, είναι ξύπνιος». Είναι ένα, όχι χάρισμα του Θεού, αλλά ένα πάθος που έχουμε και μακάρι και εμάς να μας δώσει ο Θεός αυτό που είχε δώσει στον ασκητή, αρκεί να Του το ζητήσουμε. Πολλές φορές ξέρετε επίσης γιατί κατακρίνουμε, νομίζω; Διότι περιμένουμε την τελειότητα. Δηλαδή πας κάπου και περιμένεις να τα βρεις όλα τέλεια. Αν δεν τα βρεις τέλεια, αρχίζει η γκρίνια. Αν όμως δεν περιμένεις την τελειότητα και δεν είσαι τελειομανής και είσαι προσγειωμένος και πεις «θα πάω εκεί, ό,τι βρω». Παράδειγμα, πηγαίνει ο σύζυγος στο σπίτι και δεν έχει στο μυαλό του ότι θα βρει το τέλειο φαγητό, όλα τέλεια περιποιημένα, όλα τέλεια σκουπισμένα, όλα περιποιημένα, και βρει κάποιο λάθος, δεν θα αρχίσει να κατηγορεί τη σύζυγό του. Γιατί θα πει: «Ε, και δεν περίμενα και κάτι φοβερό. Έτσι θα βρει, έτσι θα το δεχτώ». Πας σε μια γιορτή ή, να πω κάτι πιο συγκεκριμένο που γίνεται δυστυχώς στους εκκλησιαστικούς χώρους. Μου είπε μια γνωστή οικογένεια τώρα τελευταία ότι πήγανε στην Ιταλία προσκύνημα με ένα γκρουπ, όχι από την Αθήνα, εκτός Αθηνών. Τι έγινε λέει; Από τους χριστιανούς που ήταν μαζί, δεν άφησαν άνθρωπο στην ησυχία του. Τους πείραζε το λεωφορείο, δεν τους άρεσε ο οδηγός, τους πείραζε ο ξεναγός, τους ενοχλούσε το φαγητό στο ξενοδοχείο, τους ενοχλούσε το ένα, γκρινιάζανε για τα πάντα, για τις τιμές, για τον καιρό, για την κίνηση, όλα τους φταίγανε. Γιατί; Γιατί περίμεναν ότι θα πάνε να τα βρούνε τέλεια. Πήγανε με απλή ψυχή να πούνε, ας πούμε, «θα πάμε να προσκυνήσουμε στις Κατακόμβες, θα πάμε στη Ρώμη, θα πάμε να δούμε εκεί που πέρα ήταν οι Άγιοι. Ό,τι πάρουμε, να ωφεληθούμε». Αλλά περίμεναν το τέλειο, δεν το βρήκανε και άρχισαν να σχολιάζουν και να γκρινιάζουν και να κατηγορούν. Ήρθατε τώρα εσείς εδώ σε μια ομιλία. Αν κανείς περίμενε κάτι φοβερό και καταπληκτικό, θα απογοητευτεί, θα κατακρίνει. Αν όμως πει ότι «εντάξει, και κάτι καλό, ένα καλό να ακούσω, δεν πειράζει», τότε και εσείς θα ωφεληθείτε και εγώ θα ωφεληθώ. Και κάτι άλλο που πρέπει να προσέχουμε στη ζωή μας γενικά: τα παράπονα. Ένας άνθρωπος έχει όλο παράπονα στη ζωή του και όλο γκρινιάζει. Να ξέρετε ότι κι αυτό είναι μια εκλεπτυσμένη και ραφιναρισμένη κατάκριση, δηλαδή προς τον Θεό. Όταν σου φταίνε όλα στη ζωή, δηλαδή μπαίνεις στο μετρό και έχεις την κίνηση και αρχίζεις να τα βάζεις με το ένα, με το άλλο, με την πολιτική, με τον καιρό, σου φταίνε όλα στη ζωή και δεν είσαι ευχαριστημένος γενικά στη ζωή σου, τότε έμμεσα είναι σαν να κατακρίνεις τον ίδιο τον Θεό. Γιατί; Διότι ο Θεός είναι κυβερνήτης του κόσμου. Ο Θεός που βλέπει κάτι και το δέχεται και μέσα από αυτήν τη δύσκολη κατάσταση θέλει να ενεργήσει μέσα στη ζωή μας, δεν ξέρει τι θα κάνει; Αντί να κάνεις προσευχή, κάθεσαι και γκρινιάζεις. Και το παράξενο ποιο είναι; Το ότι ενώ μέσα από την Εκκλησία μας τα πρώτα χριστιανικά χρόνια είμαστε τόσο ευχαριστημένοι από τον Θεό στη ζωή μας. Τι γνώμη μας είναι να νιώθουμε; Τίποτα δεν μας πειράζει σε αυτόν τον κόσμο. Νιώθουμε δηλαδή απέναντι στον Θεό γεμάτοι δώρα από τον Θεό, που μόνο θέλουμε να Τον ευχαριστήσουμε. Και κάνουμε τη Θεία Ευχαριστία. Γι' αυτό λέγεται έτσι η Θεία Ευχαριστία, γιατί ευχαριστούμε τον Θεό. Και Του δίνουμε το μεγαλύτερο δώρο που μας έχει δώσει, τον ίδιο τον Κύριο. Αυτό που δίνουμε πάλι, τα σα εκ των σων. Και ενώ πάμε στην Εκκλησία, στη Θεία Ευχαριστία, προσευχόμαστε, κοινωνάμε, ακούμε τόσα κηρύγματα, δεν είμαστε ευχαριστημένοι. Και διαρκώς μας φταίνε είτε οι άνθρωποι, είτε τα πράγματα, είτε οι συνθήκες, είτε ο καιρός, είτε οτιδήποτε άλλο. Και Αυτός που μας βλέπει, που είναι δίπλα μας βέβαια, νιώθει ότι δεν είμαστε αναπαυμένοι ούτε με την παρουσία Του ούτε με τη βοήθειά Του. Και αυτό είναι αχαριστία. Ήταν μια φορά ένας ασκητής ο οποίος είχε καλούς λογισμούς, όπως είπα στην αρχή, και πήγε σε ένα κελί ενός μοναχού και το είδε ακατάστατο, πάρα πολύ ακατάστατο. Πεταμένα όλα από εδώ και από εκεί, οι κουβέρτες αλλού, τα βιβλία του αλλού, αλλά επειδή δεν κατέκρινε ποτέ στη ζωή του, έψαξε να βρει κάτι καλό να πει για αυτόν και λέει: «Πάτερ μου, σε καταλαβαίνω. Επειδή είσαι όλη μέρα στην προσευχή, πού να βρεις χρόνο να βάλεις τάξη στο δωματιάκι; Το έχεις, λέει, απεριποίητο. Σε καταλαβαίνω, λέει, και σε θαυμάζω, γιατί εσύ προσέχεις αυτό, έστω που δεν έχεις χρόνο να βάλεις τάξη». «Αυτό τα έχει», λέει, «έτσι είμαι σίγουρος». Λέει ο άλλος: «Όχι, πατέρα μου, είμαι αργός καμιά φορά, λέει, και εγώ είμαι λίγο ακατάστατος». «Όχι», λέει, «πάτερ, δεν νομίζω, είναι επειδή κάνεις προσευχή». Ανάληψη, Ευαγγελισμός, Επειδή είναι πνευματικός, ο άλλος πατήρ βλέπει ότι η αντανάκλαση της ψυχής του είναι το κελί. Είτε είδε ακαταστασία είτε είδε κάτι περιποιημένο, έβαλε καλό λογισμό και απέφυγε να κατακρίνει τον άλλον ή να εγκωμιάσει τον άλλον, που και τα δύο είναι ζημιά. Μερικές φορές όμως θα πει κανείς: «Πρέπει να μιλήσουμε. Δεν γίνεται να μην μιλήσουμε». Είναι, ας πούμε, κάποιος στην εργασία του και γίνεται μια αδικία. Κάποιος χάνει τη θέση του επειδή κάποιοι άλλοι εκμεταλλεύονται την αδυναμία, την ευσυνειδησία του, τον ήρεμο χαρακτήρα του. Κάποιος έχει ένα μέσο και σε εκμεταλλεύεται, πατάει επί πτωμάτων. Πρέπει να μιλήσει. Είναι σωστό και αυτό. Θα πει κανείς δηλαδή: «Τι μας θέλει η πίστη μας, να δεχόμαστε παθητικά όλες τις καταστάσεις; Πρέπει να πούμε και κάτι». Αυτό είναι αυτό. Αλλά να προσέξουμε και εμείς. Όταν ένας νεωκόρος έφυγε την ώρα του Χερουβικού και πήγε στο ιερό να βοηθήσει κάτι, άνοιξε λίγο, λέει, την πόρτα του ιερού, είδε στο μανουάλι έξω στην είσοδο ένα κεράκι που είχε λυγίσει και στάζε το κερί. Ο νεωκόρος έπαθε πανικό. «Το κερί να στάζει, μετά θέλω να κάνω δουλειές». Βγαίνει, λέει, ορμητικά με την ποδιά του, βγαίνει, λέει, ορμητικά και όπως έτρεξε να φτάσει στο κερί, δίνει μια σ' ένα παιδάκι, σκουντάει μια γιαγιά, ρίχνει μια καρέκλα. Μια κυρία προσευχόταν, δεν ήξερε πού βρισκόταν, τον κοίταζε. Όλο το εκκλησίασμα γύρισε να κοιτάξει τι γίνεται. Και ξαφνικά βλέπουν όλοι ότι αυτός ο νεωκόρος πήγε στο κεράκι και έσβησε ένα κεράκι. Και λέει ένας: «Καλά, παιδί μου, μας σταμάτησες τον Χερουβικό Ύμνο, αναστατώθηκε το εκκλησίασμα». «Μα ήταν το κερί, έπρεπε να διορθώσω το κερί». Και λέει: «Άξιζε τον κόπο για ένα κεράκι να αναστατώσεις το σύμπαν;» Μερικές φορές αυτό που πάμε να διορθώσουμε εμείς ή αυτό που πάμε να πούμε μοιάζει με ένα κεράκι και ο τρόπος που το κάνουμε να το διορθώσουμε δημιουργεί πιο πολλά προβλήματα παρά λύνει προβλήματα. Έπρεπε να σβήσει το κερί, αλλά όχι έτσι. Πρέπει να μιλήσουμε, πρέπει να υπερασπίσουμε τον εαυτό μας, να βρούμε το δίκιο μας, αλλά όχι με τον τρόπο που το βρίσκουμε πολλές φορές. Αυτό που συμβουλεύουν οι Άγιοι: όταν πας να υπερασπίσεις τον εαυτό σου, το πιστοποιητικό της αθωότητας και το πιστοποιητικό της ακατακρισίας δεν το δίνεις μόνος σου στον εαυτό σου, να σου το δίνει ο πνευματικός. Δηλαδή: «Πάτερ, νιώθω ότι στη δουλειά μου με αδικούνε και πρέπει να μιλήσω, πρέπει να πάω στον προϊστάμενο και να του αποκαλύψω κάποια πράγματα που γίνονται και δεν είναι σωστά. Βλέπετε μέσα μου ότι το κάνω με εμπάθεια, ότι κρύβω εγωισμό, ότι θέλω να εκδικηθώ, ότι ευχαριστιέμαι με την πτώση του άλλου;» Αν είστε δύο, ο πνευματικός θα σου πει πώς θα μιλήσεις, πότε θα μιλήσεις, σε ποιον θα μιλήσεις και σε ποιον δεν θα μιλήσεις. Γιατί μερικές φορές μιλάμε σε πρόσωπα αναρμόδια. Αν συμβαίνει κάτι, να το πούμε σε κάποιον υπεύθυνο. Επίσης, λέει κάποιος Άγιος, να προσέχουμε, λέει, να μην κοιτάμε μόνο το κίνητρο εκείνης της στιγμής που θέλουμε να μιλήσουμε, αλλά και την ιστορικότητα της εσωτερικής συμπεριφοράς. Της εξωτερικής διαγωγής προς το πρόσωπο που θέλουμε να κρίνουμε. Τι θα πει την ιστορικότητα; Το παρελθόν μας με αυτό το άτομο. Να πω ένα παράδειγμα. Μπορεί εγώ, όταν ήμουν μικρό παιδί, να είχα τσακωθεί με κάποιον και να ήμασταν πολύ κακιωμένοι. Και αυτή η εμπάθεια μου έχει μείνει μέσα. Πέρασαν τα χρόνια, μεγαλώσαμε, το ξέχασαν όλοι το γεγονός, αλλά εγώ το θυμάμαι. Τώρα που συμβαίνει κάτι και θέλω να μιλήσω, δήθεν για να υπερασπίσω το δίκαιο, μέσα μου βγαίνει και αυτό το κακό. Και δεν το κάνω μόνο γιατί τώρα είμαι αδικημένος, αλλά γιατί θέλω να τον εκδικηθώ από τότε. Το κρατάω αυτό ακόμα μέσα μου. Κανείς δεν το ξέρει, ο Θεός όμως το ξέρει. Γι' αυτό λέει ο Κύριος: «Μη κρίνετε κατ' ὄψιν, ἀλλὰ τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Εμείς λέμε κάποια πράγματα και στον κόσμο και στα δικαστήρια, μπορούμε να πούμε και στους συγγενείς μας: «Το είπα μόνο για το δίκαιο», αλλά ο Θεός βλέπει ότι εσύ κάτι έκρυβες παλιό μέσα σου, την ιστορικότητα του γεγονότος, που δεν τη βγάζεις να την πεις. Και αυτό να μας ελέγχει, γιατί τους ανθρώπους μπορεί να τους κοροϊδεύουμε. φορές Οικογένεια σχολιάζει μια άλλη ή ένα ζευγάρι άλλο σχολιάζει, δήθεν για να ενημερώσει, αλλά κατά βάθος επειδή έχει και ένα παρελθόν βεβαρημένο, ίσως να ευχαριστηθεί λίγο αν βάλει το ζευγάρι να τσακωθεί. Ή κάπως νιώθει παράξενα, θέλει να το πει για να τους αναστατώσει. Αλλά δεν το λέει ποτέ και καθαρά αυτό. Λέει: «Εγώ το είπα μόνο για να σε ενημερώσω. Το είπα για να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά». Όντως. Αλλά ίσως να μην έπρεπε να το πεις εσύ αυτό, αλλά κάποιο άλλο πρόσωπο, πιο αρμόδιο. Και λέει ο Άγιος Δωρόθεος: έφτασε στο λιμάνι ένα καράβι και πουλούσε μικρά παιδάκια, σκλαβοπάζαρο. Και κατέβηκε, λέει, μια μοναχή από το μοναστήρι και της είπε η ηγουμένη: «Θα πας να πάρεις ένα παιδάκι, να το αγοράσουμε στο μοναστήρι εμείς, για να το μεγαλώσουμε ελεύθερο, να μάθει να προσεύχεται, να διαβάζει, να εκκλησιάζεται, να μάθει μια τέχνη. Όταν μεγαλώσει, ας κάνει ό,τι θέλει μετά, αν θέλει να μείνει, αν θέλει να φύγει». Την ίδια μέρα κατέβηκε στο σκλαβοπάζαρο στο λιμάνι και μια γυναίκα του θεάτρου, και αρκετά αμαρτωλή. Πήγε κι αυτή για τον ίδιο λόγο. «Θα αγοράσω κι εγώ ένα παιδάκι γιατί θέλω να το μεγαλώσω στο θέατρο, που τότε το θέατρο σήμαινε και άλλες αμαρτίες, και να το οδηγήσω όλο στη ζωή που ζω εγώ». Τα παιδάκια, αθώα και ανύποπτα, θα πιάσουν από το χεράκι αυτοί που τα βγάζουν στο λιμάνι να τα πουλήσουν. Ήτανε και τα δύο κοριτσάκια. Αφού η μοναχή πήρε το ένα κοριτσάκι τυχαία, ο Θεός επέτρεψε, η άλλη γυναίκα του θεάτρου πήρε το άλλο κοριτσάκι. Το μοναστήρι, το θέατρο η άλλη. Περνάγανε τα χρόνια, το μικρό κοριτσάκι έγινε κοπέλα, έμαθε να κεντάει, έμαθε αργαλειό, έμαθε να πλένει, να προσεύχεται, και τη θαυμάζαν όλοι. «Τι καλό παιδί», λέγανε. «Μπράβο, πολύ καλό». Το άλλο το κοριτσάκι όμως, που είχε μεγαλώσει στο θέατρο τη ζωή της αμαρτίας, δεν ήθελαν να το βλέπουν οι καλοί ή οι ευλαβείς άλλοι άνθρωποι. Έλεγαν πράγματα να σκεφτείς, μη σκέφτεσαι, εσχρώνεσαι τι και λέγουν αυτά από αυτό το παιδί, σκέφτεται και κάνει. Ο κόσμος έκρινε έτσι και καταδίκασε. Ο Θεός όμως θυμάται, λέει ο Άγιος Δωρόθεος, πριν πολλά χρόνια που ήταν μικρά και τα δύο, ένα πρωινό που το καράβι πήγε στο λιμάνι και βγήκαν τα παιδάκια έξω, ήταν αθώα και τα δύο. Και θα μπορούσε η μοναχή να πάρει το άλλο το κοριτσάκι που πήγε στο θέατρο. Εμείς τα αγνοούμε, αλλά είμαστε πάρα πολύ εύκολοι να βγάζουμε συμπεράσματα και να κρίνουμε τους αδελφούς μας. Είναι βαρύτερο, λέει ο πατήρ Παΐσιος, να σκοτώσει κανείς έναν άνθρωπο ή δέκα; Δέκα, θα πούμε εμείς. Όποιος σκοτώσει δέκα, σίγουρα είναι πιο ένοχος. Και λέει ο πατήρ Παΐσιος: «Δεν είστε σίγουροι για αυτό. Ο Θεός βλέπει και άλλα πράγματα». Ο Θεός θεωρεί ότι αυτός που σκότωσε δέκα είχε τέτοια μέσα του εμπάθεια και κακία που ήθελε να σκοτώσει εκατό. Και συγκρατήθηκε. Για εμάς το ένα είναι τραγικό, να το ακούσουμε να σκοτώσει άνθρωπο, είναι πολύ βαρύ. Αλλά αυτός που ήθελε να σκοτώσει εκατό, το ότι μπόρεσε και αντί για εκατό τους έκανε δέκα, είναι μια προσπάθεια που έκανε. Ο ένας, λέει, όμως, που σκότωσε τον ένα, δεν έπρεπε να σκοτώσει κανέναν. Γιατί μεγάλωσε σε σπίτι πνευματικό, είχε όλες τις καλές προϋποθέσεις να γίνει πιστός. Κανείς δεν τον παρέσυρε, μόνος του με τη θέλησή του έμπλεξε. Και αυτός ο ένας μετράει στον Θεό πιο πολύ από αυτούς τους δέκα που σκοτώθηκαν. Γι' αυτό, λέει, ο Θεός κρίνει αλλιώς τα πράγματα και αλλιώς τα κρίνουμε εμείς. Δεν βλέπουμε τη μετάνοια του ανθρώπου αλλά βλέπουμε μόνο την πτώση του. Το τι γίνεται μετά και πώς μετανιώνει αυτός δεν το ξέρουμε. Αν αυτός στο σπίτι του το βράδυ κλάψει για αυτό που έκανε, διότι οτιδήποτε αμάρτημα, δεν το βλέπετε εκεί. Το ξέρετε ότι υπάρχουν άνθρωποι που όταν πάνε στο σπίτι τους μετανιώνουν για αυτά που έχουν κάνει και το παραδέχονται. Αλλά εμείς δεν τους έχουμε αφήσει στη σκοπιά όλη την ημέρα και μέσα μας τους έχουμε καταδικασμένους. Μάλιστα αρπάζουμε, λέει ο Άγιος Χρυσόστομος, ένα δικαίωμα που ανήκει μόνο στον Θεό. Το να κρίνουμε, λέει, είναι φοβερή ύβρις και φοβερή αυθάδεια και θράσος, διότι αυτό το δικαίωμα, λέει, το έχει μόνο ο Θεός. Όταν ο ίδιος ο Κύριος, που είχε κάθε δικαίωμα να κρίνει τους πάντες και ήξερε την ψυχή των ανθρώπων και μπορούσε να κρίνει, είπε ότι «ἐγὼ κρίνω οὐδένα», εγώ δεν κρίνω κανέναν. «Δεν ήρθα για να κρίνω, αλλά για να σώσω τον κόσμο». Τι είμαστε εμείς που κρίνουμε; Άγιοι και οι επιστολές του Αγίου Αποστόλου Παύλου, αυτό δεν μας λένε; «Αδελφοί, μη κρίνετε κανέναν πριν να έρθει ο Κύριος, ο οποίος θα αποκαλύψει τα κρυφά των καρδιών των ανθρώπων και όλα θα φανερωθούν». Τότε θα γίνει η κρίση, δεν ήρθε η ώρα της κρίσης, ούτε τελείωσε η ζωή του καθενός, που να βγάζουμε συμπεράσματα για αυτόν. Και μάλιστα, αδελφοί μου, να προσέχουμε πάρα πολύ το θέμα της ιεροκατηγορίας. Δηλαδή, αν το να κατηγορείς οποιονδήποτε άνθρωπο είναι βαρύ, είναι πιο βαρύ να κατηγορείς έναν κληρικό. Δεν το λέω αυτό επειδή είμαι ο ίδιος κληρικός. Εμένα και ίσως και άλλους ανθρώπους αξίζει να μας πει κανείς ό,τι μπορεί. Είμαστε ένοχοι και αμαρτωλοί και φταίμε σε πολλά. Αλλά είναι μεγάλο το λάθος για αυτόν που κρίνει και σχολιάζει. Πριν τρία χρόνια κάποια κυρία από κάποια περιοχή της Ελλάδος ήρθε στην Αθήνα και μου λέει: «Θέλω να μου δείξετε έναν καλό πνευματικό». Λέω: «Δεν έχετε πνευματικό;» Λέει: «Όχι, θέλω να μου δείξετε έναν καλό που θέλετε εσείς». «Δεν θα σας δείξω». Μπήκα σε έναν πνευματικό και μπροστά μου έλεγε: «Πάτερ, έχω περνάρτηση σε εσάς, αλλά έχω παράπονο. Μου λέει που δεν μου μιλάτε και πολύ, δεν μου λέτε πολλές συμβουλές, μία λέξη μου λέτε και φεύγω. Δεν μου κάνει». Λέει: «Γιατί να είστε εμένα, γιατί δεν μου μιλάω;» Και εκεί πάει ο θεωρήτης. Δεν έκανε, λέει, ο θεωρήτης να πάει, γιατί εκεί κάνουν μνημόσυνα, μαζεύουν λεφτά, το ένα τους σχολίαζε. Και εκεί πάει ο πρόεδρος. Δεν της μιλάω, λέει, περίμενε, θα σου μιλήσω, λέει, περίμενε λίγο. Μα περίμενε, δεν πρέπει να κάνει. Αυτό το κάρβουνο, λέει, είναι ο ιερέας. Ο ιερέας είτε είναι σβησμένο κάρβουνο και δεν πιστεύει στον Θεό όπως πρέπει και δεν είναι όπως πρέπει, αν τον αγγίξεις, λερώνεσαι. Αν όμως η καρδιά του είναι πυρωμένη για τον Θεό και είναι όπως πρέπει και τον κατηγορείς αδίκως, καίγεσαι. Είτε το ένα είτε το άλλο, πώς σε συμφέρει να σχολιάζεις και να αγγίζεις και να αγγίζεις τους ιερείς και να τους κατηγορείς; Αν δηλαδή δεν πάει καλά, πολλές φορές μπορεί να μην πηγαίνει καλά, υπάρχουν αρμόδια πρόσωπα να μιλήσει κανένας, όχι ο Βίτωνας, ο Βιτώνης, ούτε κάποιος οποιοσδήποτε άλλος στον κόσμο. Υπάρχει στην Εκκλησία μας, στην Σύνοδο, ο πρωτοσύγκελος, ο Σαφίκης Βρέστινος, ο προϊστάμενος του ναού, να μιλήσουμε σε κάποιον ευθέως, και δυστυχώς σε εκκλησιαστικούς χώρους αυτό συμβαίνει πολύ. ένα αμάρτημα σοβαρό. Σχολιάζουμε άλλους πνευματικούς. Σχολιάζουμε τι καθοδήγηση δίνει ο ένας πνευματικός, τι δίνει ο άλλος, αν μας αρέσει ο ένας, αν μας αρέσει ο άλλος, θεωρούμε ότι εμείς έχουμε τον καλύτερο, οι άλλοι δεν είναι τόσο καλοί. Και πλαγίως και εμμέσως, χωρίς να το παραδεχτούμε, κατακρίνουμε και καταδικάζουμε και χάνουμε την αγάπη και χρησιμοποιούμε ονόματα ιερέων στο στόμα μας, κάτι που είναι πάρα πολύ βαρύ και δεν το εξομολογούμαστε κιόλας, δεν το εξομολογούμαστε. Πείτε μετά, ναι. Θα πείτε μετά. Θα πείτε. Θα πείτε. Ήτανε, λέει, ο Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος στη Ρωσία και μια φορά, ίσως έχετε διαβάσει το βιβλιαράκι αυτό που λέει «Απάνθισμα Επιστολών του Αγίου Θεοφάνη του Εγκλείστου», της Μονής Παρακλήτου, ένα βιβλίο των εκδόσεων αυτών. Είχε στείλει μια γυναίκα ένα γράμμα και του έλεγε: «Πάτερ, είμαι πολύ στεναχωρημένη γιατί μας έφυγε ένας πολύ καλός ιερέας από την ενορία και ήρθε ένας άλλος που βιάζεται, δεν τα λέει όπως πρέπει, δεν μας αρέσει η φωνή του, μας πειράζει». Όλα την πειράζανε. Απαντάει ο Άγιος Θεοφάνης τρεις γραμμές. Κατακεραυνώνει. Λέει: «Εσύ φταις, λέει, για όλα. Εσύ φταις που έφυγε ο άλλος ιερέας που ήταν καλός. Διότι, λέει, αν ήσουν άξια να μείνει, θα έμενε. Αν ήταν η ψυχή σου όπως έπρεπε και δεν έβλεπε ο Θεός ότι υπάρχει λόγος που πρέπει να φύγει, δεν θα τον έπαιρνε από εσάς. Δεν ήσασταν άξιοι να τον έχετε και θα πάθετε τα ίδια, λέει, ξανά γιατί δεν βάλατε μυαλό. Αντί να το εκμεταλλευτείτε, λέει, και να μην σχολιάζετε για αυτόν που ήρθε, επαναλαμβάνετε τα ίδια λάθη. Και αυτόν τον κρίνετε και πάλι θα πάθετε ζημιά από τον Θεό». Ο Θεός δεν τιμωρεί, αλλά σας ωθεί να καταλάβετε τη βαρύτητα της πράξεως και της ενεργείας του αυτής. Να το προσέχουμε λοιπόν αυτό πάρα πολύ, χωρίς, επαναλαμβάνω, να σημαίνει ότι και οι ιερείς δεν φταίνε. Και εμείς εξομολογούμαστε και εμείς έχουμε πρόσωπα που μας κάνουν παρατήρηση και μας διορθώνουν. «Δώρισέ μοι, ναι Κύριε Βασιλεύ», λέμε τη Σαρακοστή, πόσες φορές το λέμε, συνέχεια το λέμε, «ναι Κύριε Βασιλεύ, δώρισέ μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων». Αν θέλουμε να κατακρίνουμε, αδελφοί μου, υπάρχει πλούσιο υλικό. Υπάρχει το υλικό της ψυχής μας, του εαυτού μας. Θες να κατακρίνεις; Βάλε τον εαυτό σου και κατάκρινέ τον όσο θέλεις. Είναι αυτό που λένε οι Άγιοι, η αυτομεμψία. Καταδίκασε τον εαυτό σου, μάλωσέ τον. Βρες τα λάθη του, σχολίασέ τα, πόνεσε για αυτό που είσαι. Κλάψε για αυτό που είσαι. Ανάλυσε αυτό που είσαι, όση ώρα θέλεις. Αυτό κάνει καλό, όχι όμως τους άλλους, παρά τον εαυτό σου, το πιο δύσκολο. Αυτό που θέλει η Εκκλησία από εμάς είναι να μάθουμε να βλέπουμε τον δικό μας εσωτερικό κόσμο, τον οποίο δυστυχώς τον αγνοούμε. Γιατί αν δούμε τι κρύβουμε μέσα μας, δεν θα έχουμε καιρό, ούτε όρεξη, ούτε χρόνο να σχολιάζουμε τους άλλους. Όταν έχεις, λέει ένας Άγιος, νεκρό στο σπίτι σου, δεν πας να κλάψεις στον γείτονα τον νεκρό. Γιατί σε καίει το δικό σου πρόβλημα. Η δική μας νεκρωμένη ψυχή, που είναι πιο νεκρή από τον γιο της χήρας της Ναΐν, που σήμερα ανέστησε ο Κύριος, αυτή την ψυχή δεν την έχουμε κλάψει. Και πάμε ύστερα να σχολιάσουμε και να καταδικάσουμε τις άλλες. Ο Κύριος, ο οποίος είναι το υπόδειγμα και ο τέλειος, το τέλειο υπόδειγμα και πρότυπο στη ζωή μας, αυτό το έκανε σε όλη τη ζωή. Δεν κατέκρινε ποτέ κανέναν. Όταν οι Άγιοι Απόστολοι πήγαν σε μια πόλη και δεν τους δέχτηκαν, είπαν στον Κύριο: «Κύριε, να πούμε να πέσει φωτιά από τον ουρανό;» Τους καταδίκασαν μέσα τους οι Άγιοι Απόστολοι. Τι μπορεί να τους πει; Είπε ο Κύριος: «Ουκ οίδατε οίου πνεύματός εστε». Δεν καταλάβατε ακόμα τι πνεύμα σας φέρνω; Δεν καταλάβατε ακόμα ότι δεν θέλω να καταδικάσω, αλλά να σώσω; Ότι φέρνω την αγάπη. Όταν ήρθε η ώρα της αμαρτωλής γυναίκας, που όλοι μαζεύτηκαν με πέτρες να τη λιθοβολήσουν, και όταν ο Κύριος είπε αυτήν πρόταση και της έβαλε μπροστά το δίλημμα ότι όποιος είναι ο αναμάρτητος, αυτός πρώτος θα κάνει την αρχή, έφυγαν όλοι. Και ρώτησε ο Κύριος τη γυναίκα αυτή, που φοβισμένη απορούσε κι αυτή πώς κανείς δεν τη χτύπησε, κανείς δεν την πλήγωσε: «Ουδείς σε κατέκρινε;» «Ουδείς», λέει. «Ουδέ εγώ σε κατακρίνω. Πορεύου και μηκέτι αμάρτανε». Δεν δικαιολόγησε την αμαρτία της, αλλά και δεν την καταδίκασε. Όταν ο Κύριος στον Σταυρό, συκοφαντημένος, διωγμένος, φτυσμένος, ραπισμένος, μέσα σε έναν φρικτό πόνο και μαρτύριο και λουτρό αίματος, έβλεπε κάτω να φωνάζουν όλοι «άρον άρον, σταύρωσον αυτόν», ξέρετε ποιο ήταν το πιο φυσικό πράγμα που έκαναν όλοι οι σταυρωμένοι εκείνη την εποχή; Φώναζαν, έβριζαν, βλαστημούσαν τους σταυρωτές τους, τον κόσμο, τη ζωή τους, τον Θεό. Τα έβαζαν με όλους γιατί αγανακτούσαν εκείνη τη στιγμή και ξεσπούσαν. Σκεφτείτε, για να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτή η ανεξικακία του Κυρίου και ότι δεν κατέκρινε κανέναν αυτή τη δύσκολη στιγμή. Και όταν ήρθε η ώρα του Μυστικού Δείπνου και ο Ιούδας είχε το θράσος να πει στον Κύριο μαζί με όλους: «Μήτι ἐγώ εἰμι, Κύριε; Μήπως εγώ, Κύριε, θα σε καταδικάσω, θα σε προδώσω;» Κανένας, λέει ο Άγιος Χρυσόστομος, από τους Αγίους Αποστόλους δεν υποπτεύθηκε ότι είναι ο Ιούδας. Κανένας δεν είπε: «Πού το χει το θράσος τώρα να ρωτάει; Αυτός είναι και πάλι τολμάει και ρωτάει». Γιατί λέτε το έκανε; Γιατί ο Κύριος δεν είχε δώσει ούτε αφορμή, ούτε δικαίωμα, ούτε κάποια υποψία εις βάρος του Ιούδα και δεν τον καταδίκασε ποτέ τα τρία αυτά χρόνια, ενώ το ήξερε από την αρχή, τον κάλυπτε διαρκώς. Δηλαδή, λέει ο Άγιος Χρυσόστομος, θα έπρεπε να έχεις καρδιά άκακου παιδιού και να έχεις μπροστά σου τον Ιούδα τρία χρόνια και να μην τον έχεις καταλάβει ότι είναι ο ένοχος. Να τον καταδικάσει. Κι όμως κανένας από τους Αγίους Αποστόλους δεν τον καταδίκασε, δεν τον κατέκρινε. Γιατί ο Κύριος έτσι είχε κάνει τους Αγίους Αποστόλους τα τρία αυτά χρόνια. Έκανε καρδιές παιδικές, απλές, με αγάπη και ανεξικακία, που να μπορούν να καταλάβουν και να κατανοήσουν και την απλότητα εκείνη τη στιγμή του Ιούδα που έκανε αυτή την ερώτηση. Έτσι πρέπει και μας να μας κάνει ο Χριστός. Θεούς. Έτσι να βλέπουμε τους άλλους, έτσι να δημιουργούμε ατμόσφαιρα γύρω μας ακατακρισίας και να έχουμε αυτό το μεγάλο χάρισμα, ώστε και στη ζωή αυτή να ζήσουμε πολύ ευλογημένοι. Να σας πω κάτι που σκεφτόμουν πριν κάνω την ομιλία. Λέω: «Και που θα τα πω, τι θα βγει; Να σταματήσουμε να κατακρίνουμε». Άλλωστε δεν ξέρουμε ότι δεν πρέπει να κατακρίνουμε; Ο Κύριος είπε μόνο, πολύ απλά μας είπε: «Μην κρίνετε για να μην κριθείτε». Πολύ απλά. Κάνουμε κηρύγματα μία ώρα, λέμε, λέμε, διαβάζουμε βιβλία, περιστατικά και πάλι κατακρίνουμε. Σαν να λέμε δηλαδή τελικά ότι ένα θαύμα χρειάζεται. Δεν μας λείπουν τα λόγια, κάτι πρέπει να γίνει στην ψυχή μας. Κάτι πρέπει να γίνει στην ψυχή μας. Όπως αυτός ο ασκητής που πέθανε τόσο ήρεμος και πήγε κοντά στον Θεό και όταν, λέει, ζούσε, έπινε, λέει, και λίγο. Καμιά φορά έπινε λίγο παραπάνω από το κανονικό και δεν ήταν και πολύ στις ακολουθίες την ώρα του, αργούσε λίγο και λίγο τεμπέλιαζε, αλλά όταν πέθανε ήταν πολύ ήρεμος. Και με έφερε και τα ακούσε και μαζεύτηκαν λίγοι γύρω του και του είπαν: «Πώς είσαι τόσο καλός, λέει, και φεύγεις τόσο ήρεμος, αφού δεν σε ξέρουμε και πολύ πνευματικό;» Λέει: «Έχετε δίκιο, λέει, και δεν τα ξέρετε κιόλας. Είμαι και χειρότερος από αυτό, αλλά ένα, λέει, πράγμα το τήρησα στη ζωή μου. Είπε ο Κύριος, λέει, μια απλή λέξη». Και ένα μυστικό για να μην κριθούμε, για να πάμε εύκολα στον παράδεισο. Μην κρίνετε, να μην κριθείτε. Εγώ, λέει, μπορεί να έπινα. Μπορεί να μην ήμουνα πολύ στην οικησία αποστοχής. Μπορεί να μην ήμουνα πολύ στο αυτό. Αλλά δεν κατέκρινα ποτέ κανέναν. Ό,τι και να έβλεπα, δεν σχολίαζα. Σε αυτό μου το έκρινα. Και ελπίζω, λέει, αφού το είπε ο Κύριος, θα του το πω: Κύριε, εσύ είπες, μην κρίνετε, να μην κριθείτε. Θα το πω, εγώ δεν έκρινα. Θαύμασαν οι άλλοι γιατί, λέει, αυτός παρ’ όλα τα ελαττώματά του βρήκε ένα μυστικό. Τελικά, για να σωθείς πρέπει και εκεί να ξέρεις μερικά μυστικά και να σωθείς με αυτόν τον εύκολο τρόπο. Είναι εύκολο αλλά και δύσκολο. Αν, αδελφοί μου, δεν γίνει το πρώτο πρόβλημα της ζωής μας ο Χριστός, αν Αν δεν μας απασχολήσει το πρώτο θέμα μέσα μας, η σωτηρία μας και η ψυχή μας, τότε διαρκώς θα ασχολούμαστε με διάφορα άλλα θέματα. Βλέπετε, την ημέρα που μας απασχολεί έντονα η προσευχή, τη Μεγάλη Πέμπτη πάμε εκκλησία και κάτι δείχνουμε, την ώρα που βγαίνει ο Σταυρωμένος, ποιος θα έρθει την ώρα να κατακρίνει; Κανένας, δεν θα είναι άλλο. Έχουμε φύγει από εδώ. Αν φύγουμε δηλαδή από αυτόν τον κόσμο και πάμε λίγο σε έναν άλλο κόσμο και αγαπήσουμε τον Θεό και κάνουμε τον Κύριο το πρώτο μέλημά μας, την πρώτη μας αγάπη, το πρώτο μας θέμα, αυτό που θα συνεπαίρνει την ύπαρξή μας, τότε δεν θα μας επηρεάζει βέβαια ο άλλος. Θα τον αγαπάμε, θα προσπερνάμε τα λάθη του, θα τα βλέπουμε τα λάθη του πολύ καθαρά. Γιατί λέει ο Απόστολος Παύλος ότι ο φωτισμένος άνθρωπος κρίνει τους πάντες, καταλαβαίνει τα πάντα, δεν είναι κουτός, αλλά δεν μένει εκεί, προχωράει και βοηθάει το κακό να θεραπευθεί με το καλό και όχι με την κατάκριση. Είμαι σίγουρος ότι σήμερα δεν θα με κατακρίνετε, γιατί δεν πρέπει αυτά που είπαμε να γυρίσουν εις βάρος μου. Αλλά να εύχεστε να γίνει αυτό το θαύμα στις ψυχές όλων μας και σιγά σιγά κάτι να κάνουμε να αλλάξει τη ζωή μας. Και να μην δίνουμε πόνο και πίκρα στον Κύριο. Να τον χαροποιούμε, γιατί θα μας βλέπει να περνάμε με αγάπη και ανεξικακία και καλοσύνη τη ζωή μας και όχι με την κατάκριση, που τόση ζημιά ως τώρα μας έχει κάνει. Και μακάρι να είναι αυτή η μέρα μία από τις τελευταίες μέρες της ζημιάς. Ευχαριστούμε. Ευχαριστούμε.